|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Χριστοδουλίδου Mαρία Τουμαϊάν ν. Haroutioun Toumaian (2007) 1 ΑΑΔ 1024
Ibrahim Mustafa and others ν. The Attorney-General of the Republic (1964) 1 CLR 195
Κυπριακή νομοθεσία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Μεταγενέστερη νομολογία η οποία κάνει αναφορά στην απόφαση αυτή:
Δεν έχει εντοπιστεί απόφαση η οποία να κάνει αναφορά στην απόφαση αυτή
(2011) 1 ΑΑΔ 177
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΝΟΜΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΑΡ. 364
(Αρ. Αίτ. 6/09)
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΛΥΣΗΣ ΓΑΜΟΥ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
1η Φεβρουαρίου, 2011
[Π. ΑΡΤΕΜΗΣ, Π., Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΦΡ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ,
Α. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ,
Μ. ΦΩΤΙΟΥ, Μ. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ,
ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Κ. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Κ. ΚΛΗΡΙΔΗΣ,
Α. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ/στές]
ΜΕΤΑΞΥ:
ΑΤΚΕΝ ΟΥΖΟΥΝΙΑΝ
Αιτητού
και
ΑΝΤΡΕ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
Καθ΄ης η Αίτηση
- - - - - - -
Λ. Βραχίμης με Α. Παπαδοπούλου (κα), για την Καθ΄ης η αίτηση
Αυγ. Τσάρκατζης με Π. Πανάγου, για τον Αιτητή
Α Π Ο Φ Α Σ Η (μειοψηφίας)
ΑΡΤΕΜΗΣ, Π.: Το Οικογενειακό Δικαστήριο Θρησκευτικών Ομάδων, Θρησκευτική Ομάδα Αρμενίων, στη Δικαιοδοσία Λύσης Γάμου, μετά από προδικαστική ένσταση της Καθ΄ης η Αίτηση ότι η σύνθεση του Δικαστηρίου είναι αντισυνταγματική, όπως αντισυνταγματικές είναι και οι διατάξεις του Άρθρου 3(2) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμου του 1994 μέχρι 2004 (Ν87(Ι)/1994 ως έχει τροποποιηθεί) και ως αποτέλεσμα αιτήματος για παραπομπή του θέματος στο Ανώτατο Δικαστήριο, παρέπεμψε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 144.1 του Συντάγματος, για γνωμάτευση το πιο κάτω ερώτημα.
«Κατά πόσο οι διατάξεις του Άρθρου 3(2) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμου, 87(Ι)/1994, αναφορικά με τη σύνθεση του Οικογενειακού Δικαστηρίου της Θρησκευτικής Ομάδας των Αρμενίων κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας λύσης του Γάμου, είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του Άρθρου 111.3 του Συντάγματος.»
Το Άρθρο 3 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμου του 1994, προβλέπει τα ακόλουθα:
«3(1) Τα Οικογενειακά Δικαστήρια Θρησκευτικών Ομάδων συγκροτούνται -
(α) Σε δίκη για διαζύγια από τρεις δικαστές, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (2)
...............................................................................................
(2) Οι δικαστές που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) είναι -
(α) ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, τον οποίο ορίζει το Ανώτατο Δικαστήριο από τα Μέλη της Δικαστικής Υπηρεσίας, και
(β) δύο μέλη, από τα οποία το ένα είναι Επαρχιακός Δικαστής και ορίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο (το οποίο στη συνέχεια θα καλείται «τακτικό μέλος»), και το άλλο είναι εκπρόσωπος της θρησκευτικής ομάδας στην οποία ανήκουν οι διάδικοι και το οποίο επιλέγεται από κατάλογο πέντε προσώπων που υποδεικνύεται από τον εκπρόσωπό της στη Βουλή των Αντιπροσώπων και διορίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η διάρκεια της θητείας του μέλους αυτού, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), είναι για δύο μόνο χρόνια. Το μέλος αυτό του δικαστηρίου θα καλείται «κοινοτικό μέλος».
(3) Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν καθίσταται δυνατή η υπόδειξη κοινοτικού μέλους του Δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο διορίζει Επαρχιακό Δικαστή ως δεύτερο μέλος.
.............................................................................................»
