ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2004) 1 ΑΑΔ 1481

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Αίτηση Αρ. 105/2004)

24 Αυγούστου, 2004

[ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ/στής]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ 33 ΤΟΥ 1964

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ANDREW CLIVE GARDNER ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ HABEAS CORPUS

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ Ν. 97/1970 (ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 1970) ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ Ν. 95/1970 (ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ (ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 1970)

και

Αναφορικά με την αίτηση έκδοσης φυγοδίκου 1/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και την απόφαση επί της πιο πάνω αίτησης με την οποία αποφασίστηκε η κράτηση και η έκδοση του ANDREW CLIVE GARDNER.

― ― ― ― ―

Χ. Φωτίου, για τον Αιτητή.

Ε. Κόκκινου, για τους Καθ΄ ων η αίτηση.

― ― ― ― ―

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Κατόπιν αίτησης των Βρετανικών Αρχών ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης («ο Υπουργός»), εξουσιοδότησε την έναρξη διαδικασίας για την έκδοση του αιτητή Andrew Clive Gardner στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εναντίον του αιτητή εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 19.8.03 από το Mid-Staffordshire Magistrates Court αναφορικά με αδικήματα που κατ΄ ισχυρισμό διέπραξε τον Οκτώβριο του 2002 στο Penkridge της Κομητείας του Stafford ήτοι,

(α) διάρρηξη με πρόθεση την πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης,

(β) διάρρηξη με πρόθεση την κλοπή,

(γ) πρόκληση τραυματισμού εκ προθέσεως,

(δ) βίαιη επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης,

(ε) απειλή διάπραξης φόνου,

(στ)εκβιασμό.

Ολες οι πιο πάνω πράξεις είναι ποινικά κολάσιμες με βάση την αγγλική νομοθεσία και τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας ενός τουλάχιστον έτους. Η τέλεση παρόμοιων πράξεων απαγορεύεται και στην Κύπρο και τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης πέραν του έτους (βλ. άρθρα 280, 324(1), 292(α), 234, 243, 231, 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και άρθρο 22(α) του περί Τηλεγράφων Νόμου Κεφ. 305 και τροποποιήσεων.

Ο αιτητής συνελήφθη στην Κύπρο, και δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, κατόπιν δίκης, διέταξε την έκδοση και κράτηση του μέχρις ότου συμπληρωθεί η διαδικασία απόδοσης προς τις Βρετανικές Αρχές.

Ο αιτητής κρατείται επί του παρόντος στις Κεντρικές Φυλακές με βάση την προμνησθείσα απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 2.7.04 - Αίτηση Εκδοσης αρ. 1/04.

Με την παρούσα αίτηση για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus ο αιτητής ζητά να αφεθεί ελεύθερος γιατί θεωρεί νομικά λανθασμένη την προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 2.7.04 για τους πιο κάτω λόγους:

«1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εγκαινιάζοντας και εισάγοντας έναν δικονομικά άγνωστο, μέχρι σήμερα, τρόπο απόδειξης γεγονότων κατέληξε ότι δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 11 παράγραφος 5 καθότι αν και δεν έκρινε την μαρτυρία του ΜΑ2 ως αναξιόπιστη εντούτοις δεν αποδέχθηκε την μαρτυρία του όσον αφορά τον χρόνο σύλληψης του αιτητή (στην παρούσα), σύμφωνα με την οποία αυτός εκτέλεσε το προσωρινό ένταλμα σύλληψης την 17/1/2004, αλλά αποδέχθηκε την μαρτυρία μαρτύρων οι οποίοι καμία σχέση με την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος σύλληψης δεν είχαν και επιπλέον κατάληξε στο συμπέρασμα αυτό γιατί δεν αμφισβητήθηκε δήλωση της συνηγόρου του αιτητή, όσον αφορά τον χρόνο εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης, οπόταν αυτή εκλήφθηκε ως μαρτυρία για το πιο πάνω γεγονός.

2. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ως τεκμήρια έγγραφα τα οποία δεν κατατέθηκαν κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αλλά κατατέθηκαν ως «δέσμη εγγράφων» επισυνημμένα στην αίτηση τα οποία η υπεράσπιση ουδέποτε δέχθηκε να κατατεθούν ως τεκμήρια και αμφισβήτησε την αλήθεια του περιεχομένου τους και επιπλέον το Πρωτόδικο Δικαστήριο στήριξε την απόφασή του για κράτηση και έκδοση του αιτητή στα τεκμήρια αυτά.

3. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ούτε καν ασχολήθηκε με την εισήγηση του Δικηγόρου του αιτητή ότι αυτός δεν έχει διωχθεί ποινικά για τα κατ΄ ισχυρισμό από αυτόν αδικήματα παρά την παρέλευση 16 μηνών από την τέλεσή τους και επίσης ούτε καν ασχολήθηκε με το γεγονός ότι στην ρηματική διακοίνωση της Βρετανικής Υπάτης Αρμοστίας αλλά και στο δήθεν διεθνές ένταλμα σύλληψης, αναφέρεται ότι ο αιτητής δεν διώκεται αλλά κατηγορείται ρήμα του οποίου η σημασία είναι γενικότερη του ρήματος διώκεται εν όψη πάντα, όσον αφορά την ανα χείρας υπόθεση, ότι ουδέν στοιχείο δόθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία για ύπαρξη οποιασδήποτε σχετικής, με τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα, ποινικής δίωξης στην οποία ο αιτητής να περιγράφεται ως κατηγορούμενος.

4. Η σύλληψη του αιτητή και κατ΄ επέκταση η προσαγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου και η όλη διαδικασία είναι παράνομη καθότι η έκδοση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης δεν στηρίχθηκε σε διεθνές ένταλμα σύλληψης το οποίο να καλούσε τις αρχές της να εκδώσουν ένταλμα σύλληψης και να συλλάβουν τον αιτητή αλλά δυνάμει εντάλματος σύλληψης το οποίο απευθυνόταν μόνο στους Αστυνομικούς του Σώματος του STAFFORDSHIRE φωτοαντίγραφο του οποίου παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΑ1 ο οποίος το παρουσίασε ως μήνυμα χωρίς και όχι ως καταγγελία που να τους καλούσε να συλλάβουν τον Αιτητή, εν πάση δε περίπτωση η προέλευση του εγγράφου αυτού έχει μείνει μετέωρη.

5. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε καθόλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ανεπίτρεπτη και αντινομική μαρτυρία και στήριξε την απόφασή του στη μαρτυρία αυτή.

6. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Αιτητής είναι Βρεττανός υπήκοος από δήθεν φωτοαντίγραφο του Διαβατηρίου του το οποίο κατατέθηκε μαζί με την ούτω καλούμενη «δέσμη εγγράφων» χωρίς οποιαδήποτε άλλη απόδειξη «αν και αντεξετάστηκαν όλοι σχεδόν οι μάρτυρες επί του προκειμένου) παρόλο ότι σχολιάστηκε ότι οι αρχές της Δημοκρατίας που ζητούσαν την έκδοσή του κατείχαν το Διαβατήριό του και θα μπορούσαν προς απόδειξη της υπηκοότητάς του να το καταθέσουν ως τεκμήριο, παράλειψή τους που μετάθεσε ανεπίτρεπτα και παράνομα το βάρος απόδειξης της υπηκοότητας του Αιτητή σε αυτόν και κατ΄ επέκταση την δυνατότητα έκδοσής του.

7. Ο Αιτητής είναι κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου υπ΄ αρ. 946/2004 η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση την 3/8/2004 και η οποία δεν έχει αποσυρθεί.»

Η διαδικασία στο πρωτόδικο δικαστήριο έγινε με βάση τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδοσης Φυγοδίκων που κυρώθηκε με τον ομότιτλο νόμο αρ. 95/70. Το Ηνωμένο Βασίλειο προσυπέγραψε την εν λόγω Σύμβαση. Η άλλη σχετική νομοθεσία είναι ο περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμος, αρ. 97/70, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 97/90. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 του τροποποιητικού αυτού νόμου, οι διατάξεις της Σύμβασης εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αιτήσεων έκδοσης με βάση το Νόμο 95/70, αντί των διατάξεων του άρθρου 9.5(α) του νόμου 97/70. Και με το άρθρο 3 του πιο πάνω τροποποιητικού νόμου αρ. 97/90, θεωρούνται αρκετά τα δικαιολογητικά στοιχεία που προνοεί το άρθρο 12 της Σύμβασης προς υποστήριξη της αίτησης. (Βλ. In re El-Bustani (1991) 1 ΑΑΔ 736.

Θα προχωρήσω στην εξέταση των λόγων που προβάλλει ο αιτητής για την ακύρωση του διατάγματος.

