ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(1999) 1 ΑΑΔ 1246

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Δ.

ΑΡ. ΑΙΤΗΣΗΣ 52/98.

Αναφορικά με το άρθρο 154.4 του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 9 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου 33 του 1964.

Αναφορικά με την αίτησιν των ΑΤLAS CORPO CYPRUS LTD., από τη Λευκωσία για έκδοση άδειας υποβολής αίτησης για έκδοση Προνομιακών Διαταγμάτων CERTIORARI και MANDAMUS.

KAI

Αναφορικά με τον Περί Ετήσιων Αδειών Μετ΄Απολαβών Νόμο 8/67 και τον Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμο 24/67 και τους Κανονισμούς Περί Διαιτητικού Δικαστηρίου του 1968.

ΚΑΙ

Αναφορικά με την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών η οποία εκδόθηκε από τον ΄Εντιμο Δικαστή κ. Κώστα Καμένο, στην αίτηση Αρ. 359/95.

---------------------------

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Ιουλίου 1998.

Για τους αιτητές: Χρ. Χ"Αναστασίου.

----------------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Στις 9 Ιουνίου 1995 οι αιτητές απέλυσαν τον εργοδοτούμενό τους Χ. Κωνσταντίνου και ο δεύτερος ζήτησε αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή του. ΄Ηταν η θέση του πως οι εργοδότες του ενήργησαν τιμωρητικά και εκδικητικά επειδή επέμενε, παρά τις αντιρρήσεις τους, να εγγραφεί σε Συντεχνία. Οι αιτητές υποστήριξαν πως ο τερματισμός της απασχόλησης του οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού. Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού που συμμετέσχε στη διαδικασία, αρνήθηκε το βάσιμο της επίκλησης λόγων πλεονασμού.

Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία που προσάχθηκε έκρινε πως η απόλυση ήταν παράνομη, και πάνω σε αυτή τη βάση, επεδίκασε αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτουμένου. Οι αιτητές υπέβαλαν αίτηση για σύνταξη υπομνήματος προς άσκηση έφεσης. Επεσύναψαν κατάλογο από 14 λόγους. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και με την παρούσα οι αιτητές ζητούν άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση εντάλματος certiorari για ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης και mandamus για σύνταξη υπομνήματος. Είναι η θέση τους πως όλα τα σημεία του καταλόγου ήταν νομικά και πως ήταν υποχρεωτική η παραπομπή τους στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Ο Χ. Κωνσταντίνου είχε προσληφθεί το 1971. ΄Ηταν πλέον ο αρχαιότερος από το προσωπικό της εταιρείας και κατείχε τη θέση του Διευθυντή του Τμήματος Βιομηχανίας. Μόλις ένα περίπου μήνα πριν από την απόλυσή του, στις 3.5.95, οι αιτητές τον ευχαρίστησαν γραπτώς για τις προσπάθειες και τη συνεισφορά του στα αποτέλεσματα της εταιρείας, και του πρόσφεραν μισθολογική αύξηση. Στις 9.6.95, χωρίς προειδοποίηση η προϊδεασμό, του γνωστοποιήθηκε η απόλυσή του. Το πρωΐ της ημέρας εκείνης είχε πραγματοποιηθεί συνάντηση στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Συμμετέσχαν ο Δ. Αγγελίδης, Περιφερειακός Γενικός Διευθυντής των αιτητών και ο Χρ. Χρίστου έμμισθος οργανωτικός της ΣΕΚ. Η μαρτυρία τους για τα διαμειφθέντα διίστατο.

Κατά τον Χρ. Χρίστου συζητήθηκε και το θέμα που προέκυπτε από την εμμονή του Χ. Κωνσταντίνου να είναι μέλος στη Συντεχνία τους και την επίμονη αντίδραση των αιτητών σ΄αυτή την εξέλιξη. ΄Εγινε τότε ξεκάθαρο από το μεσολαβητή του Υπουργείου πως ήταν συνταγματικό δικαίωμα κάθε εργοδοτουμένου να οργανώνεται σε Συντεχνία ενώ ο Δ. Αγγελίδης επέμενε πως δεν μπορούσαν να είναι μέλη Συντεχνίας διευθυντικά στελέχη της εταιρείας.

Κατά το Δ. Αγγελίδη δεν έγινε τότε τέτοια συζήτηση. Δεν συμμετείχαν σε συντεχνίες τα διευθυντικά στελέχη της εταιρείας, υπήρχε το θέμα της εγγραφής του Χ. Κωνσταντίνου στη ΣΕΚ αλλά δεν είχε καμιά σχέση με αυτά η απόλυσή του. Ούτε η ευχαριστήριος επιστολή προς τον εργοδοτούμενο σήμαινε τίποτε. ΄Ηταν τυπική και επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο. Η εταιρεία είναι θυγατρική της Atlaς Copco Σουηδίας, όπως και η ομώνυμη της στην Ελλάδα. Η απόλυση ήταν το αποτέλεσμα απόφασης της Κεντρικής Διεύθυνσης για αναδιοργάνωση της περιφέρειας Ελλάδας - Κύπρου με στόχο τη μείωση των λειτουργικών κόστων. Η αναδιοργάνωση είχε αρχίσει από παλιά και ήδη το 1992 και στις αρχές του 1995 είχαν απολυθεί ως πλεονάζοντες δυο διευθυντές. Τις θέσεις τους όπως και εκείνη του Χ. Κωνσταντίνου θα αναλάμβαναν διευθυντικά στελέχη που έδρευαν στην Ελλάδα. Δεν ενημέρωσαν προηγουμένως τον Χ. Κωνσταντίνου γιατί περίμεναν την τελική οδηγία απο την Στοκχόλμη. Η υπόθεση για τους αιτητές συμπληρώθηκε με τη μαρτυρία υπαλλήλου τους που αναφέρθηκε στα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας κατά τα τελευταία χρόνια. Κατέθεσε επίσης πως δεν είχε αντιληφθεί να έγιναν συσκέψεις με αντικείμενο την κατ΄ισχυρισμό κακή πορεία της εταιρείας. ΄Ηταν η λογίστρια της, δακτυλογραφούσε όλα τα εμπιστευτικά έγγραφα και αν είχαν ληφθεί οποιεσδήποτε σχετικές αποφάσεις θα το γνώριζε.

Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε τον Δ. Αγγελίδη ως εντελώς αναξιόπιστο μάρτυρα. ΄Οπως σημειώνει, είχε περιπέσει σε πολλές αντιφάσεις, και επιπρόσθετα, ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του συγκρούονταν με όσα κατέθεσε η λογίστρια της εταιρείας την οποία έκρινε αξιόπιστη. Αιτιολόγησε το πρωτόδικο δικαστήριο την κρίση του με αναφορά στις λεπτομέρειες της μαρτυρίας που προσάχθηκε και, επίσης, δέχθηκε πως την αλήθεια ως προς τα διαμειφθέντα κατά τη σύσκεψη στο Υπουργείο την είπε ο Χρ. Χρίστου. Επομένως κατέληξε πως η προβληθείσα αναδιάρθρωση "δεν αποτελεί την αλήθεια των πραγμάτων". Όπως έκρινε, ήταν ξεκάθαρη η προσπάθεια του Δ. Αγγελίδη να αποσυνδέσει το θέμα της εγγραφής του αιτητή στη Συντεχνία, κατά τη συνεδρία στο Υπουργείο, από την απόλυση που έγινε το απόγευμα της ίδιας μέρας. Σημείωσε συναφώς πως δεν μπορούσε να πιστέψει πως ενώ υπήρχε μακροχρόνιος σχεδιασμός που περιλάμβανε και την κατάργηση της θέσης του Χ. Κωνσταντίνου, τον άφησαν ανίδεο ως τη στιγμή της απόλυσής του. Αυτά, όπως έκρινε, ήταν μεταγενέστερες σκέψεις. Πρόσθεσε πως ακόμα και ο ισχυρισμός για κατάργηση της θέσης του Χ. Κωνσταντίνου για να αναλάβει τα καθήκοντά του διευθυντής που θα έδρευε στην Ελλάδα, ερχόταν σε αντίφαση προς άλλα σημεία της μαρτυρίας του Δ. Αγγελίδη σύμφωνα με τα οποία αρμοδιότητες που ασκούσε ο Χ. Κωνσταντίνου, μετά την απόλυσή του, ασκούσαν άλλοι συνάδελφοί του στην Κύπρο.

