|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2010) 1 ΑΑΔ 687
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 193/2008)
19 Μαΐου 2010
[ΑΡΤΕΜΗΣ, Π., ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στές.]
ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ,
Εφεσείοντα/Αιτητή
ν.
LAIKI CYPRIALIFE LTD,
Εφεσίβλητης/Καθ΄Ης η Αίτηση
_________________
Α. Κυπρίζογλου για Ρ. Ερωτοκρίτου, για τον Εφεσείοντα.
Μ. Ηλιάδης, για την Εφεσίβλητη.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ: Τον Απρίλιο του 2000 ο Εφεσείων συνήψε με την Εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία συμβόλαιο το οποίο εκάλυπτε, μεταξύ άλλων, και μόνιμη μερική ανικανότητα από ατύχημα. Λίγους μήνες μετά, ο Εφεσείων είχε ατύχημα το οποίο είχε, όπως διατείνετο, ως αποτέλεσμα την απώλεια της αίσθησης της όσφρησης του. Υπέβαλε τότε απαίτηση προς την Εφεσίβλητη η οποία την απέρριψε ως μη αποδεικνυόμενη και εν πάση περιπτώσει ως μη καλυπτόμενη από τους όρους του συμβολαίου, οπότε η διαφορά, σύμφωνα με όρο του συμβολαίου, παρεπέμφθη σε διαιτησία. Στα δικόγραφα του ο Εφεσείων ισχυρίσθηκε ότι η απώλεια του ενέπιπτε στους όρους του συμβολαίου, ενώ η Εφεσίβλητη στο δικό της δικόγραφο ισχυρίσθηκε ότι, και αν αποδεικνύετο η απώλεια της όσφρησης, αυτή δεν εκαλύπτετο από τους όρους του συμβολαίου. Το αντικείμενο της διαφοράς, όπως καθορίσθηκε από τα μέρη, ήταν:
«1. Κατά πόσον ο ασφαλιζόμενος υπέστει μόνιμη μερική ανικανότητα από ατύχημα με ολική απώλεια της όσφρησής του.
2. Κατά πόσον η απώλεια της όσφρησης εμπίπτει στις πρόνοιες του Προσαρτήματος (SB 3.0) του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου και εάν ναι, κατά πόσον η απώλεια είναι πλήρης και αθεράπευτη ή μόνιμη μερική σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Προσαρτήματος (SB 3.0).
3. Ποίον θα είναι το ύψος των αποζημιώσεων που θα δικαιούται ο ασφαλιζόμενος ανάλογα με την απόφαση στα σημεία που εγείρονται στην παράγραφο Αρ. 2 πιο πάνω.»
Με παραδεκτή κατόπιν της προσκομισθείσας κατά τη διαιτησία ιατρικής μαρτυρίας, αν και αρχικώς αμφισβητηθείσα, την απώλεια της αίσθησης της όσφρησης, ο Διαιτητής επεσήμανε ότι:
«Η διαφορά επικεντρώθηκε στο ζήτημα αν η απώλεια της όσφρησης από μόνη της, ως η μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση, εμπίπτει στις πρόνοιες του Προσαρτήματος SB.3.0 του Ασφαλιστηρίου και αν ναι, ποιό το ύψος της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ασφαλιζόμενος αιτητής»
Τούτο με αναφορά στο ότι δεν προσκομίσθηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει μείωση της ικανότητας του Εφεσείοντα για εργασία, δεδομένου ότι η μεν Εφεσίβλητη εισηγείτο ότι ήταν αναγκαία η απόδειξη μείωσης της ικανότητας για εργασία ο δε Εφεσείων εισηγείτο ότι αυτή δεν ήταν αναγκαία. Και αυτά με επίκεντρο το άρθρο 6 του προσαρτήματος το οποίο αφορά το ωφέλημα της Μόνιμης Μερικής Ανικανότητας από Ατύχημα και το οποίο ορίζει ότι:
«Σε κάθε περίπτωση ατυχήματος το οποίο συνεπάγεται μόνιμη μερική ανικανότητα που δεν αναφέρεται ειδικά στον πίνακα των λοιπών σωματικών βλαβών όπως ορίζονται πιο πάνω στο επισυναπτόμενο Συμβόλαιο, το ποσό της αποζημίωσης συνίσταται σε ποσοστόν επί του ποσού που αναφέρεται για το άρθρο (4), ίσο προς το ποσοστό της ισόβιας ή γενικής μείωσης της ικανότητας του παθόντος για οποιανδήποτε εργασία, για τον προσδιορισμό αυτού του ποσοστού λαμβάνονται υπόψιν γενικά κριτήρια και όχι οι ειδικοί όροι βάσει των οποίων διατελούσε αυτός που υπέστη το ατύχημα κατά την άσκηση της εργασίας του πριν από το ατύχημα. Εν πάσει περιπτώσει το εν λόγω ποσοστόν δεν μπορεί να υπερβεί αυτό που προβλέπεται στον προαναφερόμενο πίνακα για σωματική βλάβη αντίστοιχης σοβαρότητας και βαρύτητας.»
Ο Διαιτητής, αφού παρέθεσε σε έκταση τις πρόνοιες του συμβολαίου περιλαμβανομένου του άρθρου 6, θεώρησε ότι «Η γλώσσα του Συμβολαίου και των Προσαρτημάτων είναι καθαρή και δεν υπάρχει ασάφεια» και ότι η μόνιμη μερική ανικανότητα πρέπει «στις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ειδικά στα άρθρα 3 και 4, να συνεπάγεται ισόβια ή γενική μείωση της ικανότητας του παθόντος για οποιαδήποτε εργασία». Παρατηρώντας δε ότι καμιά μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε ως προς τούτο, απέρριψε την απαίτηση.
Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για ακύρωση της απόφασης του Διαιτητή ήταν ανεπιτυχής. Το Δικαστήριο, παραθέτοντας το νόμο και τη νομολογία αναφορικά με τον παραμερισμό διαιτητικής απόφασης, είπε:
«Δεν θα ενδιατρίψω στην απόφαση του Διαιτητή και στους λόγους που αξιολογώντας τη μαρτυρία κατέληξε στα συμπεράσματα του. Δεν είναι θέμα του δικαστηρίου τούτου να κρίνει την απόφαση του Διαιτητή. Αυτό που το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει είναι εάν ενόψει της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής (στη συγκεκριμένη περίπτωση της μαρτυρίας του αιτητή μόνο και των ιατρικών πιστοποιητικών όπως επίσης και του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου) θα μπορούσε εύλογα και δίκαια να καταλήξει στα συμπεράσματα που κατέληξε δικαιολογώντας πλήρως την απόφαση του. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό βεβαίως είναι θετική. Ο Διαιτητής είναι πρόσωπο με πολυετή δικαστική πείρα και καταξιώθηκε να ανελιχθεί μέχρι την υψηλότερη βαθμίδα της δικαστικής εξουσίας. Η απόφαση του είναι όπως έχω ήδη προαναφέρει, τεκμηριωμένη και το δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να λειτουργεί ως Εφετείο για να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει.»
Δεν συνέτρεχε, κατέληξε το Δικαστήριο, οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να συνιστούσαν ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους του Διαιτητή ώστε να δικαιολογείτο παρέμβαση του Δικαστηρίου:
«Αυτό που καλείται να κάνει το δικαστήριο είναι να δει εάν συντρέχει μία από τις τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στο Σύγγραμμα Handbook on Arbitration Practice του Ronald Bernstein, Derek Wood, ανωτέρω, η οποία συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά misconduct δηλαδή του διαιτητή στο πλαίσιο εκδίκασης της διαφοράς. Το δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του όμως κανένα στοιχείο που να συνηγορεί ή να καταδεικνύει ότι ο Διαιτητής επέδειξε προκατάληψη ή συμπεριφορά ή διαγωγή τέτοια από το επίπεδο συμπεριφοράς που οι διάδικοι ανέμεναν απ΄αυτόν ούτε παρουσιάστηκε ενώπιον μου οτιδήποτε που θα απεδείκνυε σχέση του Διαιτητή με ένα από τα μέρη της διαφοράς το οποίο θα δημιουργούσε εμφανείς κινδύνους ως προς την εξ αντικειμένου δυνατότητα του Διαιτητή να ενεργεί αμερόληπτα.
