|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2009) 1 ΑΑΔ 1232
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 16/2007)
25 Σεπτεμβρίου, 2009
[ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στες]
1. ΧΡΙΣΤΟΘΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ
2. ΕΛΕΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ,
Εφεσείουσες,
ν.
VERDIAN VALERIK.
Εφεσίβλητου.
_________
Αλ. Α. Φυλακτού, για τις Εφεσείουσες.
Τ. Παντελή για Α. Σοφοκλέους, για τον Εφεσίβλητο.
_________
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστήριου
απαγγέλλεται από τον Δικαστή Νικολαΐδη.
________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΝΙΚΟΛΑ?ΔΗΣ, Δ.: Ο εφεσίβλητος-ενάγων αγόρασε, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 7.11.1998, από κάποιο Surgei Kossoian και τους εναγόμενους 3, οικία στην τοποθεσία ΄Αγιος Γεώργιος στην Αγία Φύλα Λεμεσού, έναντι τιμήματος £90.000 το οποίο εξόφλησε. Οι εναγόμενοι 3 υπέγραψαν την πιο πάνω συμφωνία ως πωλητές γιατί ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του κτήματος και είχαν με προηγούμενη γραπτή συμφωνία πωλήσει το κτήμα τους στον πιο πάνω Surgei Kossoian, ο οποίος είχε δικαίωμα να το μεταπωλήσει.
Με άλλη συμφωνία ημερομηνίας 14.5.1999 ο εφεσίβλητος πώλησε την οικία στην εφεσείουσα 1, έναντι του ποσού των 210.000 Δολλαρίων Ηνωμένων Πολιτειών. ΄Εναντι του τιμήματος πώλησης η εφεσείουσα 1 κατέβαλε στον εφεσίβλητο το ποσό των 21.000 Δολλαρίων και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος των 189.000 Δολλαρίων κατά τη μεταβίβαση του κτήματος επ΄ ονόματί της ή επ΄ ονόματι τρίτου προσώπου της επιλογής της.
Τόσο η συμφωνία ημερομηνίας 11.2.1994 για πώληση προς τον Surgei Kossoian, όσο και αυτή ημερομηνίας 7.11.1998 για πώληση του ιδίου κτήματος προς τον εφεσίβλητο, ήταν κατατεθημένες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Ο εφεσίβλητος στις 18.11.1999 διά αντιπροσώπου του υπέγραψε ακύρωση της συμφωνίας μεταβίβασης ημερομηνίας 7.11.1998. Τελικά το ακίνητο μεταβιβάστηκε από τους εναγόμενους 3 επ΄ ονόματι της εφεσείουσας 2, θυγατέρας της εφεσείουσας 1, χωρίς ο εφεσίβλητος να εισπράξει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης.
Το δικαστήριο δέχτηκε ως αληθή τη μαρτυρία του εφεσίβλητου, απορρίπτοντας τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1 δικηγόρου Νεοκλή Νεοκλέους, την οποία έκρινε ως κακής ποιότητας. Το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο Μ.Υ.1 είχε συμφέρον στην υπόθεση, ενώ ήταν ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε και ενεργούσε σύμφωνα με τους σχεδιασμούς των εφεσειουσών 1 και 2. Το δικαστήριο κατέληξε ότι οι εφεσείουσες 1 και 2 παρέστησαν στον εφεσίβλητο μέσω των αντιπροσώπων τους, του Μ.Υ.1 και του πιστοποιούντος υπαλλήλου, ότι θα εισέπραττε τα χρήματα που του οφείλονταν αν υπέγραφε πληρεξούσιο έγγραφο. Βασιζόμενος στην πιο πάνω παράσταση η οποία χαρακτηρίστηκε από το δικαστήριο ως ψευδής, ο εφεσίβλητος ενήργησε. Κατά συνέπεια, συμπεραίνει το δικαστήριο, οι εφεσείουσες 1 και 2 διέπραξαν το αστικό αδίκημα της απάτης και ο ενάγων-εφεσίβλητος δικαιούται σε θεραπεία, αφού η απόκτηση του κτήματος από την εφεσείουσα 2 έγινε με δόλιο τρόπο. Η εφεσείουσα 2, σύμφωνα πάντα με το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν ήταν καλή τη πίστει αγοράστρια έναντι ανταλλάγματος, αφού ενήργησε γνωρίζοντας ότι το τίμημα πώλησης του κτήματος δεν κατεβλήθη στον εφεσίβλητο και αποδέχτηκε τη μεταβίβαση τούτου επ΄ ονόματί της με σκοπό να το οικειοποιηθεί.
