|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(1998) 1 ΑΑΔ 2025
2 Nοεμβρίου, 1998
[NIKOΛAOY, Δ/στής]
ANAΦOPIKA ME THN AITHΣH TOY KΛEONTA ΠANTEΛIΔH ΓIA XOPHΓHΣH AΔEIAΣ KATAXΩPHΣHΣ AITHΣHΣ ΓIA EKΔOΣH ΔIATAΓMATOΣ PROHIBITION
KAI
ANAΦOPIKA ME THN AΠOΦAΣH ΠOY ΘA ΔOΘEI ΣTIΣ 2.11.98 AΠO TO EΠAPXIAKO ΔIKAΣTHPIO ΣTH ΛEYKΩΣIA ΣTHN ΠOINIKH YΠOΘEΣH ME APIΘMO 10504/98 METAΞY TOY ΦOPOY ΠPOΣTIΘEMENHΣ AΞIAΣ
KAI KΛEONTA ΠANTEΛIΔH.
(Αίτηση Αρ. 105/98)
Προνομιακά εντάλματα — Prohibition — Αίτηση για χορήγηση άδειας καταχώρησης αίτησης για έκδοση εντάλματος Prohibition, με σκοπό την ανακοπή ποινικής υπόθεσης που ήταν ορισμένη για επιβολή ποινής, για αδικήματα διαπραχθέντα δυνάμει του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990 (Ν. 246/90) όπως τροποποιήθηκε, για έλλειψη δικαιοδοσίας — Κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας.
Δικαιοδοσία Δικαστηρίου — Ποινικά Δικαστήρια — Δεν έχουν δικαιοδοσία να διερευνήσουν τη νομιμότητα διοικητικής πράξης.
Συνταγματικό Δίκαιο — Θέματα συνταγματικότητας σχετικά με την πληρωμή ποσών που προκύπτουν ως επιβαρύνσεις ή άλλως, δυνάμει του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990 (Ν. 246/90) — Κατά πόσο μπορούν να εξεταστούν στην ποινική δίκη.
Ο αιτητής, κρίθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε κατηγορίες για αδικήματα αναφορικά με τη μη πληρωμή ποσών που προέκυπταν ως επιβαρύνσεις ή άλλως, δυνάμει του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990 (Ν. 246/90) όπως τροποποιήθηκε. Ζήτησε άδεια για καταχώρηση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Prohibition, με σκοπό την ανακοπή της ποινικής υπόθεσης που ήταν ορισμένη για επιβολή ποινής. Ισχυρίσθηκε ότι οι διατάξεις επί των οποίων βασίστηκαν οι κατηγορίες είναι "καταστρεπτικής και/ή απαγορευτικής φύσεως", αφού απέληξαν σε οφειλή η οποία είναι, λόγω του ύψους της ανερχομένου σε £24.936,55, δυσανάλογη προς τις οικονομικές του δυνατότητες και ως εκ τούτου αντίκεινται στο Σύνταγμα. Η τελική του θέση ήταν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης για να επιβάλει ποινή.
Αποφασίστηκε ότι:
Ακόμα και αν το ζήτημα συνταγματικότητας ετίθετο στο Επαρχιακό Δικαστήριο και εξεταζόταν, η σημασία της κρίσης του Δικαστηρίου θα ήταν συναρτημένη με τις εγγενείς ανάγκες της περίπτωσης, δηλαδή με τη στοιχειοθέτηση ή όχι των κατηγοριών, χωρίς καμιά αντανάκλαση στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος για τη μη συνέχιση της προδιαγεγραμμένης δικονομικής πορείας της υπόθεσης.
Η αίτηση απορρίπτεται.
Aναφερόμενες υποθέσεις:
Ηλία v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου (1994) 2 Α.Α.Δ. 137,
Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων v. Γεωργιάδη (1988) 2 C.L.R. 74,
Γεωργιάδης v. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1986) 2 C.L.R. 211.
Aίτηση.
Aίτηση με την οποία ο αιτητής ζητά άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος (prohibition) με σκοπό την ανακοπή της ποινικής υπόθεσης με αρ. 10504/98 που είναι ορισμένη για επιβολή ποινής στο Eπαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
Ξ. Ξενόπουλος, για τον Aιτητή.
Cur. adv. vult.
NIKOΛAOY, Δ.: O αιτητής ζητά άδεια για καταχώρηση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος απαγόρευσης (prohibition) το οποίο να απευθύνεται στο Eπαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με σκοπό την ανακοπή της ποινικής υπόθεσης 10504/98 που είναι ορισμένη για επιβολή ποινής. Aς σημειωθεί, ότι το Δικαστήριο τον είχε βρει ένοχο σε κατηγορίες για αδικήματα αναφορικά με τη μη πληρωμή ποσών που προέκυπταν ως επιβαρύνσεις ή άλλως, δυνάμει του περί Φόρου Προστιθέμενης Aξίας Nόμου του 1990 (N. 246/90 όπως τροποποιήθηκε.
Προβάλλεται εδώ με γενικότητα ότι οι διατάξεις επί των οποίων βασίστηκαν οι κατηγορίες είναι "καταστρεπτικής και/ή απαγορευτικής φύσεως", αφού απέληξαν σε οφειλή η οποία είναι, λόγω του ύψους της ανερχομένου σε £24.936,55, δυσανάλογη προς τις οικονομικές δυνατότητες του αιτητή να ανταποκριθεί και ως εκ τούτου αντίκεινται στο Σύνταγμα. Mε αυτή τη θεώρηση περί αντισυνταγματικότητας, την οποία ο αιτητής χαρακτηρίζει ως εμφανή νομική πλάνη, διατυπώνεται η τελική θέση ότι το Eπαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί πλέον της υπόθεσης για να επιβάλει ποινή.
Kείμενο της απόφασης του Eπαρχιακού Δικαστηρίου δεν έχει προσκομιστεί. Kαι δεν κατέστη γνωστό αν τέθηκε κατά τη δίκη ζήτημα συνταγματικότητας. Tο κατά πόσο θα μπορούσε να είχε τεθεί δεν παρίσταται ανάγκη να το εξετάσω. Σημειώνω ωστόσο τα εξής σχετικά με την εν λόγω πτυχή. Πρώτο ότι, καθώς υπέδειξε το Eφετείο στην Hλία ν. Συμβουλίου Bελτιώσεως Ξυλοφάγου (1994) 2 A.A.Δ. 137, όπου η κατηγορία έχει ως βάθρο εκτελεστή διοικητική απόφαση, η νομιμότητα τέτοιας απόφασης δεν μπορεί να ελεγχθεί παρά μόνο στην Aναθεωρητική Δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Kαι, δεύτερο, ότι στις υποθέσεις Διευθυντή Yπηρεσιών Kοινωνικών Aσφαλίσεων ν. Γεωργιάδη (1988) 2 A.A.Δ. 74 και Γεωργιάδης ν. Διευθυντού Yπηρεσιών Kοινωνικών Aσφαλίσεων (1986) 2 C.L.R. 211, το Eφετείο θεώρησε ότι ζητήματα συνταγματικότητας σχετικά με την επιβολή πρόσθετων τελών λόγω παράλειψης πληρωμής κοινωνικών ασφαλίσεων - με βάση νομοθετικό πλαίσιο όχι ανόμοιο με εκείνο που εδώ ενδιαφέρει - μπορούσαν να εξεταστούν στην ποινική δίκη, παρόλον που, καθώς μου φαίνεται, και εκεί προϋπήρχαν, ως βάθρο των κατηγοριών, εκτελεστές διοικητικές αποφάσεις.
Πάντως, ακόμα και αν το ζήτημα συνταγματικότητας ετίθετο στο Eπαρχιακό Δικαστήριο και εξεταζόταν, η σημασία της κρίσης του Δικαστηρίου θα ήταν συναρτημένη με τις εγγενείς ανάγκες της περίπτωσης, δηλαδή με τη στοιχειοθέτηση ή όχι των κατηγοριών, χωρίς καμιά αντανάκλαση στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Oύτε και μπορεί να γίνεται εδώ λόγος για νομικό σφάλμα εμφανές στο πρακτικό. Θα προσφερόταν - εάν το ζήτημα επιδεχόταν εξέτασης στο Eπαρχιακό Δικαστήριο - μόνο η δυνατότητα έφεσης κατά της ορθότητας της κρίσης του.
H υπό αναφορά ποινική υπόθεση παραμένει λοιπόν νόμιμα ενταγμένη στη δικαιοδοσία του Eπαρχιακού Δικαστηρίου την οποία καθορίζει ο περί Δικαστηρίων Nόμος του 1960 (N. 14/60 όπως τροποποιήθηκε) και δεν συντρέχει λόγος για μη συνέχιση της προδιαγεγραμμένης δικονομικής πορείας της.
H αίτηση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται.
H αίτηση απορρίπτεται.