Η επιχειρηματολογία του δικηγόρου του αιτητή αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, την αποδοχή ή την απόρριψη μαρτυρίας, την ερμηνεία του επιδίκου εγγράφου κλπ από μέρους του Διαιτητή, τα οποία δεν συνιστούν επιλήψιμη ή ανάρμοστη συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαφοροποίηση και/ή την ακύρωση της απόφασης του από το δικαστήριο όπως προνοεί το άρθρο 20 του Κεφ. 4 επί του οποίου η αίτηση βασίζεται.»
Η έφεση αμφισβητεί την ορθότητα της θεώρησης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Στο επίκεντρο των λόγων έφεσης, και ενδιαφέρουν περισσότερο οι λόγοι έφεσης 3 και 4, είναι η ερμηνεία της έννοιας «misconduct» αφού, σύμφωνα με το άρθρο 20(2) του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφάλαιο 4:
«Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.»
Είναι η θέση του Εφεσείοντα ότι η έννοια «χειρίστηκε κακώς την υπόθεση» δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις προκατάληψης, σχέσης που να δημιουργεί κίνδυνο ως προς την εξ αντικειμένου δυνατότητα του διαιτητή, ή μη συμμόρφωσης με τους κανόνες της δίκαιης δίκης, αλλά επεκτείνεται και σε περιπτώσεις αντινομικής κρίσης του διαιτητή ως εκ της λανθασμένης αντίληψης του του νόμου ή των γεγονότων. Η Εφεσίβλητη εισηγείται την πιο περιορισμένη αντίληψη της έννοιας.
Είναι δεδομένο ότι η έννοια «χειρίστηκε κακώς την υπόθεση» έχει περιορισμένη εμβέλεια. Ορθώς παρατηρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσίβλητη, επί της γενικότερης διάστασης, ότι, όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιείας
Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (2001) 1 ΑΑΔ σ. 23, σ.29:
«Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Έτσι, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, που έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρ. 20(2).»
Και δεν είναι τυχαίο που η νομολογία, όπως συνοψίζεται και στις αρχές που διατυπώνονται στις αυθεντίες, αφορά κυρίως υποθέσεις όπου το ζητούμενο είναι η συμμόρφωση του διαιτητή με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης (ίδε Galatis v. Savvides et al (1968) 1 CLR 87 και την αγγλική νομολογία που εξετάζεται εκεί). Οι υποχρεώσεις του διαιτητή όμως δεν σταματούν εκεί. Με δεδομένο ότι, όπως υπεδείχθη από τον Πική, Π., στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd et al (1999) 1 ΑΑΔ σ. 717, «Το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό», «Δικαστική είναι και η αποστολή τους.», βασική ευθύνη του διαιτητή είναι και η υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του. Σχετική είναι η αναφορά του Lord Goddard στην υπόθεση Mediterranean & Eastern Export Co Ltd v. FortressFabrics (Manchester) Ltd [1948] 2 All E.R. 186, σ. 189, ότι:
«If an arbitrator has acted within the terms of his submission and has not violated any rules of what is so often called natural justice, the Courts should be slow indeed to set aside his award.»
Πέραν της υποχρέωσης αυτής όμως, ο διαιτητής υποχρεούται να συμμορφώνεται και με βασικές αρχές του δικαίου. Όπως υπεδείχθη από τον Τριανταφυλλίδη, Π., στην υπόθεση Harakis v. Official Receiver (1978) 1 CLR 15, σ. 23:
«It is correct that wrongful admission of evidence may amount to legal misconduct by an arbitrator (see Russell, supra, at p. 235).»
Οι αρχές αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την απόφαση στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd (2001) 1 ΑΑΔ 2006.