Στη βάση των διαπιστώσεων του ως προς τα γεγονότα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως η εταιρεία δεν είχε αποσείσει το βάρος της ένταξης της περίπτωσης στο άρθρο 18(γ)(ιιι) και (νιι) του περι Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν. 24/67) όπως τροποποιήθηκε. Η ακόμα στην παράγραφο (γ)(ι) του ίδιου άρθρου σε σχέση με "αναδιοργάνωση", την οποία παράγραφο δεν είχαν πάντως επικαλεστεί οι αιτητές. Ούτως ή άλλως χρειαζόταν κατάργηση τμήματος και δεν αποδείκνυε τέτοια κατάργηση ούτε η μαρτυρία που προσήγαγε η εταιρεία. Η δε οικονομική κατάσταση της εταιρείας, όπως την εξήγησε η λογίστριά τους, δεν έδειχνε "περιορισμό του όγκου της εργασίας". Το πρωτόδικο δικαστήριο προχώρησε ένα ακόμα βήμα. Και αν δεχόταν τη θέση της εταιρείας, ο τερματισμός θα ήταν εν πάση περιπτώσει, για λόγους στους οποίους αναφέρθηκε, καταχρηστικός και αυθαίρετος.

Παραθέτω τα 14 σημεία της εταιρείας.

"1. Το Δικαστήριο παρερμήνευσε τον Νόμο και ιδιαίτερα τι συνιστά πλεονασμό.

2. Είναι ορθή η προσέγγιση του Δικαστηρίου ότι η όλη αναδιοργάνωση που έγινε στην Καθ΄ης η Αίτησης Εταιρεία είναι αναληθής με μόνη προσπάθεια να αποσυνδεθεί το θέμα εγγραφής του Αιτητού σε Συντεχνία από την απόλυση, και συνεπώς η Καθ΄ης η Αίτηση Εταιρεία να μήν μπορεί να τερματίσει τις υπηρεσίες του λόγω πλεονασμού;

3. Είναι ορθή η προσέγγιση του Δικαστηρίου να απομονώσει μια παράγραφο του Τεκμηρίου 5 και μαζί με τα Τεκμήρια 6 και 13 να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε προγραμματισμός αναδιάρθρωσης ούτε πρόθεση τερματισμού ούτως ώστε η Καθ΄ης η Αίτηση να μην μπορεί να τερματίσει τις υπηρεσίες του Αιτητού λόγω πλεονασμού;

4. Είναι ορθή η προσέγγιση και ερμηνεία των κατατεθημένων ως Τεκμηρίων ισολογισμών από το Δικαστήριο και το εύρημα σε αντίθεση με αυτούς ότι η οικονομική εικόνα της Καθ΄ης η Αίτηση Εταιρείας ήταν διαφορετική ή "άλλη από αυτή που έγινε απόπειρα να παρουσιασθεί" και ότι ουσιαστικά είχε κέρδη αντί ζημιές ώστε να μήν ευσταθεί λόγος η Καθ΄ης η Αίτηση να τερματίσει τις υπηρεσίες του Αιτητού λόγω οικονομικών προβλημάτων ή μειώσεις του όγκου εργασιών της;

5. Είναι ορθή η θέση και/ή η προσέγγιση του Δικαστηρίου ότι έπρεπε στην επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 6, να αναγράφονται επί λέξει τί προβλέπει ο Νόμος και να είχε αναγραφεί ότι η Εταιρεία είχε οικονομικά προβλήματα και ότι καταργείται το Τμήμα στο οποίο εργάζετο και όχι μόνο ότι καταργείται η θέση του λόγω αναδιοργάνωσης; Περαιτέρω είναι ορθή η προσέγγιση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε κατάργηση Τμήματος λόγω αναδιοργάνωσης και/ή λόγω οικονομικών προβλημάτων επειδή η Μάρτυς 2 της Καθ/΄ης η Αίτηση Εταιρείας δεν το εγνώριζε;

6. Είναι ορθή η προσέγγιση του Δικαστηρίου και το εύρημα του να δέχεται την αναδιοργάνωση της Καθ΄ης η Αίτησης μόνο όσο αφορά άλλα Τμήματα και όχι το Τμήμα του Αιτητού και ότι έληξε με την απόλυση του Οικονομικού Διευθυντού ενώ υπάρχει αναντίλεκτη μαρτυρία ότι μόλις πριν την απόλυση του Αιτητού απελύθει και άλλο πρόσωπο λόγω της αναδιοργάνωσης με αποτέλεσμα η Εταιρεία να έχει δικαίωμα να τερματίζει υπηρεσίες ορισμένων υπαλλήλων της λόγω πλεονασμού λόγω αναδιοργάνωσης και άλλων να στερείται του δικαιώματος αυτού;

7. Είναι ορθή η θέση και το εύρημα του Δικαστηρίου ότι και αν ακόμα εδέχετο την αναδιοργάνωση η Καθ΄ης η αίτηση δεν εδικαιούτο να τερματίσει τις υπηρεσίες του Αιτητού λόγω πλεονασμού και η ενέργεια της αυτή ήταν άκρως καταχρηστική και αυθαίρετη επειδή δεν είχε προειδοποιήσει τον Αιτητή;

8. Είναι ορθή η θέση ή το εύρημα του Δικαστηρίου ότι επειδή μέρος των καθηκόντων του Αιτητή ανατέθηκαν σε άλλο πρόσωπο υπάλληλο της Καθ΄ης η Αίτησης είτε μέρος των καθηκόντων του ανατέθει σε άλλο πρόσωπο στην Κύπρο και μέρος στον Marketing Manager της Ελλάδος είναι απόδειξη ότι δεν έχει καταργηθεί το Τμήμα του Αιτητού;

9. Είναι ορθή η προσέγγιση του Δικαστηρίου να αποφασίζει αν είναι σωστά τα μέτρα που έλαβε η Καθ΄ης η Αίτηση για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά της προβλήματα και αν δεν συμφωνεί με αυτά να αποφασίζει ότι δεν θεωρούνται σοβαροί λόγοι πλεονασμού;

10. Είναι ορθή η θέση του Δικαστηρίου και το εύρημα του ενόψη και των ανωτέρω ότι οι λόγοι απόλυσης που προτάθηκαν από την Καθ΄ης η Αίτηση είναι προϊόν μεταγενέστερων σκέψεων και προσπάθεια υποστήριξης της υπόθεσης της με αποτέλεσμα να στερείται των δικαιωμάτων της βάσει του Νόμου;

11. Είναι ορθή η θέση του δικαστηρίου αλλού να δέχεται αναδιοργάνωση και αλλού όχι;

12. Είναι ορθή η θέση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του Αιτητού καθώς και οποιουδήποτε υπαλλήλου Εταιρείας εγγεγραμμένης στην Κύπρο αλλά θυγατρικής αλλοδαπής Εταιρείας είναι καταχρηστικώς και παντελώς απαράδεκτος επειδή η Απόφαση ελήφθει στα Γραφεία της Μητρικής Εταιρείας και ανακοινώθει τηλεφωνικά στον Διευθυντή της θυγατρικής, ο οποίος την εκτέλεσε;

