|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2012) 1 ΑΑΔ 1086
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Αίτηση για Νομική Αρωγή Αρ. 29/2012)
18 Σεπτεμβρίου 2012
[ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ
ΤΟΥ 2002 (Ν.165(Ι)/2002)
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ
ONUR ERDEN
-----------------------------------
Ο αιτητής παρουσιάζεται προσωπικά.
Β. Καρλεττίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας,
για τους Καθ΄ ων η αίτηση.
(Χρ. Φράγκου (κα) παρούσα για σκοπούς διερμηνείας).
------------------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Ο αιτητής υπέβαλε στο σχετικό έντυπο που προνοείται από τον περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ. 1) του 2003, αίτημα για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής συναρτώμενο με την επιθυμία του να προσβάλει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 19.6.2012, με την οποία απερρίφθη η διοικητική προσφυγή που υπέβαλε μέσω της Future Worlds Center, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο αιτητής είναι Κούρδος από την Τουρκία και διέφυγε από την Τουρκία προς τις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας εισερχόμενος μετέπειτα στα ελεύθερα εδάφη αυτής, όπου και υπέβαλε το αίτημα για την αναγνώριση του ως πολιτικού πρόσφυγα.
Η αίτηση για νομική αρωγή υποστηρίζεται από εκτεταμένους λόγους που επισυνάπτονται ως Παράρτημα 1, οι οποίοι λόγοι είναι συνταγμένοι στα ελληνικά και κατά νομικό τρόπο χωρίς να αναφέρεται από ποίον ετοιμάστηκαν, γεγονός το οποίο ανέδειξε η κα Καρλεττίδου κατά την επιχειρηματολογία της εναντίον της παροχής νομικής αρωγής. Ο ίδιος ο αιτητής δεν συμπλήρωσε ο,τιδήποτε προφορικώς προς υποστήριξη της αίτησης του ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η τροποποίηση που έγινε με το Νόμο αρ. 132(Ι)/09, στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο αρ. 165(Ι)/02, έδωσε το δικαίωμα και σε αιτητές ασύλου και πρόσφυγες να αποτείνονται για χορήγηση νομικής αρωγής στα πλαίσια αιτήσεων δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ από τις 4.12.2009, πρόσθεσε δε με το άρθρο 6Β, πρόνοια για νομική αρωγή. Με το εδάφιο (2)(β) αυτού, δόθηκε δικαίωμα σε νομική αρωγή όταν αιτητής ασκεί προσφυγή εναντίον δυσμενούς απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής σε διοικητική προσφυγή που άσκησε. Αυτή η δυνατότητα παροχής νομικής αρωγής τελεί υπό την αίρεση δύο σαφών προϋποθέσεων, πρώτον, ότι αφορά μόνο την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και, δεύτερο, ότι είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης. Όπως δε έχει αποφασιστεί σε διάφορες υποθέσεις, όπως τις Tamaga Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερ. 15.7.2009, Nacira Baghour και Maged Amin Roud Gad, υπόθ. αρ. 7/11 και 8/11, ημερ. 28.3.2011 και Yahya Ali Ahmad Odeh, υπόθ. αρ. 10/12, ημερ. 28.3.2012, το Δικαστήριο εξετάζοντας τέτοια αίτηση έχει αφενός διακριτική ευχέρεια για την έγκριση ή απόρριψη της, και αφετέρου δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα για την τύχη της ίδιας της προσφυγής ή αυτής που θα καταχωρηθεί, αλλά εξετάζει την πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης, έχοντας υπόψη τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. «Θετική απόφαση», θα πρέπει θεωρείται ότι θα εκδοθεί, έχοντας υπόψη τις παραμέτρους που λαμβάνονται στο διοικητικό δίκαιο και ότι είναι μάλλον πιο πιθανόν να εκδοθεί απόφαση υπέρ του αιτητή, παρά εναντίον του.
Εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του καταχωρημένη προσφυγή, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με τα δεδομένα που έχει, λαμβανομένης βεβαίως υπόψη και της ίδιας της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η οποία βρίσκεται στο φάκελο, κατόπιν την εμπλοκής της Δημοκρατίας σε αυτή την υπόθεση, η οποία καθηκόντως έθεσε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου και σχετική έκθεση γεγονότων με σωρεία υποστηρικτικών εγγράφων.
Κύριο ζήτημα που αναδεικνύεται από το Παράρτημα στην αίτηση για νομική αρωγή είναι ότι λανθασμένα η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων έδωσε δικαίωμα στον εκπρόσωπο του αιτητή να επιθεωρήσει μόνο την έκθεση της προσωπικής συνέντευξης του και να υποβάλει εντός του πολύ περιορισμένου χρόνου των δέκα ημερών επιπρόσθετους λόγους προσφυγής. Πρόσθετα, ενώ ο νομικός αντιπρόσωπος του αιτητή προσκόμισε πολυσέλιδο έγγραφο υποστηρίζοντας τη διοικητική προσφυγή, εν τούτοις αυτή απερρίφθη χωρίς να λάβει υπόψη τα επιχειρήματα που κατατέθηκαν εκ μέρους του αιτητή με τη δικαιολογία ότι κατατέθηκαν εκπρόθεσμα. Προθεσμία δέκα ημερών δεν προνοείται εν πάση περιπτώσει στο σχετικό Νόμο, ούτε η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων έχει ρυθμίσει με οποιοδήποτε τρόπο και με τη δημοσίευση κανονισμών σχετικά ζητήματα.
Οι προβαλλόμενες θέσεις δεν φαίνεται να έχουν έρεισμα στον ίδιο τον περί Προσφύγων Νόμο αρ. 6(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε, όχι όμως για τους λόγους που ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου η κα Καρλεττίδου, με τις θέσεις της οποίας το Δικαστήριο δεν συμφωνεί, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια.
Από το 2009, με τον Τροποποιητικό Νόμο αρ. 122(Ι)/2009, ο αιτητής πρέπει να έχει πρόσβαση στην έκθεση για την προσωπική συνέντευξη και η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά προς τούτο ώστε να είναι δυνατό να προετοιμαστεί και ασκηθεί σε εύθετο χρόνο η διοικητική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 28 του Νόμου, ή, βεβαίως, κατευθείαν προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 18(2Β)(β), για σκοπούς παροχής πρόσβασης στην έκθεση, η Υπηρεσία Ασύλου δίνει τη δυνατότητα αυτή εντός πέντε εργασίμων ημερών σε περίπτωση που η αίτηση του αιτητή εξετάστηκε με ταχύρυθμη διαδικασία ή εντός δέκα εργασίμων ημερών σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Κατέστη, όμως, αποδεκτό από την κα Καρλεττίδου κατά τη διάρκεια της συζήτησης της αίτησης ότι η περίπτωση του αιτητή δεν εξετάστηκε με βάση την ταχύρρυθμη διαδικασία. Επομένως, λανθασμένα δόθηκε προθεσμία από τις 16.5.2012 που γράφτηκε η επιστολή προς την Future Worlds Center για επιθεώρηση της έκθεσης της προσωπικής συνέντευξης του αιτητή, μέχρι τις 22.5.2012. Έπεται ότι και η προθεσμία των δέκα ημερών για σκοπούς καταχώρησης πρόσθετων λόγων προσφυγής από την ημερομηνία επιθεώρησης του φακέλου δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 18(2Β)(β)(ii), εφόσον η πρόνοια αυτή σχετίζεται μόνο με το δικαίωμα επιθεώρησης.
Αυτό που προκύπτει όμως από τα στοιχεία του φακέλου είναι ότι η Future Worlds Center ενεργούσα εκ μέρους του αιτητή υπέβαλε εν πάση περιπτώσει και χωρίς την προηγούμενη ενεργοποίηση των ανωτέρω διατάξεων, έφεση στις 24.8.2010 κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής. Με την καταχώρηση της διοικητικής προσφυγής έγινε και εισήγηση όπως «παραχωρηθεί άμεση πρόσβαση στο φάκελο του πελάτη μας και στα στοιχεία και πρακτικά της συνέντευξης του ..». Όπως υπεδείχθη στις Nacira Bahgour και Mayed Amin Roud Gad - ανωτέρω -, η πρόσβαση στο φάκελο έχει σημασία εφόσον έχει σκοπό να βοηθήσει την καταχώρηση ιεραρχικής προσφυγής. Εκεί, όπως και εδώ, δεν ζητήθηκε πρόσβαση στο φάκελο ως προϋπόθεση και βοήθεια για την καταχώρηση διοικητικής προσφυγής. Αντίθετα αυτή κατεχωρήθη χωρίς την προηγούμενη συνδρομή που θα μπορούσε να προσφέρει η πρόσβαση στην έκθεση της προσωπικής συνέντευξης.
Προκύπτει λοιπόν ότι δεν μπορεί ο αιτητής εκ των υστέρων, εφόσον εκ μέρους του υπήρξε νομική αντιπροσώπευση, να παραπονείται σήμερα για μη πρόσβαση στο φάκελο ή σε πρόσβαση σε στοιχεία του φακέλου που δεν αφορούσαν το σύνολο των εκεί πληροφοριών. Το άρθρο 18(δις)(1) του Νόμου, το οποίο επικαλείται στην ουσία ο αιτητής, αφορά τη γενικότερη δυνατότητα πρόσβασης στα στοιχεία του φακέλου από τους δικηγόρους ή τους νομικούς συμβούλους των αιτητών, που σχετίζονται με την εξέταση της αίτησης. Αυτά τα στοιχεία περιλαμβάνουν το σύνολο των προς διάθεση στοιχείων που προσφέρονται στο Ανώτατο Δικαστήριο σε περίπτωση προσφυγής.
Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την ερμηνεία που δίδει η κα Καρλεττίδου στο άρθρο 18δις(1). Αυτό δεν περιορίζει τον αιτητή να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο και μόνο και όχι στην Αναθεωρητική Αρχή. Και ότι μόνο στην πρώτη περίπτωση δικαιούται ο αιτητής σε πρόσβαση στον πλήρη φάκελο. Δεν είναι αυτή η πρόνοια του άρθρου 18δις(1), το οποίο και διευκρινίζει ότι σε περίπτωση που ο αιτητής μέσω δικηγόρου ή νομικού αντιπροσώπου ζητήσει πρόσβαση στις πληροφορίες του φακέλου, οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται είναι αυτές που θα είχε στη διάθεση του ένας αιτητής που προσφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο, δηλαδή το διοικητικό φάκελο. Δεν αποκλείει την ίδια τη διοικητική προσφυγή, εξ ου και το εδάφιο (2) του άρθρου 18δις , αναφέρει ότι είτε η Αναθεωρητική Αρχή, είτε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, δύνανται να απορρίψουν το αίτημα για τους λόγους που απαριθμούνται στη συνέχεια. Η παραπομπή της κας Καρλεττίδου στο Άρθρου 39 της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ ημερ. 1.12.2005, όπου γίνεται αναφορά στο δικαίωμα «πραγματικής προσφυγής» ενώπιον Δικαστηρίου, δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω ερμηνεία. Το Άρθρο αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα ενός αιτητή ασύλου να προσφεύγει ενώπιον Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που εκεί αναφέρεται.
Εκεί που ο αιτητής παρουσιάζεται να μην έχει δίκαιο στις θέσεις του είναι ότι ο Νόμος δεν προνοεί για διαδικασία καταχώρησης πρόσθετων ή πλέον εμπεριστατωμένων λόγων έφεσης κατά τη διοικητική προσφυγή. Και αυτό είναι που ζήτησε με την επιστολή της ημερ. 24.8.2010, η Future Worlds Center. Πρόσβαση στο φάκελο, αφού καταχωρήθηκε η διοικητική προσφυγή, η μελέτη του οποίου θα της έδιδε το δικαίωμα να υποβάλει «εμπεριστατωμένους ... λόγους της έφεσης ...». Δεν υπάρχει όμως τέτοια διαδικασία στο Νόμο.
Η προθεσμία λοιπόν που δόθηκε για την επιθεώρηση της προσωπικής συνέντευξης του αιτητή μετά την καταχώρηση της διοικητικής προσφυγής και με δικαίωμα καταχώρησης πρόσθετων λόγων προσφυγής εντός 10ημέρου από την ημερομηνία της επιθεώρησης, δεν έρχεται επομένως σε αντίθεση με το άρθρο 18δις(1). Η προθεσμία των δέκα ημερών πρέπει εκ πρώτης όψεως να θεωρείται εύλογη προς καταχώρηση πρόσθετων λόγων προσφυγής στην οποία μάλιστα ο αιτητής ή ο νομικός του εκπρόσωπος όχι μόνο ουδεμία ένσταση έφερε, αλλά ζήτησε και πρόσθετη παράταση ημερών σε τηλεφωνική επικοινωνία την 1.6.2012, για την ολοκλήρωση και υποβολή των επιπρόσθετων λόγων, η οποία και δόθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή. Δεν είναι δυνατόν επομένως να επιδοκιμάζει και αποδοκιμάζει ταυτόχρονα τις ενέργειες της Αναθεωρητικής Αρχής, ενέργειες που έγιναν στη βάση του τι ο ίδιος ο αιτητής ζήτησε απ΄ αυτήν. Δεν φαίνεται λοιπόν να στοιχειοθετείται το παράπονο περί μη λήψης υπόψη των πρόσθετων λόγων εφόσον αυτοί καταχωρήθηκαν στις 7.6.2012, μετά την εκπνοή του χρόνου των 10 ημερών από την επιθεώρηση του φακέλου που έγινε στις 22.5.2012. Ούτε και φαίνεται, εκ πρώτης όψεως πάντοτε, βάσιμο το παράπονο του αιτητή για τη μη έκδοση Κανονισμών δυνάμει του άρθρο 28Ζ(7) του Νόμου, εφόσον υπάρχει στον ίδιο το Νόμο, ρύθμιση της διαδικασίας.
Ως προς τα άλλα παράπονα του αιτητή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, αυτά εστιάζονται στη βασική του θέση ότι δεν ήθελε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία στην Τουρκία και γι΄ αυτό υπέστη βασανιστήρια. Ο λόγος άρνησης του οφείλεται στο γεγονός ότι είναι ειρηνιστής. Επομένως τα βασανιστήρια που υπέστη λόγω των πεποιθήσεων του, ανάγονται σε εξευτελιστική μεταχείριση στην έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την υπόθεση Ulke v. Turkey, Appl. No. 39437/98, ημερ. 24.1.2006, του ΕΔΑΔ. Και εφόσον ο ίδιος δεν ζήτησε προστασία δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου αρ. 6(Ι)/2000, εφόσον ευθαρσώς δήλωσε ότι είναι ειρηνιστής και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω αυτής της πεποίθησης και όχι λόγω των θρησκευτικών ή πολιτικών του πιστεύω, τα οποία ουδέποτε πρόβαλε, λανθασμένα η Αναθεωρητική Αρχή λειτούργησε στη βάση του ότι δεν κατέφερε να τεκμηριώσει πολιτικό προφίλ. Έτσι, η Αναθεωρητική Αρχή όφειλε να εξετάσει το αίτημα του με βάση το άρθρο 19 του Νόμου για συμπληρωματική προστασία, εφόσον εάν αφεθεί να επιστρέψει στη χώρα του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη. Πρόσθετα, εφόσον δεν υπάρχει στην Τουρκία εναλλακτική λύση στη στρατιωτική θητεία, αυτό σημαίνει ότι θα υποβάλλεται συνεχώς σε βασανιστήρια, γεγονός που ισοδυναμεί με απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.
Στο σύγγραμμα των Nuala Mole and Catherine Meredith: Asylum and the European Convention on Human Rights, Human Rights Files, No. 9, έκδ. του Συμβουλίου της Ευρώπης, σχολιάζεται στις σελ. 94-95 η υπόθεση Ulke v. Turkey, που μνημονεύει ο νομικός εκπρόσωπος του αιτητή. Αναφέρεται γενικώς ότι το ΕΔΑΔ δεν έχει ακόμη αποδεχθεί ότι η άρνηση κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να αναγνωρίσει τους αντιρρησίες συνείδησης για υπηρεσία στο στρατό, παραβιάζει τις διατάξεις των Άρθρων 4 ή 9 της Σύμβασης. Το ΕΔΑΔ, εστιάζει την προσοχή του στις συνέπειες της άρνησης κατάταξης στον στρατό. Όπως αποφάσισε στην Thlimmenos v. Greece Application No. 34369/97 ημερ. 6.7.2000, αυτή η συνέπεια ήταν στο επίκεντρο της προσοχής του ΕΔΑΔ και την ίδια προσέγγιση ακολούθησε και στην Ulke v. Turkey, ότι δηλαδή τα συνακόλουθα αποτελέσματα που επέβαλε η χώρα στον αντιρρησία συνείδησης, δυνατόν να κατέτασσαν μια υπόθεση εντός της εννοίας του Άρθρου 3 της Σύμβασης που κατά το ΕΔΑΔ προστατεύει κατά απόλυτο τρόπο την απέλαση ή εκδίωξη ατόμων σε τρίτες χώρες όπου κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν «torture or inhuman or degrading treatment or punishment».
Στην υπόθεση Thlimmenos, το ΕΔΑΔ θεώρησε ότι παραβιάζονταν τα Άρθρα 9 και 14 της Σύμβασης, όταν η Ελλάδα έθεσε απαγόρευση στον αιτητή, μάρτυρα του Ιεχωβά, ο οποίος και καταδικάστηκε για ανυπακοή ως αποτέλεσμα της άρνησης του να φορέσει στρατιωτική στολή, από του να ασκεί το επάγγελμα του λογιστή, ως αποτέλεσμα του ποινικού, πλέον, μητρώου του, (δέστε γενικώς Jacobs, White & Ovey: The European Convention on Human Rights, 5η έκδ. σελ. 416-418).
Τα γεγονότα της Ulke v. Turkey, όμως, είχαν πολύ έντονο το στοιχείο της απάνθρωπης μεταχείρισης. Δεν πρόκειτο για υπόθεση απέλασης, αλλά ό αιτητής αντιμετώπισε οκτώ παρατεταμένες και συνεχόμενες ποινές φυλάκισης για την άρνηση του να φορέσει στρατιωτική στολή, μόνο και μόνο για να επανασυλλαμβάνεται μετά από κάθε απόλυση του και να ξανακαταδικάζεται. Αναγκάστηκε να κρύβεται, αντιμετωπίζοντας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, ένα «civil death», μη δυνάμενος να νυμφευθεί τη μητέρα του παιδιού του. Αυτά, μαζί με την απουσία δικονομικών ασφαλιστικών δικλείδων ήταν αρκετά να εντάξουν την υπόθεση κάτω από το εύρος του άρθρου 3.
Τα δεδομένα εδώ δεν είναι ανάλογα. Ο ισχυρισμός του περί βασανιστηρίων δεν βρήκε άμεσο έρεισμα από την εξέταση του στο ιατροσυμβούλιο το οποίο με την έκθεση του ημερ. 30.4.2010, δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει κατά πόσο τα διαπιστωθέντα τραύματα ήσαν συνακόλουθα βασανιστηρίων. Η θέση του κατά την προσωπική συνέντευξη ήταν ότι τον κτυπούσαν στον στρατό χωρίς λόγο, με γκλόπ, κτυπούσαν το κεφάλι του στον τοίχο και του έριχναν νερό με πίεση, και τον άφηναν γυμνό. Ταυτόχρονα, όμως, ανέφερε ότι είχε δικαστικές υποθέσεις εναντίον του λόγω καβγάδων που είχε με γείτονες του όπου και αλληλομαχαιρώθηκαν. Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί εδώ, έστω και με εκ πρώτης όψεως εξέταση, το βάσιμο του παραπόνου των βασανιστηρίων. Αυτό πρέπει να συνδυαστεί και με το γεγονός ότι σύμφωνα με τον αιτητή φυλακίστηκε για λιποταξία (λιποτάκτησε τρεις φορές) και φυλακίστηκε δύο φορές.
Η φυλάκιση κατά τη νομολογία του ΕΔΑΔ, δεν αποτελεί από μόνη της ειδεχθές μέτρο αντιμετώπισης λιποτακτών διότι κάθε χώρα έχει τις δικές της νομοθεσίες αναφορικά με την υποχρέωση του πολίτη να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Το Άρθρο 9 παρ. 2(c), ορίζει τη «δίωξη» («persecution»), ως την ποινική δίωξη ή τιμωρία για την άρνηση εκτέλεσης στρατιωτικής θητείας κατά τη διάρκεια σύρραξης, όπου η εκτέλεση της στρατιωτικής θητείας θα περιελάμβανε τη διενέργεια εγκλημάτων ή πράξεων που εμπίπτουν κάτω από τις σχετικές εξαιρέσεις. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής, η μη εκπλήρωση στρατιωτικής θητείας στις χώρες όπου αυτή είναι υποχρεωτική, επιφέρει κυρώσεις, ενώ η λιποταξία τιμωρείται κατά κανόνα με ποινική ή στρατιωτική δίωξη. Η μη επιθυμία για κατάταξη στο στρατό στην απουσία αναγκαστικής ανάμειξης σε στρατιωτική δράση, δεν συνεπάγεται κατά ανάγκη και υπαγωγή σε προφίλ πολιτικού πρόσφυγα ή άλλης ανθρωπιστικής κλπ, προστασίας. Και είναι εδώ που συμπλέκεται η αναφορά της Αναθεωρητικής Αρχής σε τεκμηρίωση πολιτικού προφίλ τέτοιας βαρύτητας που θα κατέτασσε τον αιτητή στην κατηγορία της προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους ή για άσυλο, (Operational Guidance Note: Turkey August 2011 και παρ. 167 του Εγχειρίδιου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων).
Όσον αφορά τις θέσεις του αιτητή περί αναρμοδιότητας του ιατροσυμβουλίου και της ελλιπούς εξέτασης που έγινε χωρίς την παρουσία διερμηνέα, αυτές δεν φαίνεται να στοιχειοθετούνται. Ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοεί το άρθρο 15 του Νόμου, σε περίπτωση ισχυρισμού του αιτητή ασύλου για βασανιστήρια. Παραπέμφθηκε σε εξέταση από ιατρό και η σχετική έκθεση του ιατροσυμβουλίου ημερ. 30.4.2010, δεν πιστοποίησε θετικά την ύπαρξη βασανιστηρίων. Η γνωμάτευση ψυχιάτρου ημερ. 23.8.2010 περί μετατραυματικού συνδρόμου και διχαστικής προσωπικότητας είναι επίσης σχετική και δείχνει την πλήρη διερεύνηση των ισχυρισμών του αιτητή ακόμη και όταν αποτάθηκε για δημόσιο βοήθημα ως ανίκανος για εργασία. Του δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και πιστοποιήθηκε ως ανίκανος για εργασία για 6 μήνες.
Οι αιτιάσεις αυτές του αιτητή εν πάση περιπτώσει δεν θα ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη εφόσον καταχωρήθηκαν εκπρόθεσμα ως πρόσθετοι λόγοι στη διοικητική προσφυγή. Και σε περίπτωση καταχώρησης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο θα έχουν, ενδεχομένως, την ίδια αντιμετώπιση
Η αίτηση για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να επιτύχει. Τυχόν καταχώρηση προσφυγής δεν φαίνεται να οδηγήσει σε θετική απόφαση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο αιτητής δεν δικαιούται να προβεί στην καταχώρηση της, οπότε και θα εξεταστούν οι θέσεις του με την απαραίτητη ενδελέχεια εξετάζοντας την ουσία της προσφυγής. Τα όσα έχουν λεχθεί εδώ αφορούν την εξέταση του αιτήματος νομικής αρωγής και χωρίς να προδικάζεται οτιδήποτε επί της ουσίας.
Η αίτηση απορρίπτεται.
Στ. Ναθαναήλ,
Δ.