Το πρωτόδικο δικαστήριο αφού έκρινε ότι δεν ήταν πρακτικό να διατάξει την εγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι του εφεσίβλητου, όπως εξάλλου παραδέχτηκε και ο ίδιός του ο δικηγόρος, αφού το ακίνητο βαρυνόταν με δύο υποθήκες, εξέδωσε απόφαση υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειουσών 1 και 2 για ποσό 179.000 Δολλαρίων, πλέον τόκους προς 8% από 25.11.1999, μέχρι εξόφλησης. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε η παρούσα έφεση, αλλά και αντέφεση εκ μέρους του εφεσίβλητου.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εφεσείουσες υποστηρίζουν ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε έννομο συμφέρον να εγείρει αγωγή εναντίον τους, αφού σύμφωνα με μαρτυρία, στις 6.3.2000, εκδόθηκε στην αγωγή υπ΄ αρ. 1668/96 μεταξύ της εταιρείας Moustakas Shipping Agencies Ltd ως εναγόντων και του Sergei Kossoian ως εναγόμενου, διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η σύμβαση πώλησης που είχε γίνει στις 7.11.1998 μεταξύ της Moustakas Shipping και του Kossoian για την πώληση της επίδικης κατοικίας είναι άκυρη ως εκτελεσθείσα δολίως.
Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι η έννοια του εννόμου συμφέροντος είναι έννοια του διοικητικού δικαίου και δεν απαντάται στο αστικό δίκαιο, εκτός αν οι εφεσείουσες εννοούν την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Δεν έδειξαν με ποιο τρόπο η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση επενεργεί επί των σχέσεων των διαδίκων, απλώς υποστήριξαν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπ΄ όψιν τη σχετική μαρτυρία και ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε έννομο συμφέρον. Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η δικαστική απόφαση την οποία επικαλούνται οι εφεσείουσες, εκδόθηκε στις 6.3.2000, ημερομηνία μεταγενέστερη τόσο της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 7.11.1998 μεταξύ του εφεσίβλητου και του Kossoian, όσο και της συμφωνίας ημερομηνίας 14.5.1999 με την οποία πωλήθηκε από τον εφεσίβλητο το ακίνητο στην εφεσείουσα 1. Περαιτέρω, είναι γνωστή η αρχή του κοινοδικαίου ότι μία απόφαση in personam δεν συνιστά μαρτυρία της αλήθειας ή της απόφασης ή του υπόβαθρου της, μεταξύ τρίτων ή μεταξύ διαδίκου και τρίτου, εκτός επί θεμάτων δημοσίου και γενικού ενδιαφέροντος (Phipson on Evidence 16η έκδοση, 2005, παράγραφοι 44-76 και 44-77).
Σύμφωνα με την αρχή του res inter alios acta (ή judicata) alter nocere non debet, θεωρείται άδικο για κάποιον να επηρεαστεί και πολύ περισσότερο να δεσμευτεί από διαδικασία στην οποία δεν μπορούσε να εγείρει υπεράσπιση, να αντεξετάσει ή να καταχωρήσει έφεση.
Σύμφωνα με το δεύτερο λόγο έφεσης το δικαστήριο έκρινε την αξιοπιστία του Μ.Υ.1 Νεοκλή Νεοκλέους με εικασίες, ενώ το συμπέρασμά του δεν στηρίχτηκε σε μαρτυρία. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τις εφεσείουσες στην επισήμανση του δικαστηρίου ότι οι εφεσείουσες 1 και 2, καθώς και ο σύζυγος της εφεσείουσας 1, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην όλη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου επ΄ ονόματι της εφεσείουσας 2, δεν κατέθεσαν κατά την ακροαματική διαδικασία, γεγονός που ώθησε το πρωτόδικο δικαστήριο σε συγκεκριμένα συμπεράσματα χωρίς ίχνος αξιολόγησης.
Δεν συμφωνούμε με το λόγο αυτό. Το δικαστήριο δεν έκρινε την αξιοπιστία του Μ.Υ.1 βάσει εικασιών. Αντίθετα, εξήγησε με λεπτομέρεια τους λόγους γιατί τον χαρακτήρισε ως αναξιόπιστο. Το δικαστήριο εξήγησε γιατί έκρινε ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία παρουσίαζε πολλές αδυναμίες χαρακτηρίζοντας τις εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας ως αφελείς.
Οι εφεσείουσες παραπονούνται περαιτέρω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 ήταν πλήρως ευθυγραμμισμένη με την έγγραφη μαρτυρία που προσκομίστηκε και στην οποία διαφαινόταν το νομικά και συμβατικά βάσιμο των ενεργειών των εφεσειουσών.
Δεν συμφωνούμε. Υιοθετούμε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου και σημειώνουμε τις υπεκφυγές του Μ.Υ.1 σε ερωτήσεις της φύσης γιατί ο εφεσίβλητος να αποδεχτεί τη μεταβίβαση του κτήματος στην εφεσείουσα 2 χωρίς να έχει εισπράξει προηγουμένως το τίμημα της πώλησης. Βρίσκουμε ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 κάθε άλλο παρά πειστική ήταν, υπό τις περιστάσεις, και το πρωτόδικο δικαστήριο την αντιμετώπισε ορθά. Χαρακτηριστικά επισημαίνεται ότι η θέση του Μ.Υ.1 ότι εξουσιοδοτήθηκε για να υπογράψει νέο αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των εναγομένων 3 ως πωλητών και της εφεσείουσας 2 ως αγοράστριας από τον Surgei Kossoian, είναι εντελώς παράλογη γιατί δεν είναι δυνατόν άτομο το οποίο δεν είχε κανένα συμφέρον ή δικαίωμα επί του συγκεκριμένου ακινήτου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία να εξουσιοδοτήσει δήθεν το Μ.Υ.1 να υπογράψει αγοραπωλητήριο έγγραφο ως ανωτέρω.
Οι εφεσείουσες προβάλλουν ακόμα τον ισχυρισμό ότι το δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι δεν δικογραφήθηκε η εκδοχή του Μ.Υ.1 ότι ο Παναγιώτης Μαυρουδής είναι υπόλογος για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς της κατοικίας γιατί αυτός ήταν ο αγοραστής, επιλέγοντας να το εγγράψει πρώτα επ΄ ονόματι της εφεσείουσας 1 και μεταγενέστερα επ΄ ονόματι της εφεσείουσας 2.
Πράγματι στην έκθεση υπεράσπισης δεν τίθεται ένας τέτοιος ισχυρισμός. Αναφέρεται μόνο ότι ο Μαυρουδής θα κατέβαλλε το υπόλοιπο του τιμήματος. Όμως ο όλος ισχυρισμός καταρρίπτεται από τις ξεκάθαρες πρόνοιες του τεκμηρίου 8, δηλαδή τη σύμβαση πώλησης μεταξύ του εφεσίβλητου και της εφεσείουσας 1, στο οποίο σαφώς η εφεσείουσα 1 φέρεται ως αγοράστρια και ως αναλαμβάνουσα να εξοφλήσει το υπόλοιπο του τιμήματος κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Το τεκμήριο 8 είχε συντάξει ο ίδιος ο Μ.Υ.1 και συνεπώς δεν είναι δυνατόν ο μάρτυρας να ισχυρίζεται ότι αγοραστής του ακινήτου ήταν ανέκαθεν ο κ. Παναγιώτης Μαυρουδής.
Εκτενής αναφορά έγινε και για τα σχόλια για τη μη προσέλευση του κ. Μαυρουδή. Όπου διάδικος χωρίς εξήγηση παραλείπει να καλέσει ως μάρτυρα πρόσωπο το οποίο εύλογα αναμένεται ότι θα έπρεπε να κληθεί (άνκαι το γεγονός της μη κλήσης του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία για το τι το συγκεκριμένο πρόσωπο δυνατόν να έλεγε αν εκαλείτο ως μάρτυρας), το δικαστήριο μπορεί να συνάγει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου δεν θα ήταν βοηθητική για την υπόθεση του διαδίκου. Η μη κλήση του προσώπου αυτού ως μάρτυρα μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν εναντίον του διαδίκου, είτε για να αποφασιστεί κατά πόσο το δικαστήριο θα δεχθεί συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία έχει πράγματι δοθεί, είτε υπέρ ή εναντίον του διαδίκου, και η οποία μαρτυρία σχετίζεται με θέμα αναφορικά με το πρόσωπο το οποίο δεν κλήθηκε και το οποίο θα μπορούσε να καταθέσει για τη συγκεκριμένη μαρτυρία, είτε για να αποφασίσει το δικαστήριο κατά πόσο θα καταλήξει σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, τα οποία είναι επιτρεπτά λόγω μαρτυρίας η οποία έχει ήδη δοθεί και πάλι αναφορικά με ζητήματα για τα οποία το πρόσωπο που δεν κλήθηκε θα μπορούσε να καταθέσει (Cross & Tapper on Evidence, 8η έκδοση, 1995, σελ.40).
Οι εφεσείουσες παραπονούνται τέλος για την απόφαση να επιδικαστούν εναντίον τους και τα έξοδα των εναγομένων 3.
Και ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί. Ήταν λογικό για τον εφεσίβλητο-ενάγοντα να καταχωρήσει την αγωγή και εναντίον των εναγομένων 3. Όπως είναι γνωστό το διάταγμα γνωστό ως "Bullock Order" επιδικάζει τα έξοδα εναγόμενου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αξίωσή του, εναντίον των άλλων εναγομένων, αν ήταν λογικό για τον ενάγοντα να καταχωρήσει την αγωγή και εναντίον του. Και αυτή είναι η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση. Ο ενάγων-εφεσίβλητος ήταν πολύ λογικό να περιλάβει και τους εναγόμενους 3 στην αγωγή, αφού ήταν οι αρχικοί πωλητές της οικίας στον Kossoian, οι οποίοι μάλιστα όχι μόνο προσυπόγραψαν και το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ του Kossoian και του εφεσίβλητου, αλλά τελικά μεταβίβασαν την οικία στην εφεσείουσα 2.
Ο εφεσίβλητος με αντέφεση υποστηρίζει ότι λανθασμένα το δικαστήριο του επιδίκασε αποζημιώσεις, αντί να διατάξει την εγγραφή της οικίας επ΄ ονόματί του.
Και η αντέφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Το ενδεχόμενο αυτό απασχόλησε το δικαστήριο το οποίο τελικά έκρινε υπέρ της επιδίκασης αποζημιώσεων λόγω του ότι το ακίνητο βαρυνόταν με δύο υποθήκες που είχαν εγγραφεί μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι της εφεσείουσας 2. Το δικαστήριο, συμφωνούντος και του δικηγόρου του εφεσίβλητου, έκρινε ότι η προσέγγιση των αποζημιώσεων ήταν πιο πρακτική. Αφού ο εφεσίβλητος, μέσω του δικηγόρου του, αποδέχτηκε την καταβολή αποζημιώσεων, δεν μπορεί να παραπονείται στη συνέχεια για τη μη εγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματί του.
Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των εφεσειουσών τα οποία υπολογίζουμε στα €2.500, πλέον Φ.Π.Α.
Η αντέφεση επίσης απορρίπτεται, αλλά υπό τις περιστάσεις, χωρίς έξοδα.
ΦΡ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, Δ.
Μ. ΦΩΤΙΟΥ, Δ.
Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.
/ΜΔ