13. Είναι ορθό το εύρημα του Δικαστηρίου ότι όλα όσα ανέφερε η Καθ΄ης η Αίτηση περί Αναδιοργανώσεως, Καταργήσεως Τμημάτων και θέσεων, πλεονασμού υπαλλήλων και Διευθυντών άλλων Τμημάτων είναι προσχηματικές δικαιολογίες για την απόλυση του Αιτητή για εκδικητικούς λόγους;

14. Τελικά είναι ορθή η προσέγγιση του Νόμου απο μέρους του Δικαστηρίου και η εφαρμογή του στην παρούσα υποθεση και είναι ορθή η αντιμετώπιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Καθ΄ης η Αίτησης;"

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με αναφορά, ως προς την έννοια του "νομικού σημείου", στις υποθέσεις Re HadjiCostas (1984) 1 C.L.R. 513, 519, Stylianides v. Paschalides (1985) 1 CLR 49, Κυριακίδης (1992) 1 ΑΑΔ σελ. 26 και Φάνης Ελευθερίου, Αίτηση αρ. 58/96 - 7.5.96. Η αιτιολόγηση της απόφασης ήταν εκτεταμένη αλλά το πιο κάτω απόσπασμα συνοψίζει την κρίση του.

"Εχοντας υπ΄όψη την πιο πάνω νομολογία και τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει θέσει, κρίνουμε ότι όλοι οι λόγοι που προβλήθηκαν από τους Καθ΄ων η αίτηση, δεν αποκαλύπτουν αμιγή νομικά σημεία. ΄Αλλοι είναι γενικού και αφηρημένου χαρακτήρα (λόγοι 1, 11 και 14), άλλοι είναι ασαφείς και αόριστοι (λόγοι 9, 10, 12 και 13) και άλλοι είναι συρραφή επί μέρους ευρημάτων του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων, που ούτως ή άλλως δεν διατυπώνονται ξεκάθαρα (λόγοι 2, 3, 4, 5, 6, 7, και 8), με αποτέλεσμα σε κανένα λόγο να μήν εντοπίζεται το στίγμα του νομικού ερωτήματος".

Είναι ορθή η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η αναφορά του σε "στίγμα του νομικού ερωτήματος" παραπέμπει ιδιαιτέρως στην απόφαση του δικαστή Νικήτα στην υπόθεση Φάνης Ελευθερίου (ανωτέρω) στην οποία λόγοι, φαινομενικά νομικής φύσης, δεν θεωρήθηκαν ότι συνιστούσαν νομικά σημεία επιδεκτικά παραπομπής. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση, με την οποία συμφωνώ, είναι σημαντικό. Ο τρόπος βέβαια διατύπωσης των σημείων στις δυο υποθέσεις και το περιεχόμενό τους διαφέρει. Το πρόβλημα όμως που προκύπτει είναι ουσιαστικά το ίδιο.

"Φαινομενικά οι λόγοι εδώ είναι νομικής φύσεως. Ιδιαίτερα εφόσον ρητά αναφέρεται ότι επιζητείται η διαλεύκανση της ερμηνείας νομοθετικών διατάξεων. Και μπαίνει θέμα δεκτικότητας μαρτυριών ή διάστασης τους από τη δικογραφία. Το ζήτημα με έχει προβληματίσει. Παρατηρώ εντούτοις ότι η αιτήτρια δεν εκθέτει κανένα από τους λόγους αυτούς κατά τρόπον που προκύπτει ότι έχουμε μπροστά μας αμιγή νομικά προβλήματα, που πρέπει να τύχουν εξέτασης από το Εφετείο. Και δεν πρόκειται απλώς για περίπτωση έμμεσου τρόπου αμφισβήτησης και αναθεώρησης των πραγματικών περιστάσεων, όπως διαπιστώθηκαν από το δικάσαν δικαστήριο.

Ανεξάρτητα από τους χειρισμούς και την αντιμετώπιση των θεμάτων από την πρωτόδικη απόφαση έχω την άποψη ότι πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ορατό, από τη διατύπωση των λόγων, το στίγμα του νομικού ερωτήματος. Με άλλα λόγια η αίτηση πρέπει να περιέχει τα ερείσματα που το δημιουργούν. Δε χωρεί εικοτολογία από το δικαστήριο. ΄Ετσι μόνο υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, συμμόρφωση με το δικονομικό κανόνα 17(1) ότι ο ενδιαφερόμενος διάδικος πρέπει "να υποβάλη έγγραφον αίτησιν τω Πρωτοκολλητή εκθέτων άμα και τα νομικά σημεία εφ΄ων στηρίζει την έφεσιν του." Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να υπερφαλαγγισθεί ο σκοπός του νομοθέτη να επιτρέψει την έφεση μόνο για κατ΄εξοχήν νομικά θέματα.

΄Ολοι οι λόγοι έφεσης, που πρόβαλε η αιτήτρια στην αίτησή της (τεκμ 1), είναι υπεργενικευμένοι και αόριστοι σε βαθμό που είναι αδύνατο για το δικαστήριο να διαπιστώσει την πραγματική υφή των προβλημάτων. ΄Η/και κατά πόσον είναι απαραίτητοι για την επίλυση της υπόθεσης: βλέπε Στυλιανίδης ν. Πασχαλίδου (1985) 1 ΑΑΔ 49."

Θα παρατηρούσα και τα ακόλουθα: Η αντίληψη της εταιρείας για απομόνωση μαρτυρικού υλικού (βλ. σημείο 3) στερείται πραγματικού υπόβαθρου. Δεν έγινε τέτοια απομόνωση. Η αναφορά στην οικονομική εικόνα της εταιρείας (βλ. σημείο 4) παραγνωρίζει πως δεν ήταν αυτή καθ΄εαυτήν η ύπαρξη κερδών ή ζημιών που οδήγησε στην απόφαση. Εδώ για σειρά άλλων λόγων είχε εκλείψει το θεμέλιο της θέσης της εταιρείας η οποία, με την απόρριψη ως αναξιόπιστης της μαρτυρίας του Δ. Αγγελίδη, παρέμενε μετέωρη. Η αντίληψη πως το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι έπρεπε η επιστολή τερματισμού να αναγράφει επί λέξει τί προβλέπει ο Νόμος κλπ (βλ. σημείο 5) δεν βρίσκει αντίκρυσμα στην πρωτόδικη απόφαση. Πράγμα το οποίο επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο. Τα περί την κρίση του πρωτόδικου δικαστήριου πως ο τερματισμός θα ήταν εν πάση περιπτώσει καταχρηστικός και αυθαίρετος (βλ. σημεία 7 και 12) αναφέρονται σε διαζευκτική θεώρηση του θέματος. Θα είχαν θέση μόνο αν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης προσβολής της βασικής κρίσης. Τα περί την κατάργηση της θέσης ή του τμήματος του εργοδοτουμένου, (βλ. σημείο 8) αναφέρονται σε ζήτημα ανύπαρκτο, σε τελική ανάλυση. Οι ισχυρισμοί του Δ. Αγγελίδη απορρίφθηκαν ως "προσχηματικές δικαιολογίες". Το γεγονός της ανάθεσης καθηκόντων του εργοτοδοτουμένου σε άλλους στην Κύπρο αποτέλεσε ένα από τους λόγους της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του Δ. Αγγελίδη.

Δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση πως συγκεκριμενοποιήθηκαν νομικά σημεία τα οποία το πρωτόδικο δικαστήριο ώφειλε να παραπέμψει. Η αίτηση απορρίπτεται.

Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ

/ΜΣι.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο