|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2005) 1 ΑΑΔ 746
ΕΚΛΟΓΟΔΙΚΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
Επί τοις αφορώσι την Εκλογικήν Αίτησιν σχετικά με την εκλογή Μελών του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου την 13.6.2004.
14 Ιουνίου, 2005
[Χρ. Αρτεμίδης, Π., Π. Αρτέμης, Φρ. Νικολαϊδης, Γ, Νικολάου, Μ. Κρονίδης,
Τ. Ηλιάδης, Α. Κραμβής, Ρ. Γαβριηλίδης, Δ. Χατζηχαμπής,
Ε. Παπαδοπούλου, Μ. Φωτίου, Μ. Νικολάτος, Δ/στες]
Shener Levent
και
1. Αδάμου Αδάμος
2. Τριανταφυλλίδης Κυριάκος
3. Ματσάκης Μάριος
4. Κασουλίδης Γιαννάκης
5. Δημητρίου Παναγιώτης
6. Μάτσης Γιαννάκης
7. Δρ. Λάζαρος Σ. Σαββίδης, Γενικός ΄Εφορος
Εκλογής Μελών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
8. Υπουργός Εσωτερικών
9. Γενικός Εισαγγελέας
10 Βουλή των Αντιπροσώπων
- - - - - - - -
Σ. Δράκος, για τον αιτητή.
Π. Κληρίδης - Γενικός Εισαγγελέας μαζί με τον Αντώνη Βασιλειάδη - Αν. Δικηγόρο της Δημοκρατίας, για τους καθ΄ων η αίτηση 7, 8, 9 και 10.
Ελένη Βραχίμη, για τον καθ΄ου η αίτηση αρ. 6
Καμιά εμφάνιση για τους καθ΄ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5.
Αιτητής παρών.
-------- ----------- --------
ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Π.: Είμαστε ομόφωνοι ως προς το αποτέλεσμα. Θα δοθούν όμως δυο αποφάσεις με διαφορετικό σκεπτικό. Με τη δική μου απόφαση συμφωνούν όλοι οι δικαστές πλην του δικαστή Χατζηχαμπή, ο οποίος θα δώσει τη δική του απόφαση.
ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Π.: Μετά την προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, την 1.5.2004, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε τον περί Εκλογής των Μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Νόμο του 2004, Ν.10(1)/2004, ο οποίος, βασικά, ρυθμίζει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές που διεξάγονται για την ανάδειξη μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το άρθρο 3 του Νόμου προβλέπει πως, για τους σκοπούς των εκλογών μελών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ολόκληρη η επικράτεια της Δημοκρατίας αποτελεί μια ενιαία εκλογική περιφέρεια. Το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, παράγρ. (1), ορίζει «ως εκλογέα» κάθε πολίτη της Δημοκρατίας που έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και «εκλόγιμο» κάθε πολίτη της Δημοκρατίας που έχει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου Νόμου. Στις ίδιες ερμηνευτικές διατάξεις προνοείται πως: «ειδικός εκλογικός κατάλογος για εκλογείς» σημαίνει τον εκλογικό κατάλογο των εκλογέων, που καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ του Νόμου. Το άρθρο 8(1) προβλέπει πως οι εκλογείς και οι κοινοτικοί εκλογείς εγγράφονται σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους, που καταρτίζονται και συμπληρώνονται από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης βάσει της σχετικής νομοθεσίας, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνουν όλους τους εκλογείς και κοινοτικούς εκλογείς που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Ακολουθεί το άρθρο 9, από το οποίο και θα παραθέσουμε ολόκληρο το εδάφιο (1) (α) και (β), γιατί στις πρόνοιες αυτές εδράζεται μία από τις εισηγήσεις του δικηγόρου του αιτητή, που όλες απολήγουν στην τελική του θέση πως η εκλογή των έξι προσώπων, καθ΄ων η αίτηση 1-6, ως μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 13.6.2004, είναι άκυρη. Ακολουθούν οι σχετικές πρόνοιες:
«9.-(1) Το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης εγγράφει στον ειδικό εκλογικό κατάλογο για εκλογείς
(α) Κάθε εκλογέα που κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, είναι εγγεγραμμένος στο μόνιμο εκλογικό κατάλογο δυνάμει του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, και
(β) κάθε άλλο πολίτη της Δημοκρατίας που έχει το δικαίωμα του εκλέγειν δυνάμει του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου, ο οποίος παρουσιάζεται στην υπηρεσία εκλογικού καταλόγου στα γραφεία των Επαρχιακών Διοικήσεων, και υποβάλλει σε τύπο που καθορίζει ο Υπουργός υπεύθυνη δήλωση για να εγγραφεί στον ειδικό εκλογικό κατάλογο για εκλογείς, για το ότι πληροί τις προϋποθέσεις για εγγραφή, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 4 του παρόντος Νόμου:
Νοείται ότι, ο πολίτης της Δημοκρατίας καταγράφει στην υπεύθυνη δήλωση τη διεύθυνση της συνήθους διαμονής του στη Δημοκρατία».
Το Μέρος IV του Νόμου ρυθμίζει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Το άρθρο 13 προνοεί πως το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη Δημοκρατία έχουν οι πολίτες της Δημοκρατίας και οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών οι οποίοι κατά την ημέρα αναφοράς πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 του Νόμου. Το άρθρο 6 αναφέρει πως οι εκλογείς εγγράφονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ του Νόμου στους αντίστοιχους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους που προβλέπονται στο εν λόγω Μέρος. Επομένως, και τούτο είναι παραδεκτό, για να έχει ένας το δικαίωμα του εκλέγεσθαι απαραίτητα πρέπει να είναι εγγεγραμμένος εκλογέας.
Κατατέθηκαν ενώπιον μας παραδεκτά γεγονότα, καθώς ενδείκνυται σε τέτοιες διαδικασίες, γεγονός που διευκόλυνε τη συζήτηση, που περιορίστηκε στα νομικά σημεία που ηγέρθησαν. Συνοψίζουμε παρακάτω ό,τι από τα παραδεκτά γεγονότα είναι απολύτως σχετικά για τη συζήτηση της υπόθεσης.
Ο επίμαχος Νόμος, Ν.10(1)/2004, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην ελληνική γλώσσα μόνο. Ο Γενικός ΄Εφορος Εκλογών με γνωστοποίηση του, ημερ. 14.5.2004, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τις ελληνοκυπριακές και αγγλόφωνες εφημερίδες, όρισε την 20η Μαϊου, 2004, ως ημέρα υποβολής υποψηφιοτήτων για την εκλογή μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το Υπουργείο Εσωτερικών απέστειλε προπληρωμένες δημοσιεύσεις πρόσκλησης καθώς και εντύπων για εγγραφή στον εκλογικό κατάλογο σε όλες τις τουρκοκυπριακές εφημερίδες. Αποδέχτηκαν, και καταχώρισαν τη δημοσίευση οι παρακάτω εφημερίδες: 4 δημοσιεύσεις η εφημερίδα ΑΦΡΙΚΑ, μία η ΧΑΛΚΙΝ ΣΕΣΙ, 4 η ΟΡΤΑΜ και μία η ΒΑΤΑΝ. Εκτός από τις πιο πάνω δημοσιεύσεις η ανακοίνωση για τη διενέργεια των εκλογών, και η πρόσκληση για εγγραφή στον ειδικό εκλογικό κατάλογο και υποβολή υποψηφιοτήτων, κυκλοφόρησε και στην τουρκική γλώσσα. Το σχετικό έγγραφο της ανακοίνωσης διανεμόταν στα σημεία διέλευσης, από όπου οι τουρκοκύπριοι πολίτες έρχονται στο έδαφος που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ αναρτήθηκε και σε δημόσια κτίρια στα οποία οι τουρκοκύπριοι έχουν συχνή πρόσβαση. Στο έγγραφο πρόσκλησης, που όπως είπαμε ήταν στην τουρκική, επισυναπτόταν επίσης έντυπο, διατυπωμένο στην ίδια γλώσσα, για υποβολή αίτησης εγγραφής στον ειδικό εκλογικό κατάλογο, κάτι που έγινε και στις προπληρωμένες δημοσιεύσεις στις τουρκοκυπριακές εφημερίδες, που αναφέραμε πιο πάνω.
Ο αιτητής είναι κύπριος πολίτης και γνωστός τουρκοκύπριος δημοσιογράφος, εκδότης και αρχισυντάκτης της εφημερίδας «ΑΦΡΙΚΑ», στην οποία, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, είχαν δημοσιευθεί 4 φορές η πρόσκληση και τα έντυπα για εγγραφή στον ειδικό εκλογικό κατάλογο.
Στις 20.5.2004, που ήταν η ημέρα υποβολής των υποψηφιοτήτων, ο αιτητής, συνοδευόμενος από ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους που είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν, μετέβη στο ξενοδοχείο Χίλτον Παρκ, όπου ήταν ο καθορισμένος τόπος για υποβολή των υποψηφιοτήτων, και ζήτησε να υποβάλει υποψηφιότητα για εκλογή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο υπεύθυνος λειτουργός διαπίστωσε πως ο αιτητής δεν ήταν εγγεγραμμένος στον ειδικό εκλογικό κατάλογο που καταρτίστηκε για τους σκοπούς της εκλογής σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, και επομένως η υποψηφιότητα του δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Τυχαία, παρευρισκόταν εκεί και ο Υπουργός Εσωτερικών, προφανώς για εποπτεία της διαδικασίας, ο οποίος είχε προσωπική επικοινωνία με τον αιτητή. Η θέση του αιτητή ήταν ότι δεν γνώριζε πως έπρεπε να ήταν εγγεγραμμένος στον ειδικό εκλογικό κατάλογο για να έχει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι γιατί, καθώς ισχυρίστηκε, δεν είχε δημοσιευθεί κάτι τέτοιο στην τουρκική γλώσσα. Η υποψηφιότητα του αιτητή δεν έγινε αποδεκτή, ο δε Γενικός ΄Εφορος Εκλογής, καθ΄ου η αίτηση 7, τον πληροφόρησε και γραπτώς γι΄αυτή του την απόφαση.
Θα συζητήσουμε στη συνέχεια τις εισηγήσεις του δικηγόρου του αιτητή. Η πρώτη, όπως αυτή προωθήθηκε στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, είναι γενική, και αφορά στην αντισυνταγματικότητα όλων των νόμων της Δημοκρατίας, που θεσπίστηκαν από το 1964 και μετά, για το λόγο ότι δεν συντάχθηκαν και εκδόθηκαν στην τουρκική γλώσσα, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 3.2 του Συντάγματος, για όλες τις νομοθετικές, εκτελεστικές, διοικητικές πράξεις και έγγραφα, όταν με ρητή διάταξη στο Σύνταγμα απαιτείται η έκδοση τους. Επομένως, και ο επίδικος Νόμος, συνεχίζει η επιχειρηματολογία, δεν δημοσιεύθηκε νομότυπα, όπως προνοείται στο άρθρο 82 του Συντάγματος. Στη συνέχεια όμως της αγόρευσης του ο δικηγόρος του αιτητή, κρίνοντας προφανώς πως τέτοια επιχειρηματολογία ήταν ανεδαφική, περιόρισε την εισήγηση του μόνο στον επίδικο Νόμο. Υποστήριξε δηλαδή τελικά πως, ενόψει του περιεχομένου του ως εκλογικός νόμος για την εκλογή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τους κύπριους πολίτες, επιβαλλόταν η δημοσίευση του στην τουρκική ώστε να πληροφορηθούν και οι τουρκοκύπριοι πολίτες για τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το Νόμο. Η μεταβολή από την αρχική θέση στην τελική εισήγηση φαίνεται να οφείλεται στην αναγνώριση από το δικηγόρο του αιτητή του αδιαμφισβήτητου κύρους του νομικού καθεστώτος που δημιουργήθηκε από το δίκαιο της ανάγκης, όπως για πρώτη φορά εκφράστηκε στην Attorney General v. Mustafa Ibrahim and Others (1964) C.L.R. 195. Το νομικό τούτο καθεστώς, που διασώζει τη λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ισχύει έκτοτε αδιάλειπτα αφού επιβεβαιώθηκε σε αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων, και πρόσφατα στη σημαντική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Εκλογικές αιτήσεις 5/97 και 7/97 Γιαννάκης Κουλουντή κ.α. ν. Βουλής των Αντιπροσώπων και άλλων (1997)1 Α.Α.Δ. σελ.1026. Στην τελευταία αυτή απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως και η Βουλή των Αντιπροσώπων, όπως η εκτελεστική και δικαστική εξουσία, ασκεί όλες τις εξουσίες που έχει σύμφωνα με το Σύνταγμα περιλαμβανομένης και της τροποποίησης των μη θεμελιωδών άρθρων του. Ειδικότερα δε, για το ζήτημα της χρήσης της τουρκικής γλώσσας, και της εφαρμογής του άρθρου 3.1 του Συντάγματος, το Εφετείο μας σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του, ακολουθώντας προηγούμενη νομολογία, εξήγησε γιατί οι πρόνοιες του άρθρου 3.1 δεν μπορούν εξ αντικειμένου να εφαρμοστούν. (Δες: Ποινικές Εφέσεις αρ. 7702 και 7703 Ahmet Cerkez v. Δημοκρατίας και Gengiz Karashahim ν. Δημοκρατίας, ημερ. 16.5.2005 και Ποινική ΄Εφεση αρ. 7760 Djemal Kasapoglou ν. Αστυνομίας, ημερ. 16.5.2005). Τα λεχθέντα στις πιο πάνω αποφάσεις ισχύουν και προκειμένου περί νομοθετικών πράξεων, που αναφέρονται στο άρθρο 3.2.
Η πολιτεία όμως, πολύ ορθά, μερίμνησε ώστε οι βασικές και ουσιαστικές πρόνοιες του επίδικου Νόμου να περιέλθουν στη γνώση των τουρκοκυπρίων για να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Τα πρακτικά μέτρα που έλαβε προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη εκτεθεί στην αρχή της απόφασης μας, στο σημείο που παραθέτουμε τα παραδεκτά γεγονότα. Ο ίδιος ο αιτητής παρουσιάστηκε στην αρμόδια αρχή για να υποβάλει υποψηφιότητα. Δεν έγινε όμως δεκτή γιατί δεν είχε εγγραφεί στον ειδικό εκλογικό κατάλογο, υποχρέωση που είχαν όλοι οι πολίτες ανεξαιρέτως εφόσον δεν ήσαν εγγεγραμμένοι στο μόνιμο εκλογικό κατάλογο, όπως προβλέπεται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου 1 του άρθρου 9 του Νόμου. Η εγγραφή στον ειδικό κατάλογο, δυνάμει της παραγράφου (β), γινόταν με τη συμπλήρωση ενός απλού εντύπου, που, όπως είπαμε πιο πριν, είχε δημοσιευθεί με τις σχετικές λεπτομέρειες σε 4 τουρκοκυπριακές εφημερίδες, περιλαμβανομένης και αυτής στην οποία ο αιτητής είναι εκδότης και αρχισυντάκτης. 28.000 ελληνοκύπριοι πολίτες 18 έως 30 ετών δεν ήσαν εγγεγραμμένοι στο μόνιμο εκλογικό κατάλογο. Από αυτούς 6,444 ενεγράφησαν στον ειδικό εκλογικό κατάλογο. Επίσης, στον ειδικό εκλογικό κατάλογο ενεγράφησαν 503 τουρκοκύπριοι πολίτες και 2,054 πολίτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.
Τα πιο πάνω στοιχεία έχουν άμεση σχέση με την άλλη εισήγηση του δικηγόρου του αιτητή, ότι δηλαδή αυτός ως τουρκοκύπριος τέθηκε σε δυσμενή διάκριση έναντι των ελληνοκυπρίων, γιατί για να εγγραφεί όπως και οι άλλοι τουρκοκύπριοι εκλογείς, στον ειδικό εκλογικό κατάλογο θα΄πρεπε να κάνει κάτι, που ελληνοκύπριοι πολίτες δεν ήσαν υπόχρεοι να κάνουν, να συμπληρώσει δηλαδή το έντυπο, που αναφέρουμε πιο πάνω. Η εισήγηση είναι προδήλως αβάσιμη. Η εγγραφή στον ειδικό εκλογικό κατάλογο, εφόσον κάποιος δεν ήταν ήδη εγγεγραμμένος στο μόνιμο εκλογικό κατάλογο, αφορούσε όλους τους πολίτες της κυπριακής δημοκρατίας και τους πολίτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Υποδείξαμε ήδη, πως αρκετοί από αυτούς άσκησαν το δικαίωμα που τους έδιδε ο Νόμος.
Είναι περιττό, νομίζουμε, να ασχοληθούμε για πολύ με την πρόταση του δικηγόρου του αιτητή πως αντί του μόνιμου εκλογικού καταλόγου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το Αρχείο Πληθυσμού. Το Αρχείο Πληθυσμού και ο εκλογικός κατάλογος δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο. Στο Αρχείο Πληθυσμού καταχωρούνται οι γεννήσεις και θάνατοι, και δεν είναι βεβαίως ανά πάσα στιγμή ορθά ενημερωμένο. Και διερωτώμαστε αν σ΄αυτό δηλώνουν τα πιο πάνω στοιχεία οι τουρκοκύπριοι πολίτες. Στον εκλογικό κατάλογο εγγράφονται μόνο αυτοί που έχουν δικαίωμα εκλογής, και ένα από τα προσόντα είναι η ηλικία των 18 ετών και άνω. Εξάλλου, και στους κανονικούς εκλογικούς καταλόγους για να εγγραφεί κάποιος χρειάζεται ασφαλώς να προβεί στις ενδεδειγμένες διαδικαστικές ενέργειες.
Κρίνουμε, ενόψει αυτών που συζητούμε στα προηγούμενα, πως ο επίδικος Νόμος θεσπίστηκε με τέτοιες ειδικές πρόνοιες ώστε να λειτουργεί και εφαρμόζεται σε όλους τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και τούτο, προς πλήρη και ορθή εναρμόνιση του δικαίου μας με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση AZIZ v. CYPRUS, Application No.69949/01, 22.6.2004.
Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Χρ. Αρτεμίδης, Π.
Π. Αρτέμης, Δ.
Φρ. Νικολαϊδης, Δ.
Γ, Νικολάου, Δ.
Μ. Κρονίδης, Δ.
Τ. Ηλιάδης, Δ.
Α. Κραμβής, Δ.
Ρ. Γαβριηλίδης, Δ.
Δ. Χατζηχαμπής, Δ.
Ε. Παπαδοπούλου, Δ.
Μ. Φωτίου, Δ.
Μ. Νικολάτος, Δ.
/ΜΑ