ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(1997) 1 ΑΑΔ 1377

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 9181

ΕΝΩΠΙΟΝ: ΠΙΚΗ, Π., ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗ, ΚΡΑΜΒΗ, ΔΔ.

Δημήτρη Λουκαΐδη, ανηλίκου δια του πατρός και

κηδεμόνος του Θαλή Λουκαΐδη, εκ Λευκωσίας

Εφεσείοντα-Ενάγοντα

και

Ανδρέα Γεωργίου, εκ Μενοίκου

Εφεσίβλητου-Εναγόμενου

---------------------

29 Οκτωβρίου 1997

Για τον εφεσείοντα: κ. Κ. Κούσιος.

Για τον εφεσίβλητο: κ. Α. Δράκος.

-----------------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΙΚΗΣ, Π: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Χρυσοστομής.

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή αρ. 8279/90, με την οποία απορρίφθηκε η αξίωση του ανήλικου εφεσείοντα-ενάγοντα για αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη σαν αποτέλεσμα αμελούς οδήγησης αυτοκινήτου, όπως υπήρχε ισχυρισμός, από μέρους του εφεσίβλητου-εναγόμενου.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατάληξε ότι δεν απεδείχθη αμέλεια εναντίον του εφεσίβλητου. Επειδή δε ακολουθήθηκε διαδικασία τριτοδιαδίκου σαν αποτέλεσμα της απόφασης του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατάληξε πως δεν υπήρχε ούτε θέμα συνεισφοράς από μέρους των τριτοδιαδίκων. Απορρίπτοντας την αγωγή το Δικαστήριο επεδίκασε μόνο το μισό ποσό των εξόδων υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντα, γιατί βρήκε ότι ο εφεσείων δικαιολογημένα κίνησε την αγωγή του μόνο εναντίον του εφεσίβλητου, εφόσον δεν γνώριζε για την ύπαρξη των τριτοδιαδίκων. Από τη στιγμή όμως που ενώθηκαν οι τριτοδιάδικοι ως διάδικοι στην αγωγή, είπε, ο εφεσείων έπρεπε να επανεξετάσει τον όλο τρόπο χειρισμού της υπόθεσης του. Αναφορικά με τους τριτοδιάδικους δεν εξέδωσε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα, γιατί θεώρησε την ενέργεια του εφεσείοντα να συνενώσει τους τριτοδιάδικους, δικαιολογημένη.

Το ποσό των αποζημιώσεων του εφεσείοντα συμφωνήθηκε από όλα τα μέρη ότι ανήρχετο στο ποσό των £1,350.- και παρέμεινε να εκδικασθεί το θέμα της ευθύνης.

Η έφεση στρέφεται ενάντια στο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος δεν υπήρξε αμελής. Η Ειδοποίηση έφεσης επιδόθηκε και στους τριτοδιάδικους σαν ενδιαφερόμενα μέρη, πλην όμως αυτοί επέλεξαν να μην εμφανισθούν.