Ο πρώτος λόγος, αναφέρεται στο χρόνο εκτέλεσης του προσωρινού εντάλματος σύλληψης. Είναι η θέση του αιτητή ότι το προσωρινό ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε στις 17.1.04 και όχι στις 17.2.04. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του, ανέφερε συναφώς πως μετά την εκτέλεση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης στις 17.1.04 ο πελάτης του αφέθηκε ελεύθερος για να συλληφθεί ξανά στις 17.2.04 με βάση δικαστικό ένταλμα ως ύποπτος διάπραξης αδικήματος κλοπής αυτοκινήτου και ενώ βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση με βάση το προμνησθέν ένταλμα σύλληψης, οδηγήθηκε το πρωί της επομένης (18.2.04) στο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου άρχισε η διαδικασία της έκδοσης.

Προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο αιτητής εκπροσωπήθηκε καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας από δικηγόρο και συναίνεσε μάλιστα όπως παραμείνει υπό κράτηση για τους σκοπούς συνέχισης της διαδικασίας της έκδοσης. Η αμφισβήτηση αναφορικά με το χρόνο εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης εκδηλώθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων. Η ευπαίδευτη δικαστής μολονότι εξέτασε το θέμα και για τους λόγους που εξηγούνται στην κρινόμενη απόφαση διαπίστωσε ότι το ένταλμα εκτελέστηκε στις 17.2.04, και επ΄ αυτού δεν υπάρχουν στοιχεία περί του αντιθέτου, εντούτοις, έχω την άποψη πως το ζήτημα δεν ενέχει ουσιαστική σημασία για τους σκοπούς εξέτασης της νομιμότητας της κράτησης του αιτητή εφόσον η κράτηση του μέχρι τη συμπλήρωση της διαδικασίας έγινε καθώς προκύπτει από τα πρακτικά με τη δική του συγκατάθεση και με βάση σχετική διαταγή του δικαστηρίου που δεν συνδέεται με το θέμα της σύλληψης. Η διαδικασία της έκδοσης κάλλιστα θα μπορούσε να αρχίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο χωρίς να προηγηθεί καθόλου η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος από κυπριακό δικαστήριο αν το καταζητούμενο πρόσωπο παρουσιαζόταν αυτόβουλα και έθετε τον εαυτό του στη διάθεση των αρμοδίων αρχών για τους σκοπούς της διαδικασίας της έκδοσης. Ενόψει των πιο πάνω αποφαίνομαι ότι ο πρώτος λόγος που επικαλείται ο αιτητής για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης δεν μπορεί να ευσταθήσει.

Καθόσον αφορά στο δεύτερο λόγο για τον οποίο ζητείται η έκδοση εντάλματος Habeas Corpus, διαπιστώνω ότι όλα τα έγγραφα που αφορούσαν στην αίτηση για έκδοση κατατέθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο από την εκπρόσωπο των αιτητών και έγιναν τεκμήρια της υπόθεσης (τεκμήρια Α, Β, Γ και Δ) χωρίς ένσταση από πλευράς αιτητή. Μετά την κατάθεση των εν λόγω εγγράφων ο συνήγορος του κ. Gardner ζήτησε χρόνο για να μελετήσει τα έγγραφα και όπως ανέφερε «κάποια θα μπορεί να γίνουν παραδεκτά κάποια όχι». Και ενόψει τούτου, η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε. Η ευπαίδευτη δικαστής, κατόπιν εξέτασης των τεκμηρίων, διαπίστωσε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 της Σύμβασης σε συνάρτηση προς το άρθρο 3 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1990 Ν. 97/90 και στη συνέχεια διαπίστωσε ότι οι πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοση είναι πράξεις κολάσιμες σύμφωνα με το αγγλικό και κυπριακό δίκαιο και τιμωρούνται με βάση τις αντίστοιχες νομοθεσίες με ποινή φυλάκισης πέραν του έτους. Οι διαπιστώσεις είναι ορθές. το δε γεγονός ότι τα έγγραφα κατατέθηκαν από την εκπρόσωπο των αιτητών δεν επηρεάζει το κύρος ή τη νομιμότητα της διαδικασίας. Ο αιτητής δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση των εγγράφων και είχε στη συνέχεια την ευκαιρία να αντεξετάσει τους μάρτυρες που ασχολήθηκαν με την παραλαβή, διαχείριση και ετοιμασία των εν λόγω εγγράφων. Καταλήγω εν προκειμένω ότι ο δεύτερος λόγος δεν ευσταθεί.

