ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2002) 1 ΑΑΔ 1411

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 10985

ΕΝΩΠΙΟΝ: ΝΙΚΗΤΑ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ, Χ"ΧΑΜΠΗ, ΔΔ.

Μεταξύ -

Κωνσταντίνου Λαουτάρη από το Δάλι

Εφεσείοντα/Ενάγοντα

- και -

1. Παγκύπριου Οδοντιατρικού Συλλόγου

διά του Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων

2. Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων

3. Παγκύπριου Οδοντιατρικού Συλλόγου

Εφεσιβλήτων/Εναγομένων

----------------------

Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου, 2002

Για τον εφεσείοντα: Θ. Σπανού (κα) για Λ. Κληρίδη

Για τους εφεσίβλητους: Μ. Κυριακίδης

------------------------

Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει

ο δικαστής Σ. Νικήτας

-------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΣΟΛΩΝ ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ: O εφεσείων είναι οδοντίατρος. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Οδοντιατρικού Συλλόγου (οι εφεσίβλητοι) τον βρήκε ένοχο στις 11/12/92 σε αριθμό πειθαρχικών κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Και του στέρησε για τρεις εβδομάδες (από 1/3/92 μέχρι 21/3/92) την άδεια άσκησης του επαγγέλματος του. Συγχρόνως τον καταδίκασε στην πληρωμή των εξόδων της πειθαρχικής διαδικασίας, που ανήλθαν σε £714.

Η πειθαρχική αυτή απόφαση αμφισβητήθηκε με την προσφυγή του εφεσείοντα αρ. 261/92. Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (με τη συγκατάθεση φαίνεται και των εφεσιβλήτων) την ακύρωσε. Η επιτυχία της προσφυγής οδήγησε στην κατάθεση της αγωγής αρ. 10782/92 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία ο εφεσείων διεκδίκησε από τους εφεσίβλητους αποζημιώσεις. Ας σημειωθεί ότι εναντίον των τελευταίων κινήθηκε στο ίδιο δικαστήριο και η αγωγή με αρ. 10781/92 από άλλο ενάγοντα. Η τελευταία εκδικάστηκε πρώτα. Και απορρίφθηκε.

Η νεώτερη αγωγή, που μας αφορά, ορίστηκε στη συνέχεια για ακρόαση από τον ίδιο δικαστή στις 2/10/00. Μερικές όμως ημέρες πριν από την ακρόαση ο εφεσείων, με γραπτή του αίτηση, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης μέχρις ότου γνωσθεί το αποτέλεσμα της έφεσης που στο μεταξύ άσκησε ο ενάγων κατά της απορριπτικής απόφασης στην αγωγή αρ. 10781/92. Υποβλήθηκε συνάμα και αίτημα εξαίρεσης του δικαστή λόγω της ομοιότητας της υπόθεσης (κοινά νομικά σημεία) με εκείνη την οποία απέρριψε. Προβλήθηκε επίσης ως λόγος αναβολής, χλιαρά όμως, ότι ο δικηγόρος που χειριζόταν προσωπικά την υπόθεση κ. Λ. Κληρίδης ασθενούσε. Εν τέλει όμως η κα Σπανού, αφού συνεννοήθηκε μαζί του, ουσιαστικά δεν επέμεινε στο λόγο αυτό.

Ο πρωτόδικος δικαστής συμφώνησε ότι ενδεχομένως θα μπορούσε να εγερθούν τα ίδια νομικά θέματα και στην περίπτωση αυτή. Όμως, αφού, όπως σημειώνει, δεν υπήρξε ισχυρισμός και για ταυτοσημία των γεγονότων, πράγμα που θα προδίκαζε την τύχη της νεώτερης αγωγής, έκρινε πως δεν υπήρχε κώλυμα να την δικάσει. Περαιτέρω, δε θεώρησε ότι η εκκρεμής έφεση στην άλλη αγωγή συνιστούσε έγκυρο λόγο αναβολής. Και απέρριψε το σχετικό αίτημα, παρέχοντας την ευχέρεια στον ενάγοντα να αρχίσει την υπόθεση του. Η κα Σπανού δήλωσε αδυναμία να ανταποκριθεί, ενώ ο αντίδικος της ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Ο πρωτόδικος δικαστής με απόφαση του, που έδωσε την επομένη, αφού αξιολόγησε το υλικό του φακέλου (τη δικογραφία) και αναφέρθηκε στις υποθέσεις Frangoulides v. The Republic (1982)1 C.L.R. 462, Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα (1992) 1 Α.Α.Δ. 697 και Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδης (1993) 1 Α.Α.Δ. 420, ως προς τις προϋποθέσεις γένεσης δικαιώματος αποζημίωσης από ακυρωτική απόφαση, απέρριψε την αγωγή με έξοδα.

Αμφισβητείται, με τους τρεις λόγους έφεσης, η ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου δικαστή να μη δεχθεί την αίτηση αναβολής και μετά να προχωρήσει να απορρίψει την αγωγή, ακολουθώντας τη διαδικασία που έχουμε περιγράψει. Το πρώτο παράπονο είναι πως δεν ήταν "ορθό και δίκαιο" να μην εγκριθεί η αναβολή μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου, αφού υπήρχε ολοκληρωτική ταύτιση γεγονότων και νομικών ζητημάτων και δοθέντος ότι ο δικηγόρος του εφεσιβλήτου δεν είχε αντίρρηση. Αποσαφηνίζεται, αναφορικά με το τελευταίο αυτό, ότι η απουσία ένστασης του άλλου διαδίκου δεν αναιρεί την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου σε θέματα αναβολών Οι υποθέσεις Π.Ε. 10126 Δώρος Στυλιανού ν. Παν. Χαραλάμπους ημερ. 26/10/98 και Π.Ε. 10487 Ανδρέας Γεωργίου κ.α. ν. Monica Klohr, ημερ. 2/2/2000, ισχυροποιούν τη θέση αυτή.

Περαιτέρω, επικρίνεται ως λανθασμένη η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή, μετά την άρνηση του να χορηγήσει αναβολή, να καλέσει τους δικηγόρους να προχωρήσουν σε δίκη "εφόσον και οι δύο δικηγόροι είχαν την πεποίθηση ότι ουδέποτε το δικαστήριο θα επροχωρούσε στην εκδίκαση της αγωγής εκκρεμούσης εφέσεως με ταυτόσημα γεγονότα και νομικά σημεία" (δεύτερος λόγος). Προσβάλλεται, τέλος, η ενέργεια του δικαστή να εκδώσει απόφαση γιατί στέρησε τον εφεσείοντα του δικαιώματος να υποβάλει αίτημα επαναφοράς της αγωγής και τον περιόρισε σε χρήση μόνο του ένδικου μέσου της έφεσης.

Συνεξετάζοντας τους λόγους της έφεσης παρατηρούμε πρώτα ότι ο πρωτόδικος δικαστής ορθά δεν αποσύρθηκε από την υπόθεση. Η εξέταση όμοιων νομικών θεμάτων δε δημιουργεί λόγο εξαίρεσης. Η δε δικηγόρος του εφεσείοντα δεν πρόβαλε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστή, όπως και ο ίδιος σημειώνει, θέμα ταυτοσημίας της πραγματικής βάσης των υποθέσεων. Εξετάσαμε θέμα εξαίρεσης και τα εφαρμοζόμενα κριτήρια πρόσφατα στην Ποιν. Έφεση αρ. 7243 Δώρος Γεωργιάδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 20/6/02, στην οποία και παραπέμπουμε. Απλώς επισημαίνουμε την κρίση της Ολομέλειας στην Α.Ε. 2588 Δέσπω Αποστολίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 15/2/02, που υιοθετούμε στην υπόθεση εκείνη, σε σχέση με θέματα που είναι αμιγώς νομικής φύσεως:

"Δε γεννάται συμφέρον, ούτε ανακύπτει κώλυμα από την απόφαση Δικαστή πρωτοδίκως ή κατ' έφεση, επί νομικού θέματος. Άλλωστε η αρχή του δεσμευτικού προηγούμενου επιβάλλει την υιοθέτηση του λόγου προηγούμενων αποφάσεων, ανεξάρτητα από τη σύνθεση του Δικαστηρίου."

Υπ' αυτές τις συνθήκες ήταν υποχρέωση του δικαστή να εκτελέσει το δικαστικό του καθήκον. Η εκδίκαση της υπόθεσης, όπως ο ίδιος επισημαίνει, ορίστηκε απρόσωπα, από τον Πρωτοκολλητή, σύμφωνα με την κρατούσα πρακτική. Και το υπόστρωμα πραγματικών περιστατικών, διέφερε. Άλλος λόγος που συνηγορούσε υπέρ της αποπεράτωσης της, όπως πάλιν υπογραμμίζει η εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ότι επρόκειτο για πολύ παλιά υπόθεση και μάλιστα ο ίδιος ο εφεσείων είχε παραπονεθεί εγγράφως στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου για βραδυπορία. Δεν μπορούμε να διακρίνουμε πώς, υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών, η εκκρεμότης της έφεσης, καθιστούσε αναγκαία την αναβολή, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι οι δικηγόροι του εφεσείοντα δεν είχαν εκδηλώσει οποιαδήποτε πρόθεση τους να δεσμευθούν από το αποτέλεσμα της.

Ούτε ο δεύτερος λόγος ευσταθεί. Το παρακάτω σχόλιο του δικαστηρίου, χωρίς άλλο δικό μας σχόλιο, δείχνει το αβάσιμο του λόγου αυτού:

"Η απόφαση στην 10781/92 εκδόθηκε στις 21/7/2000. Όπως φαίνεται από το πρακτικό της ημέρας εκείνης, η παρούσα, μετά την απαγγελία της απόφασης αναβλήθηκε για να δοθεί δυνατότητα στους συνήγορους να εξετάσουν τις θέσεις τους. Μάλιστα, ενόψει των διακοπών τους δόθηκε πολύ μεγάλο χρονικό περιθώριο, μέχρι τις 11.9.2000. Την ημέρα εκείνη εμφανίστηκαν οι συνήγοροι που και σήμερα εμφανίζονται. Δεν έθεσαν κανένα από τα γεγονότα που τίθενται σήμερα."

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω στοιχεία δεν μπορεί να έχει νόημα ο ισχυρισμός ότι ο εφεσείων στερήθηκε του συνταγματικού δικαιώματος ακρόασης.

Το ενδεχόμενο επαναφοράς αγωγής θεσμοθετηθηκε με τη Δ.33 θ. 1 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε (Ε.Ε. 3096 ημερ. 1/11/96). Από μια ματιά στον κανονισμό αυτό είναι κατάδηλο ότι η επαναφορά είναι δυνατή μόνο σε περιπτώσεις που και οι δύο διάδικοι παραλείπουν να εμφανισθούν κατά τη δίκη. Δεν έχει καμιά εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση που οι διάδικοι παρέστησαν κατά τη δίκη.

Σαν κατακλείδα μπορεί να λεχθεί ότι ο πρωτόδικος δικαστής ακολούθησε τη σωστή και θεσμοθετημένη δικονομική πορεία, η οποία απέληξε στην έκδοση της απορριπτικής απόφασης. Όχι μόνο δεν έχει θιγεί η αυθεντία και η υπόληψη του δικαίου, αλλά με το να οδηγηθεί σε πέρας η υπόθεση ενισχύθηκαν αμφότερα.

Η έφεση απορρίπτεται. Με έξοδα.

Δ.

Δ.

Δ.

/Κασ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο