|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
Κυπριακή νομοθεσία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Ν. 111/1985 - Ο περί Δήμων Νόμος του 1985
Ν. 40/1980 - Ο περί Εγγραφής Εκλογέων και Εκλογικού Καταλόγου Νόμος του 1980
Ν. 72/1979 - Ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμος του 1979
Μεταγενέστερη νομολογία η οποία κάνει αναφορά στην απόφαση αυτή:
Δεν έχει εντοπιστεί απόφαση η οποία να κάνει αναφορά στην απόφαση αυτή
(2004) 1 ΑΑΔ 268
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΕΚΛΟΓΟΔΙΚΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
(Εκλογική Αίτηση Αρ. 2/2002)
26 Ιανουαρίου, 2004
[ΠΙΚΗΣ, Πρόεδρος]
[ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, ΑΡΤΕΜΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ,
ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΗΛΙΑΔΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ,
ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΑΡΕΣΤΗΣ, Δικαστές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΤΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ, ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Αντώνης Αντωνίου
Αιτητής
ν.
1. Αντρέα Θεοδώρου
2. Νίκου Ρούσου υπό την ιδιότητα του ως
Εφόρου Εκλογής των Δημάρχων και Μελών
Δημοτικών Συμβουλίων της Επαρχίας Λεμεσού
Καθ΄ ων η Αίτηση
_________________
κ. Α. Ευτυχίου, για τον Αιτητή.
κ. Α. Σ. Αγγελίδης, για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1.
κ. Δ. Καλλίγερος, δικηγόρος της Δημοκρατίας,
για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2.
_________________
ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Με την απόφαση αυτή συμφωνεί και ο Δικαστής Ηλιάδης.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ: Η Εκλογική Αίτηση προσβάλλει την εκλογή του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ως μέλους του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών κατά τις εκλογές της 16.12.2001 στη βάση ότι ο εκλεγείς δεν ήταν, κατά το σχετικό χρόνο, δημότης του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών. Το προσόν εκλογιμότητας που αφορά την Αίτηση καθορίζεται στο άρθρο 15(1) του περί Δήμων Νόμου, Ν. 111/85, όπως τροποποιήθηκε:
"Δημότης-εκλογεύς ο οποίος συνεπλήρωσε το εικοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας αυτού δύναται να εκλεγή δήμαρχος ή μέλος συμβουλίου."
Σύμφωνα με το άρθρο 2:
" 'Δημότης-εκλογεύς' σημαίνει δημότην ο οποίος κέκτηται το δικαίωμα του εκλέγειν."
Η έννοια του δημότη καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2, στο άρθρο 9(1):
"Πας πολίτης της Δημοκρατίας είναι μέλος του δήμου (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενος 'δημότης') εντός των δημοτικών ορίων του οποίου έχει την συνήθη αυτού διαμονήν."
Το δε δικαίωμα του εκλέγειν ρυθμίζεται στο άρθρο 13(1):
"Το δικαίωμα του εκλέγειν εις τινα δήμον κέκτηται πας πολίτης της Δημοκρατίας ο οποίος:
(α) Έχει συμπληρώσει το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας αυτού και είναι εγγεγραμμένος εις τον εκλογικόν κατάλογον τον τηρούμενον συμφώνως και διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
(β) είναι δημότης του τοιούτου δήμου."
Το άρθρο 14(1) ορίζει ότι ο εκλογικός κατάλογος για την εκλογή δημοτικών συμβουλίων είναι ο προνοούμενος στον περί Εγγραφής Εκλογέων και Εκλογικού Καταλόγου Νόμο, Ν. 40/80, όπως τροποποιήθηκε.
Σύμφωνα με την Αίτηση, ο εκλεγείς είχε τη συνήθη διαμονή του εντός των δημοτικών ορίων όχι του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών αλλά του Δήμου Λεμεσού και έτσι δεν ήταν δημότης του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών ώστε να είχε το προσόν της εκλογιμότητας.
Η προδικαστική ένσταση την οποία εξετάζουμε είναι ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να προσβάλλει την εκλογή καθόσον ούτε η περίληψη του εκλεγέντος στον εκλογικό κατάλογο ούτε η εγκυρότητα της υποψηφιότητας του αμφισβητήθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει ο νόμος.