Ο τρίτος λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση εντάλματος Habeas Corpus, αναφέρεται στην κατ΄ ισχυρισμό καθυστέρηση των Βρετανικών Αρχών στην έναρξη δίωξης εναντίον του αιτητή και στο συνεπαγόμενο επηρεασμό των δικαιωμάτων του εξαιτίας της καθυστέρησης. Ζήτημα της καθυστέρησης δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας καθότι, εξ αντικειμένου, δεν παρέχεται τέτοια δυνατότητα λόγω έλλειψης στοιχείων. Θεωρώ αυτονόητο ότι η εξέταση ενός τέτοιου θέματος εμπίπτει στην αρμοδιότητα των Βρετανικών Αρχών. Ο αιτητής καταζητείται από τις Βρετανικές Αρχές με βάση το εκδοθέν ένταλμα σύλληψης προκειμένου να δικαστεί από δικαστήριο της αιτήτριας χώρας για την τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων. Η επιχειρούμενη από πλευράς αιτητή εννοιολογική διάκριση των όρων-λέξεων «διώκεται» και «κατηγορείται» είναι χωρίς σημασία και εν πάση περιπτώσει καθόλου δεν επηρεάζεται η νομιμότητα της κρινόμενης απόφασης από τη χρήση των πιο πάνω λέξεων-όρων με τη μια ή την άλλη έννοια.

Ο τέταρτος λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση εντάλματος Habeas Corpus αφορά και πάλι στη νομιμότητα της σύλληψης. Αναφέρεται συναφώς ότι η έκδοση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης δεν στηρίχθηκε σε διεθνές ένταλμα σύλληψης αλλά σε ένταλμα σύλληψης που απευθυνόταν μόνο στους αστυνομικούς του σώματος του Staffordshire. Η κατάθεση του πρωτότυπου του εντάλματος (βλ. Τεκμ. Γ - δέσμη εγγράφων) σύλληψης που εκδόθηκε από το αγγλικό δικαστήριο, υπογεγραμμένο από τη δικαστή που το εξέδωσε, ήταν αρκετή για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 12* της Σύμβασης, επομένως ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί.

Καθόσον αφορά τον πέμπτο λόγο για τον οποίο ζητείται η έκδοση Habeas Corpus παρατηρώ πως παρά το γεγονός ότι δεν παρέχεται οποιαδήποτε αιτιολογία ούτε εξειδικεύεται η «ανεπίτρεπτη και αντινομική μαρτυρία» που κατ΄ ισχυρισμό έγινε δεκτή και στην οποία στηρίχθηκε η κρινόμενη απόφαση, εντούτοις προσπάθησα να εντοπίσω ο,τιδήποτε που βάσιμα θα μπορούσε να υποστηρίξει την ορθότητα του προμνησθέντος ισχυρισμού αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ακολουθεί πως ούτε ο πέμπτος λόγος ευσταθεί.

Ο έκτος λόγος έχει εγκαταλειφθεί και απομένει η εξέταση του έβδομου λόγου. Είναι γεγονός ότι εναντίον του αιτητή εκκρεμεί η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αρ. 946/04 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η οποία δεν έχει αποσυρθεί. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί με δήλωση της κας Κόκκινου προς το τέλος της παρούσας διαδικασίας.

Ο έβδομος λόγος φαίνεται να στηρίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 11(2)(β)* του Νόμου 97/70. Η συγκεκριμένη πρόνοια όπως και οι υπόλοιπες του ίδιου άρθρου, αναφέρονται στις εξουσίες του Υπουργού και στη διαδικασία που ακολουθεί την απόφαση του δικαστηρίου για κράτηση για σκοπούς έκδοσης, νοουμένου ότι ο κρατούμενος δεν αφέθηκε στο μεταξύ ελεύθερος δυνάμει διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ζήτημα επομένως της εκκρεμοδικίας της ποινικής υπόθεση αρ. 946/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία κατηγορούμενος είναι ο αιτητής θα πρέπει να απασχολήσει τον Υπουργό κατά την εξέταση της έκδοσης του διατάγματος έκδοσης. Το θέμα δεν ηγέρθη και δεν εξετάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ούτε και μπορεί να απασχολήσει άλλο το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

Η αίτηση απορρίπτεται.

ΒΑ. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.

ΣΦ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο