|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2009) 1 ΑΑΔ 1088
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2007)
10 Σεπτεμβρίου, 2009
[ΚΡΑΜΒΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στές]
ΣΑΒΒΑΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ,
Εφεσείων/Εναγόμενος,
- και -
ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ,
Εφεσίβλητος/Ενάγων
Α. Χουβαρτάς, για τον Εφεσείοντα.
Π. Κλεοβούλου, για τον Εφεσίβλητο.
Α. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Κ. Παμπαλλή.
_____________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Το αντικείμενο της συμφωνίας μεταξύ εφεσείοντα και εφεσίβλητου, ήταν η μεταβίβαση μετοχών αξίας Λ.Κ.24.000,00. Για το σκοπό αυτό ο εφεσίβλητος κατέβαλε στον εφεσείοντα στις 20.6.2000, το πιο πάνω ποσό.
Μέχρι την καταχώρηση της αγωγής αρ. 368/03 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, ο εφεσείων δεν είχε μεταβιβάσει μετοχές ανάλογης αξίας. Ο εφεσίβλητος είχε προηγουμένως ζητήσει την εκπλήρωση της συμφωνίας και τελικώς με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 23.1.2003 τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία.
Στις 30.11.2006 το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχτηκε την απαίτηση του εφεσίβλητου και εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντα για Λ.Κ.24.000,00.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αξιολόγησε σωστά την προσαχθείσα μαρτυρία, αφού ήταν αντίθετη με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως.
Ως δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλεται η ανεπαρκής αξιολόγηση και η λανθασμένη αποδοχή της προσαχθείσας μαρτυρίας που οδήγησε σε εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων.
Η απόρριψη της εκδοχής του εφεσείοντα δεν έχει αιτιολογηθεί, πρόβαλε ο συνήγορος του, υποστηρίζοντας τον τρίτο λόγο έφεσης και έπρεπε, κατά την άποψή του, ν' αποδεχθεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, που αποτελεί το κύριο επιχείρημα στήριξης του τέταρτου λόγου έφεσης. Η εσφαλμένη απόρριψη της εκδοχής του εφεσείοντα, οδήγησε, είπε καταλήγοντας ο συνήγορος, σε λανθασμένα ευρήματα, όπως αναφέρεται στον πέμπτο λόγο έφεσης.
Στην αντίπερα πλευρά, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου υπεραμύνθηκε της ορθότητας της εκδοθείσας απόφασης, τονίζοντας ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν, όχι μόνο ορθή, αλλά και πλήρης. Η μόνη κατάληξη στην οποία μπορούσε να οδηγηθεί το πρωτόδικο δικαστήριο, είπε ο συνήγορος, με βάση τα ευρήματα του, ήταν ότι η απαίτηση του εφεσίβλητου βασιζόταν στο άρθρο 46 του Κεφ. 149.
Αποτελεί δοσμένη αρχή και ταυτοχρόνως παγίως καθιερωθείσα νομολογία ότι το θέμα της αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου έχει ο εκδικάσας Δικαστής. Ο τελευταίος έχει το σοβαρό πλεονέκτημα της παρακολούθησης των μαρτύρων όταν καταθέτουν ενώπιον του. Ταυτοχρόνως, η παρακολούθηση των μαρτύρων κατά τη διεξαγωγή της δίκης από το εδώλιο του μάρτυρα, προσφέρει τη δυνατότητα αξιολόγησης που απαιτεί η νομολογία και το δικαϊκό μας σύστημα.
Το Εφετείο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επεμβαίνει μόνο όταν τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι αντίθετα με την προσαχθείσα μαρτυρία ή αντιστρατεύονται τη λογική των πραγμάτων, όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου. (Βλέπε Νικήτας ν. Medcon Constructions Ltd. κ.α. (1997) 1Β ΑΑΔ 642 και Σολομωνίδη κ.α. ν. Πετρίδου κ.α. (2001) 1Α ΑΑΔ 632.
Με το δοσμένο αυτό υπόβαθρο, θα εξετάσουμε τα παράπονα του εφεσείοντα.
Με γνώμονα τη δεσμευτική τοποθέτηση των διαδίκων, όπως προβάλλεται στα δικόγραφα τους, ο εφεσείων παραδέχεται ότι έλαβε το ποσό των Λ.Κ.24.000,00. Ταυτοχρόνως, συμφωνεί ότι τα χρήματα δόθηκαν σ΄αυτόν για την αγορά μετοχών.
Η διαφωνία του έγκειται στον προσδιορισμό των μετοχών που θα πωλούσε και στη συνέχεια θα μεταβίβαζε στον εφεσίβλητο. Για υποστήριξη της θέσης του αυτής, κάλεσε ως μάρτυρα τον Α. Μιλτιάδου (Μ.Υ.1).
Στο σημείο όμως αυτό, το πρωτόδικο δικαστήριο με σαφήνεια καθόρισε τους λόγους που το ώθησαν ν' αποδεχτεί τη μαρτυρία του εφεσίβλητου και του πεθερού του, και ν' απορρίψει τη μαρτυρία του εφεσείοντος. Ως προς τον Α. Μιλτιάδου το δικαστήριο έδωσε επαρκείς λόγους γιατί θεώρησε ότι η μαρτυρία του ήταν άσχετη με το επίδικο θέμα της ύπαρξης ή όχι συγκεκριμένων μετοχών που θα ήταν το αντικείμενο της πώλησης.
Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το μεμπτό στον τρόπο αντίκρισης του θέματος από το πρωτόδικο δικαστήριο και για το λόγο αυτό απορρίπτονται οι τέσσερις πρώτοι λόγοι που άπτονται της αξιοπιστίας των μαρτυρίων.
Η ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο δικαστήριο στην ενέργεια του εφεσίβλητου να στείλει επιστολή ημερομηνίας 23.1.2003 με στόχο τον τερματισμό της συμφωνίας ήταν, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ορθή. Είναι αβάσιμο το επιχείρημα που προβάλλει ο εφεσείων ότι ο υπολογισμός του ευλόγου χρόνου υλοποίησης της συμφωνίας δεν έπρεπε να αρχίζει από τις 20.6.2000.
Είναι σαφές από τα γεγονότα της υπόθεσης και καμιά πλευρά δεν πρόβαλε αντίθετη εισήγηση, ότι η συμφωνία για πώληση των μετοχών ημερομηνίας 20.6.2000 δεν είχε πρόνοια ως προς την ημερομηνία ολοκλήρωσης της. Η παρέλευση όμως των 31 μηνών, όπως επισημαίνει η πρωτόδικος δικαστής, πόρρω απέχει από το να χαρακτηριστεί ως «εύλογος χρόνος» για υλοποίηση των προνοιών της συμφωνίας. Η νομική ανάλυση που έγινε από το πρωτόδικο δικαστήριο θεωρούμε ότι είναι ορθή και συνακόλουθα ο λόγος αυτός θα πρέπει ν' απορριφθεί.
Η έφεση απορρίπτεται. Ποσό €2.000,00 ως έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντα.
Δ. Δ. Δ.