Η σημερινή σύνθεση του Δικαστηρίου αποτελείται από τους Χ. Πογιατζή, Π., Πρόεδρο και μέλη τους Γ. Κυριακίδου, ΕΔ και
Ρ. Σαμονιάν, μέλος Θρησκευτικής Ομάδος Αρμενίων, που διορίστηκαν όλοι από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Το Άρθρο 111.3 του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε με τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1989 (Ν95/89) το οποίο κατά τον ισχυρισμό της Καθ΄ης η Αίτηση παραβιάστηκε από το άρθρο 3(2) του πιο πάνω Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα:
«3. Παν ζήτημα των ανηκόντων εις θρησκευτικήν ομάδα δι΄ην ισχύουσιν αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2, σχέσιν έχον προς το διαζύγιον, τον χωρισμόν από κοίτης και τραπέζης ή την συνοίκησιν των συζύγων ή τας οικογενειακάς σχέσεις διαγιγνώσκεται υπό οικογενειακού δικαστηρίου, περί της ιδρύσεως της συνθέσεως και της δικαιοδοσίας του οποίου νόμος θέλει ορίσει, τηρουμένων των αναλογιών προς τα ανωτέρω.»
Είναι το επιχείρημα των συνηγόρων της Καθ΄ης η Αίτηση ότι ενόψει της φράσης «τηρουμένων των αναλογιών προς τα ανωτέρω» θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα όσα αναφέρονται στο Άρθρο 111.2Α(α), που σχέση έχουν με τους ανήκοντες εις «την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν» το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«2 Α. Παν ζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν, σχέσιν έχον προς το διαζύγιον, τον χωρισμόν από κοίτης και τραπέζης ή την συνοίκησιν των συζύγων ή τα οικογενειακάς σχέσεις διαγιγνώσκεται υπό οικογενειακών δικαστηρίων έκαστον των οποίων σύγκειται:
(α) Εις την περί διαζυγίου δίκην εκ τριών δικαστών, ο εις των οποίων είναι αξιωματούχος κληρικός, νομομαθής διοριζόμενος υπό της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας και προεδρεύει τούτου, οι δε έτεροι δύο επιλέγονται μεταξύ νομομαθών ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν, και διορίζονται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εις ην περίπτωσιν δεν διορίζεται αξιωματούχος κληρικός ως ανωτέρω, το Ανώτατον Δικαστήριον διορίζει και τον Πρόεδρον του Δικαστηρίου.
.....................»
Κατ΄ αντίθεση, η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του Αιτητή είναι ότι το Άρθρο 3(2) του Νόμου δεν συγκρούεται με το Σύνταγμα καθόσο υπάρχει η αναλογία των τριών μελών και η συμμετοχή κοινοτικού μέλους, αλλά και αν ακόμα κριθεί ότι συγκρούεται, τότε δικαιολογείται από το δίκαιο της ανάγκης.
Προκύπτει από τα πιο πάνω, πως ουσιαστικό θέμα για απάντηση είναι η έννοια της φράσης «τηρουμένων των αναλογιών προς τα ανωτέρω».
Σύμφωνα με την θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της Καθ΄ης η Αίτηση, η έννοια του όρου «τηρουμένων των αναλογιών», συμπίπτει με την έννοια του λατινικού όρου που χρησιμοποιείται ευρέως, mutatis mutandis.
Η έννοια του λατινικού όρου mutatis mutandis είναι, όπως αναφέρεται στο Radin Law Dictionary, «having changed what should be changed» («έχοντας αλλάξει ότι έπρεπε να αλλαχθεί»).
Στην υπόθεση Housman v Waterhouse 191 App. Div. 850, 182 N.Υ.S. 249, 251, κρίθηκε ότι η έννοια του όρου είναι «.with the necessary changes in points of detail, meaning that matters or things are generally the same, but to be altered when necessary, as to names, offices, and the like».
Σε μετάφραση: «. με τις αναγκαίες αλλαγές στις λεπτομέρειες, που σημαίνει ότι θέματα ή πράγματα είναι γενικά τα ίδια, αλλά αλλάσσεται όπου είναι αναγκαίο, ότι αφορά ονόματα, αξιώματα ή θέσεις, και τα παρόμοια.»
Μια ανάλυση που υποστηρίζει την πιο πάνω ερμηνεία του όρου, δίδεται στην γραπτή αγόρευση της Καθ΄ης η Αίτηση με αναφορά στην Καναδική υπόθεση R. v Forrest 1983 Can LII 252 (BC S.C.) και στην Ινδική υπόθεση Ashok Service Centre & Another Etc vs State Of Orissa 1983 SCR (2) 363.