Το ατύχημα συνέβη στην οδό Τσερίου στο Στρόβολο, το απόγευμα της 20.7.89. Ο εφεσίβλητος οδηγούσε το αυτοκίνητό του SJ266 και πήγαινε από τη λεωφόρο Στροβόλου μέσω της λεωφόρου Τσερίου προς τη Λακατάμεια. Όταν μπήκε στη λεωφόρο Τσερίου, που είναι μονόδρομος, οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας προς το κέντρο του δρόμου. Συνεχίζοντας αυτή την πορεία θα μπορούσε να συνεχίσει ευθεία κατά μήκος της λεωφόρου Τσερίου ή να πάρει τη δεξιά λωρίδα και να στρίψει δεξιά στην οδό Οδυσσέως. Η οδός Οδυσσέως επεκτείνεται και προς την αντίθετη κατεύθυνση και δημιουργεί διασταύρωση με τη λεωφόρο Τσερίου. Ενώ ο εφεσίβλητος προχωρούσε, εισήλθε από την αντίθετη κατεύθυνση της λεωφόρου Τσερίου, ενάντια στο μονόδρομο, το αυτοκίνητο GL342, οδηγούμενο από τον τριτοδιάδικο 1 και με συνεπιβάτη τον τριτοδιάδικο 2 και σταμάτησε δίπλα στο πεζοδρόμιο κατά μήκος της πορείας του εφεσίβλητου εξ αντιθέτου. Ο εφεσίβλητος συνέχισε κανονικά την πορεία του γιατί το αυτοκίνητο του τριτοδιάδικου 1 δεν εμπόδιζε την πορεία του. Όταν το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου πλησίασε στα 10 μέτρα το αυτοκίνητο του τριτοδιάδικου 1, ο τριτοδιάδικος 2 άνοιξε εντελώς την πόρτα του αυτοκινήτου του τριτοδιάδικου 1. Ο εφεσίβλητος είδε την κίνηση αυτή και αντέδρασε, προφανώς για να αποφύγει τη σύγκρουση με την ανοιχτή πόρτα, στρίβοντας δεξιά και πατώντας τα φρένα. Το αυτοκίνητο του διάνυσε κάποια απόσταση μέσα στη διασταύρωση και σταμάτησε στο μέσο του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, μέσα στη λεωφόρο Τσερίου. Ο εφεσείων εκείνη την ώρα ποδηλατούσε εξ αντιθέτου στη λεωφόρο Τσερίου και είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά στην οδό Οδυσσέως. Όταν έφθασε κοντά στη γωνία της λεωφόρου Τσερίου με την οδό Οδυσσέως, πήρε τη δεξιά λωρίδα της λεωφόρου Τσερίου, γιατί στην αριστερή ήταν σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο και το προσπέρασε από τα δεξιά. Ενώ επιχειρούσε να μπει στην οδό Οδυσσέως, ήρθε το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου από απέναντι, υπό τις συνθήκες που περιγράφησαν ανωτέρω και τον κτύπησε. Αυτά είναι τα πρωτογενή ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία δεν αμφισβητούνται.

Πέραν όμως των ευρημάτων αυτών, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανάλυσε τις νομικές αρχές και αναφέρθηκε στις αυθεντίες που διέπουν το θέμα (βλ., Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου (1991) 1 ΑΑΔ 1110, Παπαχριστοδούλου ν. Χατζηνεοφύτου (1991) 1 ΑΑΔ 426 και Adamis and Another v. Eracleous (1982) 1 CLR 746) και εξετάζοντας κατά πόσο ο εφεσίβλητος είχε οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα, κατάληξε ως ακολούθως στη σελ. 16 της απόφασης του:

"Κάτω από τις περιστάσεις που έγινε το ατύχημα δεν πιστεύω ότι μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη γι΄αυτό στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος οδηγούσε κανονικά στην πορεία του. Μπήκε μπροστά του το αυτοκίνητο του Τριτοδιαδίκου 1 που σταμάτησε μέσα στο μονόδρομο με φανερά παράνομο τρόπο. Αυτό έγινε όταν το αυτοκίνητο του Εναγομένου ήταν σε μια μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο του Τριτοδιαδίκου 1. Όταν το αυτοκίνητο του Εναγομένου κόντεψε ακόμα περισσότερο το αυτοκίνητο του Τριτοδιαδίκου 1, ο Τριτοδιάδικος 2, συνοδηγός του Τριτοδιαδίκου 1, άνοιξε εντελώς την πόρτα του. Ο Εναγόμενος τότε πάτησε φρένα και έστριψε προς τα δεξιά. Αν συγκριθεί η συμπεριφορά του αυτή με τη συμπεριφορά ενός λογικού οδηγού κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο Εναγόμενος έκαμε οτιδήποτε που κάποιος λογικός οδηγός δεν θα έκαμνε κάτω από παρόμοιες περιστάσεις. Το καθεστώς αγωνίας που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στο μυαλό του Εναγομένου ήταν τέτοιο, που η πρώτη του προτεραιότητα ήταν να αντιδράσει μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου για να αποφύγει τη σύγκρουση με την ανοικτή πόρτα. Αυτό το κατάφερε, αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να αποφύγει τον ποδηλάτη με τον οποίο συγκρούστηκε λίγο πιο πέρα. Δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον Εναγόμενο κάτω από αυτές τις συνθήκες."

Ο δικηγόρος του εφεσείοντα χαρακτήρισε τα ευρήματα του Δικαστηρίου ελλιπή, γιατί δεν ασχολήθηκε καθόλου με την εκδοχή του εφεσείοντα και παράλειψε να λάβει υπόψη του ότι δεν έπραξε τίποτε όταν αντελήφθη το GL342 να σταθμεύει εντός του μονόδρομου και δεν αντελήφθη την ύπαρξη άλλου σταθμευμένου οχήματος απέναντι στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Επίσης ανάφερε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι ο εφεσίβλητος συνέχισε κανονικά την πορεία του όταν αντελήφθη το GL342 και ότι μ΄αυτό τον τρόπο θα κατέληγε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ακόμα ήταν η εισήγηση του ότι η είσοδος και μόνο του αυτοκινήτου του τριτοδιαδίκου 1 στο μονόδρομο και πριν ακόμα ανοίξει η πόρτα, ήταν αρκετό για να λάβει ο εφεσίβλητος αποτρεπτικά μέτρα ελαττώνοντας την ταχύτητα του, προσέχοντας απέναντι του και έπρεπε να είχε αντιληφθεί το σταθμευμένο αυτοκίνητο απέναντι στα δεξιά του, αλλά δεν έπραξε τίποτε.

Ο κ. Κούσιος προέβη επίσης σε ισχυρισμούς περί αντιφάσεων από μέρους του εφεσίβλητου ως προς τα γεγονότα. Όμως τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προσβάλλονται και δεν υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενα γεγονότα ή εκδοχές. Τουναντίον οι εκδοχές του εφεσείοντα και του εφεσίβλητου έγιναν αποδεκτές. Επομένως ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει βάση.

Για το θέμα των εξόδων ισχυρίστηκε ότι η επιδίκαση κατά ½ εις βάρος του εφεσείοντος και υπέρ του εφεσίβλητου ήταν λάθος.

Ο δικηγόρος του εφεσίβλητου υποστήριξε ως ορθή την υπό κρίση απόφαση και ισχυρίστηκε ότι η γενεσιουργός αιτία για το δυστύχημα ήταν το άνοιγμα της πόρτας του αυτοκινήτου του τριτοδιαδίκου 1 και δεν υπήρξε οτιδήποτε για να δικαιολογηθεί απόδοση ευθύνης στον εφεσίβλητο. Υπήρξε μαρτυρία, είπε, για να δείξει ευθύνη στον τριτοδιάδικο 2, αλλά δεν μπορούσε το Δικαστήριο να την αποδώσει ενόψει του ευρήματος του ότι ο εφεσίβλητος-εναγόμενος δεν ήταν υπεύθυνος για το δυστύχημα.

Συμφωνούμε με την εισήγηση του κ. Δράκου ότι ο εφεσίβλητος δεν υπήρξε αμελής. Με βάση τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος δεν παράλειψε να πράξει τα δέοντα υπό τις περιστάσεις και δεν είναι ένοχος οποιασδήποτε παράλειψης. Η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν το άνοιγμα της πόρτας του αυτοκινήτου του τριτοδιαδίκου 1 από τον τριτοδιάδικο 2. Μέχρι τη στιγμή εκείνη ο εφεσίβλητος δεν είχε καθήκον να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα, γιατί το αυτοκίνητο εκείνο όπως εισήλθε στο μονόδρομο δεν τον εμπόδιζε να συνεχίσει την πορεία του. Μετά που δημιουργήθηκε η έκτακτη ανάγκη ο εφεσίβλητος πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα προς αποφυγή. Ο εφεσείων ερχόταν πίσω από το σταθμευμένο από απέναντι στην αντίθετη πλευρά αυτοκίνητο και δεν ήταν ορατός από τον εφεσίβλητο. Ενώ το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου τροχοπεδούσε, ο εφεσείων άλλαξε πορεία για να αποφύγει το έμπροσθεν του σταθμευμένο αυτοκίνητο και να εισέλθει στην οδό Οδυσσέως προς τα αριστερά του, οπότε και επήλθε η σύγκρουση.

Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή από κάθε άποψη, όπως ορθή είναι και η άσκηση της διακριτικής του εξουσίας ως προς τα έξοδα.

Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου.

Σαν αποτέλεσμα η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του εφεσείοντα.

Π.

Δ.

Δ.

/ΚΧ"Π


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο