ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(1999) 1 ΑΑΔ 980

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 43/99.

ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΚΑΛΛΗ, Δ.

Αναφορικά με το άρθρο 155.4 του Συντάγματος της Κυπριακής

Δημοκρατίας και τα άρθρα 3 & 9 του Περί Απονομής της

Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου 1964.

ΚΑΙ

Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Χρίστου Χριστοφόρου, 2. Τάσου

Χριστοφόρου, 3. Σταυρούλας Χριστοφόρου, 4. Ανδρούλλας

Χριστοφόρου και 5. Ιωάννη Ζαντή, για άδεια να καταχωρήσουν

αίτηση για έκδοση εντάλματος της φύσεως CERTIORARI

ΚΑΙ

Αναφορικά με την απόφαση της Διαιτησίας ημερ. 20.3.97

και ακολούθως με το διάταγμα/απόφαση του Επαρχιακού

Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 29.9.97 που εκδόθηκε στη μονομερή

πρωτογενή αίτηση υπ΄ αρ. 713/97, ημερ. 17.9.97, μεταξύ:

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου

και

1. Χρίστου Χριστοφόρου,

2. Τάσου Χριστοφόρου,

3. Σταυρούλας Χριστοφόρου,

4. Ανδρούλλας Χριστοφόρου,

5. Ιωάννη Ζαντή,

6. Χαράλαμπου Λοΐζου,

________________

25 Ιουνίου, 1999.

Για του αιτητές: Χρ. Λειβαδιώτου (κα.).

Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Δεν εμφανίσθηκαν.

_________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν τις πιο κάτω θεραπείες:

"(1) ΄Οπως εκδοθεί ΄Ενταλμα Σερτιοράρι (CERTIORARI) και όπως προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και εξαλειφθεί η εκδοθείσα απόφαση/διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ημερ. 29.9.97 στην υπ΄ αρ. 713/97 Πρωτογενή Αίτηση, υπό της Εντίμου

Δικαστού κ. ΄Εφης Παπαδοπούλου, δυνάμει της οποίας έχει καταχωρηθεί

και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου

Λευκωσίας με έξοδα, η εκδοθείσα την 20.03.97 δυνάμει διαιτησίας

απόφαση, στην οποία καταδικάστηκαν οι Αιτητές (Καθ΄ ων οι αιτητές

1-5) να πληρώσουν προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ακακίου

(Αιτήτρια) το ποσό των £44.354,02 με τόκο 9% από 20.3.97 μέχρι

εξοφλήσεως, πλέον £30.- έξοδα διαιτησίας.

(2) ΄Οπως εκδοθεί ΄Ενταλμα Σερτιοράρι (CERTIORARI) και όπως

προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και εξαλειφθεί η

εκδοθείσα υπό του Διαιτητού κ. Λεωνίδα Λεωνίδου απόφαση

(Διαιτησίας) ημερ. 20.3.97, δυνάμει της οποίας αποφασίστηκε όπως

οι πιο πάνω Αιτητές πληρώσουν αλληλεγγύως το γραμμάτιο με

αρ. 0720-0 για £44.354,02 πλέον τόκους 9% ετησίως από 20.3.97

μέχρι εξοφλήσεως.

(3) ΄Οπως δοθεί αναστολή εκτελέσεως πάσης διαδικασίας στην υπ΄ αρ.

713/97 Αίτηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μέχρι πλήρους

εκδικάσεως και εκδόσεως τελικής αποφάσεως στην αίτηση των

Αιτητών για έκδοση διατάγματος Certiorari."

Η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 15.6.99 και επιδόθηκε στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ακακίου και στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την πιο πάνω ημερομηνία και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε στην απουσία τους.

Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σχετίζονται με την αίτηση έχουν ως πιο κάτω:

Η διαιτητική απόφαση, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, εκδόθηκε στις 20.3.97 δυνάμει του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν 22/85). Στις 29.9.97 Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε "όπως η διαιτητική απόφαση ημερ. 20.3.97 καταχωρηθεί και εγγραφεί εις το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας".

Οι αιτητές έλαβαν γνώση της διαιτητικής απόφασης κατά τον Σεπτέμβριο του 1998 μετά που η καθ΄ ης η αίτηση Σ.Π.Ε. Ακακίου καταχώρισε αίτηση για είσπραξη του ποσού της διαιτητικής απόφασης με μηνιαίες δόσεις. Ακολούθησαν διάφορα διαβήματα των αιτητών με τα οποία ζήτησαν εξηγήσεις από την καθ΄ ης η αίτηση "για το αξιούμενο ποσό και αναφερόμενο γραμμάτιο επειδή οι ίδιοι αρνούνταν και/ή αγνοούσαν ότι όφειλαν τέτοιο ποσό". Η αίτηση για χορήγηση άδειας για την καταχώριση της παρούσας αίτησης καταχωρήθηκε στις 22.4.99. Η άδεια χορηγήθηκε στις 27.4.99.

Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση οι αιτητές ισχυρίσθηκαν ότι η καθ΄ ης η αίτηση, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ακακίου, ουδέποτε τους γνωστοποίησε την διαιτητική απόφαση "για να αρχίσει η περίοδος

προθεσμίας για άσκηση έφεσης". Επομένως ουδέποτε "επήλθε τελεσιδικία" στην απόφαση αυτή κατά τον χρόνο της καταχώρισης της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης.

Η σχετική για την άσκηση έφεσης πρόνοια βρίσκεται στο άρθρο 52(4) του Νόμου 22/85 το οποίο προβλέπει:

"(4) Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως."

Τυγχάνει εξεταστέο κατά πόσο η διαιτητική απόφαση ελέγχεται με ένταλμα Certiorari. Η απάντηση είναι καταφατική (Βλ. Papayiannisv. Registrar of Co-Operative Credit Societies (1965) 1 C.L.R. 263, 271, Tourabis v. Pelides (1967) 1 C.L.R. 5 και Καβαλλάρη (1990) 1 Α.Α.Δ. 1147).

Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 52(4) οι αιτητές είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Δεν έχουν ασκήσει έφεση γιατί δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τους αιτητές, η καθ΄ ης η αίτηση, προχώρησε στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης χωρίς να είχε δώσει την ευκαιρία στους αιτητές να λάβουν τα υπό του νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της εγκυρότητας ή νομιμότητας της. Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης απαιτούν όπως στα μέρη μιας διαδικασίας παρέχεται πλήρης ευκαιρία να ακουστούν. Εμπεριέχουν την υποχρέωση ακριβοδίκαιης δράσης από τα σώματα που λαμβάνουν αποφάσεις (R. v. Home Secretary ex. p. Santillo (1981) Q.B. 778). Εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια απόφαση επηρεάζει τα δικαιώματα ενός διαδίκου (Ridge v. Baldwin (1964) A.C. 40). Στην κρινόμενη περίπτωση ο ισχυρισμός των αιτητών ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουν τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της διαιτητικής απόφασης έχει παραμείνει αδιαμφισβήτητος. Προκύπτει, επομένως, ότι οι αιτητές δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. Αγνοούσαν μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας η οποία τους αφορούσε και επηρέαζε τα νόμιμα δικαιώματα τους. Τέτοια άγνοια, καθώς έχει νομολογηθεί, συνιστά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (Fleet Mortgage v. Lower Maisonette (1972) 1 W.L.R. 765 και Natural Justice by Paul Jackson, Second ed., σελ. 60). Η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή και η διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης αποτελούν δύο άρρηκτα συνδεδεμένες και αλληλένδετες διαδικασίες. Οποιαδήποτε πλημμέλεια η οποία σημειώνεται στην πορεία της διαδικασίας, η οποία οδηγεί στην εγγραφή της απόφασης, επηρεάζει τη νομιμότητα τόσο της διαιτητικής απόφασης όσο και της απόφασης του δικαστηρίου για εγγραφή της.

Δεν έχει σημασία το κατά πόσο για την ισχυριζόμενη πλημμέλεια δυνατόν να μην ευθύνεται ο διαιτητής ή το δικαστήριο. ΄Εχει νομολογηθεί ότι χωρεί ένταλμα Certiorari ακόμη και στην περίπτωση που η πλημμέλεια οφείλεται σε ένα από τα μέρη της διαδικασίας - εδώ στην καθ΄ ης η αίτηση (R. v. Leyland Magistrates, ex.p. Hawthorn (1979) 1 All E.R. 209, 210, 211).

Η παράλειψη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης στους αιτητές συνιστά, όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Τέτοια παράβαση, καθώς έχει νομολογηθεί, αποτελεί καλό λόγο για την χορήγηση των επίδικων θεραπειών (Βλ. Tourabis, πιο πάνω και Ridge, πιο πάνω). Ακολουθεί πως η αίτηση πρέπει να πετύχει.

Εκδίδεται διάταγμα ως οι παραγ. 1 και 2 της αίτησης με έξοδα. Η παραγ. 3 της αίτησης απορρίπεται. Φαίνεται ότι έχει περιληφθεί λόγω παραδρομής.

Π. ΚΑΛΛΗΣ,

Δ.

/ΕΑΠ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο