|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2010) 1 ΑΑΔ 900
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 53/2010
24 Ιουνίου, 2010
[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ,
ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, ΔΔ]
ΚΩΣΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Εφεσείων
- ΚΑΙ -
KRISTINA GONDOVA
Εφεσίβλητη
..........................
Μονομερής αίτηση ημερ. 23/4/2010 για υποκατάσταστη επίδοση
Λ. Γ. Λουκαϊδης, για τον αιτητή/εφεσείοντα
.............................
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ: Την ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Μ. Φωτίου.
.....................
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Μ. ΦΩΤΙΟΥ, Δ: Με την πιο πάνω αίτηση ο αιτητής ζητά ουσιαστικά διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση της Ειδοποίησης Έφεσης (Δ.35 Κ3) στην εφεσίβλητη διά της αποστολής της με διπλοσυστημένη επιστολή στη διεύθυνση Radova C.405/5, 02732, Zuberec Slovak Republic, καθώς επίσης και σχετικές οδηγίες αναφορικά με τυχόν παράλειψη της εφεσίβλητης να εμφανιστεί στην έφεση.
Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εφεσείοντα/αιτητή ο οποίος δηλώνει ότι η εφεσίβλητη από τα Χριστούγεννα του 2007, που έχει πάρει το παιδί τους και έφυγε για την Σλοβακία, δεν έχει επιστρέψει και προσωπική επίδοση της έφεσης είναι αδύνατο να επιτευχθεί. Επομένως ζητά να γίνει υποκατάστατη επίδοση ως η αίτηση.
Κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο ζήτησε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εφεσείοντα να εκφέρει την άποψη του κατά πόσο το σχετικό διάταγμα, αντικείμενο της έφεσης, είναι εφέσιμο, γιατί αν δεν είναι, τότε και το αίτημα για υποκατάστατη επίδοση της έφεσης είναι περιττό. Υποδείχθηκε στο συνήγορο η ύπαρξη αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κώστας Δημητρίου ν. Kristina Gondova, Πολιτική Έφεση αρ. 53/10 ημερ. 11/3/10, Αναφορικά με την αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή, Πολ. Εφ. 32/09 και 33/09 ημερ. 12/5/09 και Αναφορικά με αίτημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Ηνωμένων Πολιτειών για λήψη μαρτυρίας του Ευάγγελου Εμπεδοκλή, Πολιτική Έφεση αρ. 402/08 ημερ. 17/7/09), οι οποίες δυνατό να επηρεάζουν αρνητικά την αίτηση του.
Ήταν η θέση του κ. Λουκαϊδη ότι από μελέτη των εν λόγω υποθέσεων δεν βρίσκει οτιδήποτε που να επηρεάζει την αίτηση του, αφού στο στάδιο αυτό η αίτηση περιορίζεται σε ότι αφορά την υποκατάστατη επίδοση.
Αρχίζοντας από την Ειδοποίηση Έφεσης, που καταχωρήθηκε στις 23/2/10, προσέχουμε ότι με αυτή ο εφεσείων εφεσιβάλλει «το διάταγμα που δόθηκε στις 3/12/09» το κείμενο του οποίου έχει ως ακολούθως:
«Διάταγμα σύμφωνα με τον περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Μαρτυρία)
Νόμο Κεφ. 12
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δικαστή Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου
Κανονισμός (ΕΚ) 1206 του Συμβουλίου της 28ης Μαϊου, 2001 για τη συνεργασία μεταξύ των Δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.
....................................................................................................................
Επειδή διαβιβάζεται παρακλητικό αίτημα δικαστικής συνδρομής Δικαστηρίου της Σλοβακίας για τη λήψη μαρτυρίας από Κώστα Δημητρίου, Λεωφ. Πρωταρά, Νικομάρια 251, Διαμ. 3, Παραλίμνι, Κύπρος.
ΔΙΑΤΑΤΤΕΤΑΙ όπως το, πιο πάνω πρόσωπο παρουσιαστεί ενώπιον του κου Σάββα Καρατσή, Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο οποίος δια του παρόντος ορίζεται Εξεταστής, κατά την ημέρα και ώρα την οποία ο Εξεταστής ήθελε ορίσει, οπότε θα εξεταστεί επί του όρκου ή της διαβεβαίωσής του, σχετικά με τη λήψη μαρτυρίας που απαιτείται σύμφωνα με την αίτηση δικαστικής συνδρομής και θα παρουσιάσει οποιαδήποτε έγγραφα ή στοιχεία τα οποία ήθελε ζητηθούν.
ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΤΤΕΤΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ όπως ο αναφερόμενος Εξεταστής καταγράψει την κατάθεση του ως άνω αναφερομένου, σύμφωνα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και τη Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, που αφορά την εξέταση και αντεξέταση μαρτύρων και όπως ζητήσει από τον μάρτυρα να υπογράψει την κατάθεση του παρουσία του Εξεταστή και όπως ο αναφερόμενος Εξεταστής υπογράψει την κατάθεση που λήφθηκε σύμφωνα με το διάταγμα αυτό, η οποία αφού συμπληρωθεί να αποσταλεί μαζί με το διάταγμα αυτό στις αρμόδιες Αρχές της Σλοβακίας, αφού προηγηθεί ενημέρωση του Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Χρονολογήθηκε την 3η Δεκεμβρίου, 2009.
Ε. Παπαδοπούλου, Δικαστής»
Του πιο πάνω διατάγματος είχε προηγηθεί αίτημα υπό τον τίτλο «Α- Παραγγελία διεξαγωγής αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΚ) άρθ. 1206/2001 της 28/5/2001 με αιτούν Δικαστήριο το Δικαστήριο Okresny sud Namestovo της Σλοβακικής Δημοκρατίας και με Δικαστήριο εκτέλεσης το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας. Τα εν λόγω έγγραφα διαβιβάστηκαν από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας-Αμμοχώστου στην Αρχιπρωτοκολλητή με αίτημα όπως «οριστεί εξεταστής της υπόθεσης». Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν η έκδοση του προαναφερθέντος διατάγματος, αντικείμενο της παρούσας έφεσης της οποίας ζητείται τώρα να γίνει υποκατάστατη επίδοση στην εφεσίβλητη.
Από μελέτη του σχετικού Κανονισμού 1206/2001 προκύπτει ότι το διάταγμα που εκδίδεται για σκοπούς υλοποίησης της παράκλησης για λήψη μαρτυρίας, δεν έχει τη φύση απόφασης και/ή διατάγματος με την έννοια του άρθρου 25 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60 ως έχει τροποποιηθεί) ή της Δ.35 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ή ακόμα του άρθρου 11(2) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν. 33/64 ως έχει τροποποιηθεί). Τούτο προκύπτει και από τα όσα αποφασίστηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις, έστω και αν δεν είχε τεθεί άμεσα το ερώτημα αν το διάταγμα εκτέλεσης της παράκλησης είναι εφέσιμο.
Στην προαναφερθείσα υπόθεση Κώστας Δημητρίου ν. Kristina Gondova, Πολ. Έφεση αρ. 53/2010 ημερ. 11/3/10, που αφορούσε μονομερή αίτηση από τον ίδιο αιτητή (που έγινε στα πλαίσια της ίδιας έφεσης), για αναστολή του διατάγματος λήψης μαρτυρίας εκκρεμούσης της έφεσης, αναφορικά με τη φύση της διαδικασίας παράκλησης για λήψη μαρτυρίας η Ολομέλεια ανάφερε τα ακόλουθα:
«Η παρούσα διαδικασία, όπως έχουμε προαναφέρει, εδράζεται στον Κανονισμό 1206/2001. Ο Κανονισμός αυτός, εντασσόμενος στην ιδέα του ενιαίου του ευρωπαϊκού χώρου, θεσπίστηκε με γνώμονα την ταχεία αντιμετώπιση θεμάτων αυτής της υφής και προσδιορίζει μια απ' ευθείας επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων δικαστηρίων, με γνώμονα την ταχύτητα της διαβιβάσεως της παραγγελίας ενός κράτους προς άλλο. Προσδιορίζεται ρητώς η αναγκαιότητα διεκπεραίωσης της παραγγελίας σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως ιδιαίτερα αναφέρεται στο άρθρο 10. Επομένως, η διαδικασία αυτή είναι μια δικαστική συνδρομή ενός κράτους προς άλλο, όπως λέγει και το Προοϊμιο του Κανονισμού στη Σκέψη 8.
Πολύ περιορισμένη είναι ως εκ τούτου η δυνατότητα του δικαστηρίου της χώρας εκτελέσεως να μην ανταποκριθεί στην παραγγελία. Υπάρχουν δε στο άρθρο 14 ρητά καθορισμένες περιπτώσεις άρνησης εκτελέσεως. Σε καμιά από αυτές δεν μπορούν να εμπίπτουν οι αιτιάσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου ως προς τους λόγους για τους οποίους ο εφεσείων-αιτητής ζητά την αναστολή της διαταγής για εκτέλεση.»
Για τη φύση παρόμοιας διαδικασίας στις προαναφερθείσες Πολιτικές Εφέσεις αρ. 32/09 και 33/09 (στις οποίες το αίτημα από το Δικαστήριο των Η.Π.Α. βασιζόταν στον περί της Συμβάσεως δια την Λήψιν Μαρτυρικής Αποδείξεως εν τη Αλλοδαπή εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο 67/82) σελ. 24, λέχθηκαν από την Ολομέλεια τα ακόλουθα:
«Δεν υπάρχει οποιαδήποτε τελεσίδικη απόφαση από την εξεταστή εφόσον αυτή δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη το έργο της. Αλλά και δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι στην ουσία το τι η εξεταστής έχει καθήκον να φέρει εις πέρας είναι απλώς να λάβει τη μαρτυρία, ενεργούσα ως μεσάζουσα μετά από σχετικό διάταγμα που της απευθύνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, προς το οποίο και διαβιβάστηκε η σχετική παράκληση από τις Η.Π.Α. δυνάμει της Σύμβασης. Δεν υπάρχει, εδώ, με την καθιερωμένη νομική έννοια, οποιαδήποτε απόφαση τους καρπούς της οποίας θα δρέψει ο διάδικος. Δεν υπάρχει καν διάδικος, πόσον μάλλον επιτυχών διάδικος. Παρακλητική («request»), ήταν η έναρξη της όλης διαδικασίας με σκοπό τη λήψη μαρτυρίας και τη διαβίβαση της στις αρμόδιες δικαστικές αρχές των Η.Π.Α.- για τα περαιτέρω. Είναι γι' αυτό το λόγο που γίνεται αναφορά στη Σύμβαση σε «δικαστική συνεργασία» (προοίμιο) και σε «παράκληση» (Άρθρο 1).
Είναι κατάλληλο το σημείο αυτό να λεχθεί ότι εκ πρώτης όψεως παρουσιάζεται ορθή και νομότυπη η διαδικασία που ακολουθήθηκε. Το σχετικό παρακλητικό («request»), που απευθύνθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με βάση τη Σύμβαση χρησιμοποιήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο για να εκδώσει τη σχετική διαταγή προς την εξεταστή χρησιμοποιώντας το μηχανισμό που προσφέρεται με βάση το Κεφ. 12. Αυτό, διότι με βάση το Άρθρο 9 της Σύμβασης αφήνεται στην εκτελούσα την Παράκληση δικαστική αρχή, να εφαρμόσει το «οικείον αυτής δίκαιον ως προς τας ακολουθητέας μεθόδους και διαδικασίας». Ακριβώς, στο σχετικό διάταγμα της Ε. Παπαδοπούλου, Δ., ημερ. 7.11.08, γίνεται παραπομπή στη Σύμβαση και στην παράκληση των Η.Π.Α. για δικαστική συνδρομή, ενώ το διάταγμα που εξέδωσε έχει ως νομιμοποιητική βάση το Κεφ. 12.»
Πιο κάτω στη σελ. 27 της ίδιας υπόθεσης, διαβάζουμε τα ακόλουθα:
«Καταληκτικά, να προστεθεί και το εξής: Το Άρθρο 9 της Σύμβασης επιβάλλει την ταχεία εκτέλεση της Παράκλησης. Αναμφιβόλως η πρόνοια αυτή, επιτακτική στο λεκτικό της, αποτελεί θεμέλιο στην ορθή δικαστική συνεργασία και αρωγή που οφείλει ένα κράτος να επεκτείνει στο άλλο, εδραιωμένη πέραν από τη Σύμβαση και στο comitas gentium. Η πορεία που οι αιτητές ακολουθούν εδώ, κάθε άλλο παρά συντείνει στην ομαλή και ταχεία διεκπεραίωση της Παράκλησης.»
