|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2004) 1 ΑΑΔ 1014
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 11509)
20 Μαΐου, 2004
[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ/στές]
Εφεσείοντες/Εναγόμενοι
ν.
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
Εφεσιβλήτων-Εναγουσών
---------------
Στ. Πολυβίου, για τους Εφεσείοντες.
Α. Χαβιαράς για τις Εφεσίβλητες.
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τον Δικαστή Γ. Κωνσταντινίδη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Εφεσιβάλλεται η ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των εναγομένων για αναστολή της διαδικασίας ενόψει της θέσης τους πως το πλέον κατάλληλο βήμα (forum conveniens) για την εκδίκαση της διαφοράς είναι τα Βουλγαρικά Δικαστήρια.
Στο πλαίσιο των λόγων έφεσης, όπως αυτοί διευκρινίστηκαν κατά την ακρόαση, το θέμα συζητήθηκε υπό τα πιο κάτω δεδομένα, όπως αυτά προκύπτουν από την πρωτόδικη απόφαση:
Τα επιχειρήματα των δυο πλευρών είχαν ως κοινό υπόβαθρο τις σταθερές αρχές ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Κάποια αντίρρηση των εφεσειουσών αναφορικά με το μέρος της πρωτόδικης απόφασης σύμφωνα με το οποίο δεν απέδειξαν ποιό ήταν το δίκαιο της Βουλγαρίας, αποβαίνει χωρίς σημασία. Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στο θέμα κατά την αναζήτηση ως προς το κατά πόσο και τα Βουλγαρικά Δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία για να δεχθεί στο τέλος την άποψη των εφεσειόντων πως πράγματι είχαν δικαιοδοσία, στη βάση του Κυπριακού δικαίου, ως του διέποντος το θέμα, ελλείψει μαρτυρίας για το Βουλγαρικό δίκαιο. Το ίδιο ακαδημαϊκής σημασίας θα ήταν και η εξέταση της ενστάσιμης, κατά τους εφεσείοντες, αναφοράς του πρωτόδικου δικαστηρίου σε μη απόδειξη της ύπαρξης "εχεγγύων για καλή απονομή δικαιοσύνης στο Βουλγαρικό Δίκαιο".
Η πρωτόδικη κρίση διαμορφώθηκε με αναφορά κατ΄εξοχήν σε όσα αναδεικνύονταν ως παράγοντες συνδετικοί προς την κάθε μια από τις δυο δικαιοδοσίες. Ορθά, στο πλαίσιο της νομολογίας, όπως την παραθέτει το πρωτόδικο δικαστήριο και όπως την επικαλέστηκαν και οι δυο πλευρές ενώπιόν μας. (Βλ. The Eleftheria (1969) 1 All ER 641, MacShannon v. Rockware Glass (1978) A.C. 795, Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd (1986) 3 All ER 843, Banco Atlantico S.A. v. The British Bank of the Middle East (1990) 2 Lloyd΄s Rep. 504, Mitsui & Co Ltd and Ohters v. Rockwell Marine Ltd and Another (1989) 1 ΑΑΔ 112, Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 55/97, ημερ. 21.7.99, Zeeland Navigation Company Ltd v. Banque Worms, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 51/98, ημερ. 18.5.00, Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, Πολ. ΄Εφ. 9512 ημερομηνίας 10.9.02.)
Στο πλαίσιο αίτησης για αναστολή διαδικασίας, εναπόκειται κατ΄αρχάς στον εναγόμενο να πείσει πως υπάρχει άλλο διαθέσιμο βήμα, καθαρά ή ευδιακρίτως πιο κατάλληλο, ως το φυσικό ή ως το έχον την πλέον πραγματική και ουσιαστική σύνδεση με την αγωγή. Αποτυχία του σ΄αυτό το στάδιο, επάγεται κανονικά την άρνηση της αναστολής. Από την άλλη, αν καταδειχθεί η ύπαρξη τέτοιου πιο κατάλληλου βήματος, κανονικά διατάσσεται η αναστολή εκτός αν ο ενάγων, επί του οποίου πλέον μεταφέρεται το βάρος απόδειξης, θεμελιώσει πως εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η δικαιοσύνη απαιτεί διαφορετικά. Μεταξύ των οποίων και το κατά πόσο ο ενάγων θα επιτύχει απονομή δικαιοσύνης στην αλλοδαπή δικαιοδοσία.
Είναι η κεντρική εισήγηση των εφεσειόντων πως το πρωτόδικο δικαστήριο απέτυχε να προσδώσει τη δέουσα βαρύτητα σε όσα, κατά τη δική τους θέση, καθαρά έδειχναν τη Βουλγαρία ως το πιο κατάλληλο βήμα. Κανένας από τους μάρτυρες δεν βρισκόταν στην Κύπρο, οι ίδιοι οι διάδικοι δεν είχαν ουσιαστική σχέση με την Κύπρο και όλα τα γεγονότα διαδραματίστηκαν στη Βουλγαρία. Ιδιαιτέρως η δημοπρασία και η αγορά των μετοχών, στις οποίες αφορούν και οι δυο από τις τρεις θεραπείες στο κλητήριο ένταλμα. Τις οποίες, όπως προτείνουν, δεν έχει καν δικαιοδοσία να δώσει το Κυπριακό Δικαστήριο. Επιπλέον, οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι κατέφυγαν στα Κυπριακά Δικαστήρια μόνο αφού απέτυχε η προσπάθειά τους για θεραπεία στα Βουλγαρικά Δικαστήρια.
Το πρωτόδικο δικαστήριο στάθμισε όλα τα δεδομένα και δεν έχουμε ικανοποιηθεί πως θεμελιώθηκε λόγος που να επιτρέπει παρέμβασή μας στον τρόπο με τον οποίο άσκησε τη διακριτική του εξουσία. Η εναγόμενη 1 είναι Κυπριακή εταιρεία και η εκτίμηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με τη διασύνδεση με την εναγόμενη 2 αλλά, ενόψει της φύσης της διαφοράς και την ένταξη του εναγόμενου 3 στον ίδιο κύκλο, παρέμεινε σταθερό υπόστρωμα. Η ίδια η σύμβαση εμπιστευτικότητας δεν αναφερόταν καν ως συναφθείσα στη Βουλγαρία και δεν ήταν η θέση των εφεσειουσών πως η διαδικασία στην Κύπρο θα ήταν πιο δαπανηρή ή πως θα χρειαζόταν να ταξιδέψουν μάρτυρες από τη Βουλγαρία στην Κύπρο. ΄Οπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε, κατά τον ίδιο τρόπο που θα μετέβαιναν ενδεχομένως από τα Ceyman Islands, την Αγγλία ή την Ελλάδα στη Βουλγαρία, θα έρχονταν και στην Κύπρο. Ενώ η αντίληψη για αναζήτηση θεραπείας στην Κύπρο μόνο όταν απέτυχε αντίστοιχη στη Βουλγαρία είναι λανθασμένη. Ορθά εξήγησε το πρωτόδικο δικαστήριο πως η διαδικασία στη Βουλγαρία αφορούσε στη διοικητική απόφαση για την κατακύρωση της προσφοράς, θέμα βεβαίως για το οποίο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως είχαν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια, ώστε να δικαιολογείται να τίθεται ζήτημα επιλογής. Δεν στρεφόταν κατά των εναγομένων και, βεβαίως, δεν αφορούσαν στην εδώ επίδικη διαφορά. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα των θεραπειών, ενώ η εισήγηση των εφεσειουσών δεν καλύπτει την (α), ως προς την (β) και (γ) περιορίζεται στη θέση πως αυτές δεν είναι δυνατό καν να δοθούν από Κυπριακά Δικαστήρια. Χωρίς τεκμηρίωση, και έχουμε επί του προκειμένου την επισήμανση από το πρωτόδικο δικαστήριο πως για τη θεραπεία (β) επιδιώκεται μόνο δήλωση ως προς τα διεκδικούμενα δικαιώματα. Αλλά και τη χωρίς αντίλογο υπόδειξη από την πλευρά των εφεσίβλητων πως η θεραπεία (γ) αφορά σε διάταγμα προς την εναγόμενη 1, δηλαδή την Κυπριακή εταιρεία, με επακόλουθο εδώ και όχι αλλού να βρίσκονται οι δυνατότητες καταναγκασμού.
Αφήσαμε τελευταίο το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου. Παράγοντα, βεβαίως, σχετικού, όπως εξηγείται στη νομολογία την οποία και οι δυο πλευρές επικαλέστηκαν. Επ' αυτού, όπως και πρωτοδίκως, δεν αναφέρθηκαν οι εφεσείουσες. Αποτέλεσε όμως σημαντικό μέρος του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης. Η συμφωνία εμπιστευτικότητας, το ρόλο της οποίας στο πλαίσιο της αντιδικίας τον έχουμε δει, περιλαμβάνει ρητό όρο πως θα διέπεται από το δίκαιο της Κύπρου και πως οι σχετικές διαφορές θα επιλύονται από διαιτητές στην Κύπρο.
Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα.
Γ. Κωνσταντινίδης, Δ.
Μ. Κρονίδης, Δ.
Δ. Χατζηχαμπής, Δ.
ΜΣι.C:\My Documents\2004\part1\11509.doc