Η προδικαστική ένσταση διατυπώνει και τη δική μας αντίληψη του πράγματος. Το προσόν της εκλογιμότητας ως προς την ιδιότητα του δημότη-εκλογέα το οποίο καθορίζεται στο άρθρο 15(1) συναρτάται κατ΄ αρχή προς τον εκλογικό κατάλογο. Τα του εκλογικού καταλόγου ρυθμίζονται στους περί Εγγραφής Εκλογέων και Εκλογικού Καταλόγου Νόμους. Όπως προκύπτει από το άρθρο 6(1) των εν λόγω Νόμων, ο εκλογικός κατάλογος Δήμου αποτελείται από τους εκλογείς του, υπάρχει δε υποχρέωση εγγραφής. Εκλογεύς δε, όπως είδαμε στο πλαίσιο του περί Δήμων Νόμου, και δη του άρθρου 13(1), δεν μπορεί να είναι άτομο που δεν είναι δημότης. Φρονούμε λοιπόν ότι η περίληψη ατόμου στον εκλογικό κατάλογο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 6(1)(3)(4)(5), συνιστά κρίση επί της ιδιότητας του εκλογέως και έτσι και του δημότη καθώς και διοικητική πράξη προς τούτο η οποία και μπορεί, αν αμφισβητείται, να προσβληθεί, επί τη εκθέσει προς επιθεώρηση του εκλογικού καταλόγου όπως ορίζεται στο άρθρο 7, με τη διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 8, όπως εξ άλλου και έχει γίνει σε προσφυγές στις οποίες μας ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εκλεγέντα (ίδε Μιλτιάδου ν. Δημοκρατίας, 274/94, 21.7.1995, και δη Σάββα ν. Δημοκρατίας 541/94, 26.6.1996). Εξ άλλου, ως και εκ της φύσεως των πραγμάτων, η διαπίστωση της συνήθους διαμονής ατόμου είναι κατ΄ εξοχή διοικητική αρμοδιότητα και όχι έργο του Εκλογοδικείου. Να παραθέσουμε δε το άρθρο 8 προς έμφαση:
"Διαρκούσης της περιόδου κατά την οποίαν ο κατάλογος είναι εκτεθειμένος προς επιθεώρησιν, πας ενδιαφερόμενος του οποίου το όνομα δεν περιελήφθη εις τον εκλογικόν κατάλογον ή του οποίου η περιγραφή εις τον εκλογικόν κατάλογον δεν είναι ακριβής ή ο οποίος ενίσταται διά το ότι πρόσωπον περιελήφθη εις τον εκλογικόν κατάλογον δύναται να υποβάλη αίτησιν προς τον ΄Επαρχον δι΄ εγγραφήν, διαγραφήν ή διόρθωσιν, ως θα ήτο η περίπτωσις, υποστηριζομένην υπό των αναγκαίων δικαιολογητικών στοιχείων.
(2) Ο Έπαρχος προβαίνει αμελλητί εις την εξέτασιν πάσης αιτήσεως υποβληθείσης βάσει του εδαφίου(1), και αποφασίζει επί ταύτης, δίδει αναγκαίαν γνωστοποίησιν της αποφάσεως αυτού εις πάντα ενδιαφερόμενον και προβαίνει εις τας αναγκαίας διορθώσεις του εκλογικού καταλόγου. Πριν ή εκδώση απόφασιν επί οιασδήποτε αιτήσεως ο Έπαρχος κέκτηται εξουσίαν όπως προβή εις τοιαύτην έρευναν και υποβάλη σχετικάς ερωτήσεις προς παν πρόσωπον αίτινες θα υπεβοήθουν αυτόν διά την έκδοσιν της αποφάσεως του.
(3) Ο Έπαρχος κέκτηται εξουσίαν όπως και αυτεπαγγέλτως προβή εις διόρθωσιν γραφικού ή ετέρου λάθους του εκλογικού καταλόγου αφού δώση ειδοποίησιν προς τούτο εις το ενδιαφερόμενον πρόσωπον."
Σχετικά είναι και τα άρθρα 6(6) και 8Α τα οποία αφορούν τη διαδικασία διόρθωσης του εκλογικού καταλόγου λόγω αλλαγής διαμονής.
Εφόσον η περίληψη ατόμου στον εκτεθέντα προς επιθεώρηση εκλογικό κατάλογο δεν προσβάλλεται με τη διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 8, δεν είναι δυνατή η εκ των υστέρων αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως δημότη-εκλογέα με Εκλογική Αίτηση πλην όπως προνοείται περαιτέρω στο νόμο.
Αυτό μπορεί να γίνει στο στάδιο της υποβολής υποψηφιοτήτων. Το άρθρο 25 των περί Δήμων Νόμων προνοεί για ένσταση κατά υποψηφιότητας για λόγους που περιλαμβάνουν [άρθρο 25(1)(β)] και το ότι:
"τα έγγραφα υποβολής υποψηφιότητος δεν συμμορφούνται... προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου".
Σύμφωνα με το άρθρο 25(2):
"Εκάστη τοιαύτη ένστασις δέον να είναι έγγραφος και να εξειδικεύη τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται. Η ένστασις παραδίδεται εις τον ΄Εφορον Εκλογής ουχί αργότερον των είκοσι τεσσάρων ωρών μετά την εκπνοήν του ορισθέντος χρόνου δι΄ υποβολήν υποψηφιοτήτων."
Η πρόνοια αυτή καλύπτει έτσι και την περίπτωση υποψηφίου ο οποίος κακώς περιελήφθη στον εκλογικό κατάλογο ή, αν και καλώς περιελήφθη στον εκλογικό κατάλογο, έπαυσε έκτοτε να έχει τη διεύθυνσή του στο Δήμο και έτσι να είναι δημότης-εκλογέας.
Εφ΄ όσον τα έγγραφα υποψηφιότητας περιλαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 23, και υποχρέωση δήλωσης της διεύθυνσης του υποψηφίου και γενικά της κατοχής των προσόντων εκλογιμότητάς του, η ένσταση μπορεί να γίνει και για το λόγο ότι τα έγγραφα υποψηφιότητας, στα οποία αναφέρεται ως διεύθυνση του υποψηφίου διεύθυνση εντός των ορίων του Δήμου και βεβαιώνεται ότι ο υποψήφιος κατέχει τα προσόντα εκλογής, δεν είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και ότι λοιπόν ο υποψήφιος, αν και περιλήφθηκε στον εκλογικό κατάλογο, δεν έχει τη διεύθυνσή του στα όρια του Δήμου ώστε να είναι δημότης - εκλογεύς. Εφ΄ όσον δε η υποβολή υποψηφιότητας δεν προσβάλλεται με τη διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 25, δεν είναι δυνατή η εκ των υστέρων αμφισβήτηση της εγκυρότητάς της.
Τα αναφερόμενα στο Hallbury΄s Laws of England, Volume 14, para. 177, στα οποία παραπεμφθήκαμε στα πλαίσια άλλης σχετικής Εκλογικής Αίτησης (της 1/2001), ουδόλως αναιρούν τα πιο πάνω. Κατ΄ αρχή, το ζητούμενο στην υπόθεση Hobbs v. Morey [1904] 1KB 74 DC δεν ήταν η διαπίστωση της εκλογιμότητας, αφού ήταν κοινό έδαφος ότι ο εκλεγείς δεν είχε τα προσόντα, αλλά το κατά πόσο, τούτου δοθέντος, ο Αιτητής εδικαιούτο να θεωρηθεί εκλεγείς αντί του εκλεγέντος. Τούτο εξαρτάτο από το κατά πόσο όχι μόνο η εκλογή του αλλά και η υποψηφιότητά του καθίστατο άκυρη ώστε να υπήρχε μόνο μία άλλη υποψηφιότητα, εκείνη του Αιτητή, που έτσι θα εθεωρείτο αυτομάτως εκλεγείς δυνάμει ανάλογης νομικής πρόνοιας (s. 56 of the Municipal Corporations Act 1882). Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι, για σκοπούς του άρθρου 56, η υποψηφιότητα του εκλεγέντος ήταν "valid nomination" καθ΄ όσον η ακυρότητα της εκλογής του δεν επηρέαζε τη νομιμότητα της υποψηφιότητάς του και έτσι το μόνο που μπορούσε το Δικαστήριο να κάνει, επί της εκλογικής αίτησης, ήταν να ακυρώσει την εκλογή του εκλεγέντος και όχι να ανακηρύξει τον Αιτητή ως εκλεγέντα. Ήταν σε αυτά τα πλαίσια που το Δικαστήριο εξέτασε τις εξουσίες του Εφόρου Εκλογής επί τη υποβολή των εγγράφων υποψηφιοτήτων και παρατήρησε ότι (σελ. 78):
"The expression 'valid nomination,' therefore, includes the case of a person who is disqualified in fact, but whose disqualification is not apparent on the nomination paper, and whose nomination has been sustained by the mayor."
Ήταν λοιπόν αποκλειστικά σε αυτά τα πλαίσια που έγινε η όλη συζήτηση στην υπόθεση, σε συνάρτηση με το έγκυρο ή άκυρο της υποψηφιότητας του εκλεγέντος, είναι δε χαρακτηριστικό ότι το ελάττωμα της εκλογιμότητας - το συμβατικό συμφέρον του εκλεγέντος προς το Δήμο - δεν ήταν "apparent on the nomination paper". Η υπόθεση όμως δεν είναι αυθεντία για τη θέση ότι η μόνη εξουσία του Εφόρου Εκλογής περιορίζεται στη διαπίστωση ελαττώματος εκλογιμότητας προφανούς εκ του περιεχομένου των εγγράφων υποψηφιότητας. Απεναντίας, σημειώνεται και η αναφορά του Δικαστηρίου στην υπόθεση Pritchard v. Mayor etc. of Bangor (1888) 13 App. Cas. 241, όπου ελέχθη (σελ. 252) ότι:
"If no objection is made, or if objections are stated and repelled by the Mayor, then the nomination becomes a valid nomination".
Αλλά και η υπόθεση Watson v. Ayton [1948] 1 ΚΒ 297 δεν παίρνει το πράγμα πιο πέρα. Και αυτή η υπόθεση αφορούσε αποκλειστικά ειδική πρόνοια ως προς την εξουσία του Εφόρου Εκλογής να αποφασίσει την τυπική εγκυρότητα των εγγράφων υποψηφιότητας και απεφασίσθη ότι το ελάττωμα εκλογιμότητας που ο Έφορος έκρινε ότι ήταν προφανές από τα ίδια τα έγγραφα υποψηφιότητας δεν ήταν έτσι προφανές. Ελέχθη όμως περαιτέρω ότι ο Έφορος δεν είχε καν εξουσία να αποφασίσει ότι η υποψηφιότητα ήταν άκυρη λόγω ελαττώματος εκλογιμότητας που ήταν προφανές από τα ίδια τα έγγραφα της υποψηφιότητας εν όψει της πολύ περιοριστικής πρόνοιας του νόμου που ρύθμιζε την αρμοδιότητά του και που περιλάμβανε μόνο την τυπική πτυχή της υποβολής της υποψηφιότητας, τοσούτον μάλλον εν όψει πρόνοιας στο νόμο ότι, αν ο Έφορος αποφαίνετο ότι η υποψηφιότητα ήταν έγκυρη, η απόφασή του ήταν τελεσίδικη και δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία ("shall not be questioned in any proceedings whatsoever").
Οι ίδιοι οι όροι των υποθέσεων αυτών, όπως και η ιδιαιτερότητα των επίδικων προνοιών του Νόμου σε κάθε περίπτωση, καταδεικνύουν το ανάλογα περιορισμένο του λόγου τους. Η αναφορά σε ελάττωμα εκλογιμότητας προφανές επί του εγγράφου υποψηφιότητας ("disqualification apparent on the nomination paper") αντιστοιχεί βεβαίως προς τα του άρθρου 25(1)(γ) του περί Δήμων Νόμου. Αν αυτή ήταν η μόνη αναφορά του άρθρου 25(1) στα αφορώντα τις εξουσίες του Εφόρου Εκλογής, τα λεχθέντα στη Hobbs v. Morey, έστω και λεχθέντα σε άλλο πλαίσιο και για άλλους σκοπούς, όπως και στη Watson v. Ayton, έστω και obiter, θα μπορούσαν να δάνειζαν κάποια βάση στην εισήγηση ότι ο ΄Εφορος δεν μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω στα πλαίσια του άρθρου 25(1). Το άρθρο 25(1) όμως έχει ευρύτερη εμβέλεια. Τα ανωτέρω λεχθέντα συναρτώνται όχι προς το άρθρο 25(1)(γ) αλλά προς το άρθρο 25(1)(β) το οποίο αναφέρεται στην υποχρέωση τα έγγραφα υποψηφιότητας να συμμορφούνται "προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου". H δήλωση διεύθυνσης εντός των ορίων του Δήμου αν και ο υποψήφιος κατοικεί εκτός τούτων, όπως και ευρύτερα η δήλωση κατοχής των προσόντων αν και ο υποψήφιος δεν τα κατέχει, συνιστούν παράβαση των διατάξεων του νόμου που καθιστά τα έγγραφα υποψηφιότητας μη συμμορφούμενα με τις διατάξεις του νόμου και μπορεί να είναι το αντικείμενο ένστασης δυνάμει του άρθρου 25(2) ως προς την εγκυρότητα της υποψηφιότητας. Δυνάμει δε του άρθρου 25(5), θα ήταν τότε δυνατή και η καταχώριση Εκλογικής Αίτησης εναντίον της επί ενστάσεως αποφάσεως του Εφόρου:
"Οιαδήποτε απόφασις του Εφόρου Εκλογής δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να προσβληθή δι΄ Εκλογικής Αιτήσεως."
Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής ούτε την περίληψη του εκλεγέντος στον εκλογικό κατάλογο ούτε την υποψηφιότητα του αμφισβήτησε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο. Δεν του είναι δυνατό να το πράξει τώρα με εκλογική αίτηση. Η υποψηφιότητα και η επ΄ αυτής εκλογή ήταν καθ΄ όλα έγκυρη και καθιστούσε τον υποψήφιο εκλέξιμο.
Αυτά μας οδηγούν και στα διέποντα τη δικαιοδοσία του Εκλογοδικείου δυνάμει του άρθρου 58 του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου, Ν. 72/79, όπως τροποποιήθηκε (που σύμφωνα με το άρθρο 42 των περί Δήμων Νόμο εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στην εκλογή δημοτικών συμβούλων). Να παρατηρήσουμε όμως ότι η δικαιοδοσία του Εκλογοδικείου καθορίζεται όχι από το Σύνταγμα αλλά από νόμο ο οποίος και δεν είναι υπέρτερος του περί Δήμων Νόμου, οι δύο νόμοι πρέπει δε να ερμηνευθούν σε συνδυασμό. Οι πρόνοιες που ενδιαφέρουν είναι οι περιεχόμενες στο άρθρο 58(ε)(στ):
"(ε) ότι υποψήφιος τις κατά τον χρόνον της εκλογής του δεν ήτο εκλέξιμος,
(στ) ότι ένστασις κατά εγγράφων υποβολής υποψηφιότητος δεν έπρεπε να γίνη δεκτή ή η κήρυξις τοιούτων εγγράφων ως ακύρων δυνάμει του άρθρου 21 δεν έπρεπε να γίνη."
Να υπενθυμίσουμε ότι το άρθρο 25 των περί Δήμων Νόμων που προνοεί για Εκλογική Αίτηση εναντίον της αποφάσεως του Εφόρου αναφέρεται σε "οποιαδήποτε" απόφαση του Εφόρου ως αντικείμενο της Εκλογικής Αίτησης. Το άρθρο 58(στ) καλύπτει μόνο την περίπτωση που η ένσταση γίνει δεκτή και η υποψηφιότητα κηρυχθεί άκυρη, οπότε η Εκλογική Αίτηση γίνεται από τον ίδιο τον υποψήφιο. Το άρθρο 58(ε) αντιθέτως προνοεί για την περίπτωση που ο υποψήφιος εξελέγη και το παράπονο είναι ότι δεν ήταν εκλέξιμος, καλύπτει δε την άλλη περίπτωση που η ένσταση κατά της υποψηφιότητας απερρίφθη και η υποψηφιότητα εκρίθη έγκυρη, οπότε η Εκλογική Αίτηση γίνεται από το πρόσωπο του οποίου η ένσταση απερρίφθη. Σε κάθε περίπτωση, η δικαιοδοσία του Εκλογοδικείου εξυπακούει προηγούμενη απόφαση του Εφόρου, θετική προκειμένου περί του άρθρου 58(ε) και αρνητική προκειμένου περί του άρθρου 58(στ), επί του έγκυρου της υποψηφιότητας, τότε δε και μόνο το Εκλογοδικείο υπεισέρχεται στα στοιχεία της υποψηφιότητας ως καθορίζοντα την ορθότητα της απόφασης του Εφόρου. Στην απουσία ένστασης κατά της απόφασης του Εφόρου δεν ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Εκλογοδικείου.
Κατά τη δική μας άποψη, η προδικαστική ένσταση ευσταθεί και η Εκλογική Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Δ.
Δ.
/ΕΧ