Για τη φύση της διαδικασίας για παροχή δικαστικής συνδρομής από ένα συμβαλλόμενο κράτος προς άλλο, σχετικό είναι και το απόσπασμα από τη σελ. 9 της απόφασης στην προαναφερθείσα Πολιτική Έφεση αρ. 402/08 ημερ. 17/7/09, η οποία αφορούσε αίτημα να διαταχθεί η Αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου να μην διαβιβάσει την κατάθεση του αιτητή στις Αρμόδιες Αρχές των Η.Π.Α. μέχρι αποπεράτωσης της έφεσης:
«Συνακόλουθα δεν θεωρούμε ότι η αίτηση αυτή μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώντας όμως πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει και ένας άλλος λόγος ουσίας, για τον οποίο θα προχωρούσαμε σε απόρριψη της αίτησης. Εξετάζοντας το σκοπό της Σύμβασης, όπως αναλύεται στο Ν. 67/82, διαπιστώνουμε ότι εξασφαλίζει την παροχή δικαστικής συνδρομής προς το Δικαστήριο μιας άλλης συμβαλλόμενης με την Κυπριακή Δημοκρατία χώρας, ώστε να ληφθεί μαρτυρία ή να συλλεγεί μαρτυρικό υλικό (αρθρ.1). Υπάρχει σαφής πρόνοια και αναφερόμαστε στο άρθρο 12 της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία η εκτέλεση παρακλήσεως μπορεί να μην ικανοποιηθεί.
«12. Η εκτέλεσις Παρακλήσεως δύναται να αποκρούεται μόνον εις ην έκτασιν -
(α) Εις το Κράτος εκτελέσεως, η εκτέλεσις της Παρακλήσεως δεν εμπίπτει εντός της δικαστικής αρμοδιότητος ή
(β) το καλούμενον Κράτος θεωρεί ότι ως εκ τούτου θα εθίγετο η κυριαρχία ή η ασφάλεια αυτού.
Η εκτέλεσις δεν δύναται να αποκρούεται αποκλειστικώς διά τον λόγον ότι δυνάμει του εσωτερικού αυτού δικαίου το Κράτος εκτελέσεως διεκδικεί αποκλειστικήν δικαιοδοσία επί του επιδίκου θέματος ή ότι το εσωτερικόν αυτού δίκαιον δεν θα επέτρεπεν εναγώγιμον δικαίωμα εν σχέσει προς αυτό.»
Με την πρόνοια αυτή καθίσταται σαφές ότι υπάρχει προσδιορισμένος περιορισμός στις περιπτώσεις δυνατότητας μη υλοποίησης δικαστικών παρακλήσεων. Σ' αντίθετη περίπτωση θα καταστρατηγείτο ο σκοπός της δικαστικής συνδρομής που δεν είναι άλλος παρά η παροχή βοήθειας στη λήψη μαρτυρίας από τη δικαστική αρχή μιας χώρας προς δικαστική αρχή άλλου συμβαλλόμενου κράτους.»
Πρέπει επίσης να διευκρινίσουμε ότι, παρόλο που στον τίτλο του Διατάγματος τούτο περιγράφεται ως «ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ (ΜΑΡΤΥΡΙΑ) ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 12» από τα όσα ακολουθούν στη συνέχεια φαίνεται ότι τούτο βασίστηκε στις πρόνοιες του προαναφερθέντος Κανονισμού (ΕΚ) αρθ. 1206 του Συμβουλίου της 28ης Μαίου 2001. Απλώς χρησιμοποιήθηκε ο τύπος του Διατάγματος όπως προνοείται στο Πρώτο Παράρτημα του Κεφ. 12 (όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 39/77).
Το Διάταγμα για εκτέλεση της παράκλησης για λήψη μαρτυρίας από τον εφεσείοντα σχετικά με θέμα γονικής μέριμνας και διατροφής της ανήλικης θυγατέρας του, δεν αποφασίζει οτιδήποτε είτε τελικά είτε άλλως πως αναφορικά με τα δικαιώματα του εφεσείοντα και της συζύγου του Kristina Gondova στην οποία καμιά αναφορά γίνεται στο διάταγμα. Επομένως κακώς περιγράφεται αυτή ως εφεσίβλητη στην έφεση και παρούσα αίτηση.
Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το διάταγμα για λήψη μαρτυρίας στα πλαίσια παρακλησης, με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) άρθ. 1206/2001 του Συμβουλίου της 28ης Μαίου 2001 για τη συνεργασία μεταξύ δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, δεν είναι εφέσιμο και κατ' επέκταση και η αίτηση με την οποία ζητείται η υποκατάστατη επίδοση της καταχωρηθείσας κατά του εν λόγω διατάγματος έφεσης, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Επομένως όχι μόνο η παρούσα αίτηση αλλά και η ίδια η έφεση θα πρέπει να απορριφθούν.
Ενόψει των πιο πάνω τόσο η έφεση όσο και η παρούσα αίτηση απορρίπτονται, χωρίς οιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Δ.
Δ.
Δ.
Δ.
Δ.
/ΚΑς