Πίσω από την έκταση της δυνατότητας του δικαστηρίου να παρέμβει στα πλαίσια που η έννοια «χειρίστηκε κακώς την υπόθεση» επιτρέπει, είναι οι πραγματικότητες και οι εύλογες προσδοκίες των μερών. Συμφωνώντας να προσφύγουν σε διαιτησία αντί στη συνήθη δικαστική διαδικασία, τα μέρη δεν μπορούν να εκλαμβάνονται ότι αποδέχονται την όποια απόφαση του διαιτητή, έστω και αν αυτός ενεργούσε «αντιδικαστικά», ιδιαιτέρως αφού, πλην την πρόνοιας του άρθρου 20, η απόφαση του διαιτητή δεν υπόκειται σε έφεση. Πολλά εξαρτώνται και από το σκοπό της διαιτησίας. Ασφαλώς, προκειμένου για διαιτησία όπου επιδιώκεται η χρήση των ειδικών γνώσεων και εμπειριών του διαιτητή, δεν μπορεί με ευκολία να γίνεται λόγος για «κακό χειρισμό» της υπόθεσης υπό τη μορφή λανθασμένης προσέγγισης του διαιτητή. Σε τέτοια περίπτωση τα μέρη εμπιστεύονται το διαιτητή ακριβώς διότι μπορεί να αντλήσει από το γνωσιολογικό και εμπειρικό υπόβαθρο του για να κρίνει ορθώς τη διαφορά (ίδε Mediterranean & Eastern Export Co. Ltd v. Fortress Fabrics (Manchester) Ltd (ανωτέρω). Η κρίση σε τέτοια περίπτωση εξαρτάται από την υποκειμενική προσέγγιση του διαιτητή στην οποία τα μέρη προσφεύγουν και δεν θα ήταν νοητό αυτή να υπόκειται σε αναθεώρηση. Δεν είναι όμως αυτή η μόνη περίπτωση διαιτησίας. Συχνά παραπέμπεται σε διαιτησία όχι μόνο η «πραγματική» αλλά και η «νομική» πτυχή της διαφοράς. Τέτοια ήταν και η προκειμένη περίπτωση, εφ΄όσον η διαιτησία εκάλυπτε όχι μόνο την «πραγματική» διαφορά - κατά πόσο υπήρχε απώλεια της όσφρησης - αλλά και τη «νομική» διαφορά - κατά πόσον, αν υπήρχε απώλεια της όσφρησης, αυτή εκαλύπτετο από το συμβόλαιο. Στο τέλος της ημέρας μάλιστα η νομική αυτή διαφορά παρέμεινε ως η μόνη διαφορά αφού στην πορεία η Εφεσίβλητη εδέχθη ότι υπήρχε απώλεια της όσφρησης ως μόνιμη νομική ανικανότητα. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι βεβαίως αν η νομική κρίση του διαιτητή ως θέμα ερμηνείας των όρων του συμβολαίου μπορεί να είναι ανεξέλεγκτη ή όχι.
Φρονώ πως όχι. Έχει ήδη επισημανθεί ότι η νομολογία αναγνωρίζει ότι η κρίση του διαιτητή δεν είναι ανεξέλεγκτη σε περίπτωση λανθασμένης εισαγωγής μαρτυρίας. Σε τέτοια περίπτωση ο διαιτητής ενεργεί προφανώς θεμελιακώς πεπλανημένως εκλαμβάνοντας ότι μπορεί να βασισθεί σε μαρτυρία στην οποία στην πραγματικότητα δεν του επιτρέπεται να βασισθεί. Ανάλογη πρέπει να είναι η αρχή και προκειμένου περί νομικής παρερμηνείας εφ΄όσον αυτή είναι τόσο θεμελιακή ως προς το ζητούμενο ώστε να επηρεάζει το αποτέλεσμα της διαιτησίας και εφ΄όσον η κρίση του διαιτητή μπορεί να κριθεί αντικειμενικώς και όχι σε συνάρτηση με την κρίση που αυτός αντλεί από το γνωσιολογικό και εμπειρικό υπόβαθρο του. Τέτοια ήταν η περίπτωση εδώ, αφού το μόνο θέμα στη διαιτησία απέληξε να είναι η ερμηνεία του συμβολαίου επί παραδεκτού πραγματικού υποβάθρου και δη του άρθρου 6. Σε τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να λέγεται ότι, επειδή «Ο Διαιτητής είναι πρόσωπο με πολυετή δικαστική πείρα και καταξιώθηκε να ανελιχθεί μέχρι την υψηλότερη βαθμίδα της δικαστικής εξουσίας» η καθαρώς νομική κρίση του δεν μπορεί να ελέγχεται. Το θέμα δεν αφορούσε κρίση επί γεγονότων, ως προς το οποίο τα λεχθέντα από το πρωτόδικο δικαστήριο θα μπορούσαν μάλλον να είχαν εφαρμογή («Αυτό που το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει είναι εάν ενόψει της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής (στη συγκεκριμένη περίπτωση της μαρτυρίας του αιτητή μόνο και των ιατρικών πιστοποιητικών όπως επίσης και του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου) θα μπορούσε εύλογα και δίκαια να καταλήξει στα συμπεράσματα που κατέληξε δικαιολογώντας πλήρως την απόφαση του.»). Απεναντίας, καθ΄όσον το θέμα ήταν ακριβώς αυτό τούτο το νομικώς εύλογο της κατάληξης του διαιτητή, το θέμα μπορούσε να κριθεί μόνο με αναφορά προς την ορθότητα της ερμηνείας που ο διαιτητής έδωσε στο συμβόλαιο. Ουσιαστικώς, όπως και στην περίπτωση λανθασμένης εισαγωγής μαρτυρίας, ο διαιτητής ο οποίος παρερμηνεύει τους όρους του συμβολαίου ενεργεί «αντιδικαστικώς» και «χειρίζεται κακώς» την υπόθεση εφ΄όσον επιτρέπει τη δόμηση της κατάληξης του σε λανθασμένη και πεπλανημένη νομική βάση.
Το ερώτημα που απομένει βεβαίως είναι αν όντως ο διαιτητής εδώ παρερμήνευσε θεμελιακώς το συμβόλαιο. Ο Πίνακας του συμβολαίου καθορίζει ότι το πληρωτέο ποσό για μόνιμη μερική ανικανότητα είναι £40.000. Το άρθρο ορίζει τη μόνιμη μερική ανικανότητα ως η «πλήρης και αθεράπευτη απώλεια της ικανότητας λειτουργικής χρήσης ενός οργάνου ή ενός μέλους», ενώ σε περίπτωση μόνιμης μερικής απώλειας της εν λόγω ικανότητας του οργάνου ή μέλους η αποζημίωση είναι ποσοστό επί του καταβλητέου ποσού αναλόγως «με το βαθμό που παρακωλύεται η χρήση του οργάνου ή μέλους». Σε περίπτωση (1) απώλειας της όρασης και των δύο ματιών και (2) ολικής παράλυσης, το άρθρο 3 προνοεί ότι καταβάλλεται ολόκληρο το ποσό του Πίνακα (£40.000). Το άρθρο 4 τώρα προνοεί ειδικές περιπτώσεις απώλειας, ως προς τις οποίες η καταβλητέα αποζημίωση καθορίζεται ως αντίστοιχο ποσοστό επί του ποσού του Πίνακα. Η απώλεια της όσφρησης δεν περιλαμβάνεται είτε στο άρθρο 3 είτε στο άρθρο 4. Σχετικό ως προς αυτή είναι το άρθρο 6 το οποίο παραθέτω και πάλι:
«Σε κάθε περίπτωση ατυχήματος το οποίο συνεπάγεται μόνιμη μερική ανικανότητα που δεν αναφέρεται ειδικά στο πίνακα των λοιπών σωματικών βλαβών όπως ορίζονται πιο πάνω στο επισυναπτόμενο Συμβόλαιο, το ποσό της αποζημίωσης συνίσταται σε ποσοστόν επί του ποσού που αναφέρεται για το άρθρο (4), ίσο προς το ποσοστό της ισόβιας ή γενικής μείωσης της ικανότητας του παθόντος για οποιανδήποτε εργασία, για τον προσδιορισμό αυτού του ποσοστού λαμβάνονται υπόψιν γενικά κριτήρια και όχι οι ειδικοί όροι βάσει των οποίων διατελούσε αυτός που υπέστη το ατύχημα κατά την άσκηση της εργασίας του πριν από το ατύχημα. Εν πάσει περιπτώσει το εν λόγω ποσοστόν δεν μπορεί να υπερβεί αυτό που προβλέπεται στον προαναφερόμενο πίνακα για σωματική βλάβη αντίστοιχης σοβαρότητας και βαρύτητας.»
Προφανώς το άρθρο 6 αφορά περιπτώσεις μόνιμης μερικής ανικανότητας άλλες από εκείνες που αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 4, όπως είναι η προκειμένη. Σε τέτοια περίπτωση, και αντιθέτως με το άρθρο 4 το οποίο καθορίζει την αποζημίωση για κάθε ρητώς αναφερόμενη βλάβη ως ποσοστό επί του ποσού των £40.000 και ανεξαρτήτως προς οτιδήποτε άλλο, το άρθρο 6 καθορίζει την αποζημίωση ως το ποσοστό επί του ποσού των £40.000 κατά το οποίο η ικανότητα του ασφαλισμένου για οποιαδήποτε εργασία έχει μειωθεί. Προνοεί όμως επίσης το άρθρο 6 ότι για τον προσδιορισμό του ποσοστού αυτού «λαμβάνονται υπόψιν γενικά κριτήρια και όχι οι ειδικοί όροι βάσει των οποίων διατελούσε αυτός που υπέστη το ατύχημα κατά την άσκηση της εργασίας του πριν από το ατύχημα». Η ειδική αυτή πρόνοια του άρθρου 6 φαίνεται λοιπόν να συναρτά τον προσδιορισμό του ποσοστού ανικανότητας όχι προς οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που να καταδεικνύει τον πραγματικό επηρεασμό του ασφαλισμένου σε σχέση με την εργασία που έκανε αλλά το γενικό επηρεασμό που, έχοντας υπ΄όψη «γενικά κριτήρια», μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι η ικανότητα του για «οποιανδήποτε εργασία» έχει μειωθεί. Το ποσοστό αυτό προφανώς αναμένεται να προσδιορισθεί με αναφορά στη γενικότερη αντίληψη και κρίση του πράγματος και όχι στη βάση μαρτυρίας.
Ο Διαιτητής στην προκειμένη περίπτωση παρέθεσε το άρθρο 6 και υπέδειξε τους προαναφερθέντες όρους του ως προς τον υπολογισμό του ποσοστού, τονίζοντας μάλιστα ακολούθως ότι «Ο καθορισμός του ποσοστού ανικανότητας για εργασία σύμφωνα με το άρθρο 6.2 του Προσαρτήματος δεν συναρτάται με συγκεκριμένη εργασία ούτε την εργασία που ασκούσε κατά το χρόνο που υπέστη το ατύχημα. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι γενικά.». Εν τούτοις στη συνέχεια προχώρησε να παρατηρήσει ότι, καθ΄όσον «Καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε για ισόβια ή γενική μείωση ή οποιαδήποτε μείωση της ικανότητας του αιτητή για οποιαδήποτε εργασία.», καταλήγοντας ότι «Στην παρούσα υπόθεση καμιά μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Διαιτητή για μείωση - ισόβιας ή γενικής - της ικανότητας του αιτητή για οποιαδήποτε εργασία λόγω απώλειας της όσφρησης.». Ενήργησε λοιπόν υπό πλάνη ως προς τη νομική βάση του κριτηρίου ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι «εχειρίσθη κακώς την υπόθεση» με αποτέλεσμα η απόφαση του να υπόκειται σε ακύρωση.
Θα επέτρεπα λοιπόν την έφεση.
Δ. Χατζηχαμπής, Δ.
/ΚΧ"Π