Προς υποστήριξη της θέσης του ότι η υπό κρίση πρόνοια του Νόμου είναι συνταγματική, ο Αιτητής επικαλείται την απόφαση στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v Toumaian (2007) 1 Α.Α.Δ. 1024 και εισηγείται ότι ουσιαστικά η Ολομέλεια εκεί επικρότησε τη συνταγματικότητα της πρόνοιας. Κατά την άποψή μας, τέτοια ερμηνεία είναι εσφαλμένη, αφού στην υπόθεση εκείνη το θέμα της συνταγματικής συμβατότητας του Νόμου 87(Ι)/1994 δεν ήταν επίδικο.
Αφού εξετάσαμε με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις, έχουμε καταλήξει ότι η πιο πάνω θέση της Καθ΄ης η Αίτηση ευσταθεί.
Ενόψει της φράσης «τηρουμένων των αναλογιών προς τα ανωτέρω» (και ασχέτως αν αποδίδεται η έννοιά της με το mutatis mutandis), όρος που αντιλαμβανόμαστε αναφέρεται στα προβλεπόμενα στο Άρθρο 111.2Α(α) του Συντάγματος, θα έπρεπε και σ΄αυτή την περίπτωση ο Νόμος να προέβλεπε ότι ο διορισμός του Προέδρου του Δικαστηρίου θα γίνεται από την Αρμενική Εκκλησία με το διορισμό αξιωματούχου κληρικού νομομαθούς και μόνο στην περίπτωση που δεν διορίζεται από την Αρμενική Εκκλησία, θα διορίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επομένως, αν λόγω ανυπαρξίας κατάλληλων προσώπων που να ικανοποιούν τα κριτήρια που θέτει το Σύνταγμα ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο η Αρμενική Εκκλησία δεν διορίζει τον Πρόεδρο, τότε ο διορισμός μπορεί να γίνει από το Ανώτατο Δικαστήριο, κατ΄αναλογία με την περίπτωση του Οικογενειακού Δικαστηρίου που αφορά πρόσωπα που ανήκουν στην Ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία.
Με τα πιο πάνω, απαντάται και η άποψη του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή ότι θα είναι ανέφικτο να διοριστεί ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου «αξιωματούχος κληρικός νομομαθής» υπό της Αρμενικής Εκκλησίας. Αν πράγματι αυτό είναι ανέφικτο ή αν ακόμα είναι εφικτό αλλά η εν λόγω Εκκλησία, για οποιοδήποτε λόγο, δεν διορίσει πρόεδρο, τότε αυτός διορίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Περαιτέρω, πρόβλημα φαίνεται να υπάρχει και με το διορισμό του ενός από τα δυο μέλη του εν λόγω Δικαστηρίου (της Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ.) αφού αυτή δεν είναι πρόσωπο που ανήκει στην Αρμενική Εκκλησία, κατ΄αναλογία της πρόνοιας για διορισμό δύο μελών της ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Επίσης, πρόβλημα υπάρχει και για το κοινοτικό μέλος, αφού δεν προνοείται, κατ΄ αναλογία, ότι τα κοινοτικά μέλη πρέπει να είναι νομομαθείς ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου, όπως για το Οικογενειακό Δικαστήριο της Ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ο διαζευκτικός ισχυρισμός της πλευράς του αιτητή ότι δικαιολογείται η πρόνοια του άρθρου 3(2) του Ν. 87(Ι)1994 από το δίκαιο της ανάγκης, όπως τούτο νομολογήθηκε με την υπόθεση Attorney General v. Ibrahim (1964) C.L.R. 195, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνουμε ότι το άρθρο 3(2) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμου του 1994 (ως έχει τροποποιηθεί) στην έκταση που διαλαμβάνει για διορισμό Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου της Θρησκευτικής Ομάδας των Αρμενίων από τα μέλη της δικαστικής εξουσίας και όχι σε πρώτο στάδιο διορισμό Προέδρου από την Αρμενική Εκκλησία, αλλά και το διορισμό μέλους, προσώπου που δεν ανήκει στην Αρμενική Εκκλησία, και όχι δύο μελών νομομαθών ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου που ανήκουν στην Αρμενική Εκκλησία, είναι αντίθετο με το Άρθρο 111.3 του Συντάγματος.
Π. Δ. Δ. Δ.
/ΜΣ