|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
ECLI:CY:AD:2015:D631
(2015) 1 ΑΑΔ 2017
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση 111/15)
28 Σεπτεμβρίου, 2015
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3, 9 ΚΑΙ 11 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 5 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TOY ΑΙΜΑΝ MOHAMED SOBOH ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΥΠ ΑΡΙΘΜΟ 36/2015 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 14/04/2015 ΠΟΥ ΕΠΕΝΕΡΓΕΙ ΩΣ ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 14/04/2015
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19/06/2015 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 36/2015
ΚΑΙ
ΜΕΤΑΞΥ:
ΑΙΜΑΝ MOHAMED SOBOH ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ
ΑΙΤΗΤΗ
ΚΑΙ
BANQUE SBA S.A ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ
ΚΑΘ ΄ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ
Γ. Κορνάκη (κα), για αιτητή
.....
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Στις 10.11.2011, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έκδωσε εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος της Banque SBA S.A. (στο εξής η Τράπεζα) και εναντίον τεσσάρων προσώπων - μεταξύ των οποίων και του αιτητή ως εγγυητή - για το συνολικό ποσό των 2.278.620,76 δολαρίων Αμερικής (USD), καθώς επίσης και διάταγμα εκποίησης ακινήτων.
Οι εξ αποφάσεως οφειλέτες παρέλειψαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους τους και τρία και πλέον χρόνια μετά, στις 7.4.15, η Τράπεζα επέδωσε στον αιτητή Ειδοποίηση Πτώχευσης (στο εξής η Ειδοποίηση), η οποία προσέκρουσε σε δύο παράλληλα και ταυτόχρονα διαβήματα του αιτητή ημερ. 14.4.15. Το πρώτο, με ένορκη δήλωση για παραμερισμό της Ειδοποίησης και, το δεύτερο, με αίτηση επίσης για παραμερισμό της Ειδοποίησης.
Με το πρώτο διάβημα, βασικά, υποστήριζε ότι η αίτηση «. είναι αβάσιμη, στηρίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς, δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει ο νόμος και πάσχει» και ότι είχε ανταπαίτηση άνω των 3.500.000 USD εναντίον της Τράπεζας για την οποία καταχώρισε εναντίον της την αγωγή 1385/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Σ΄ ότι δε αφορά το δεύτερο διάβημα, με αυτό διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι η Τράπεζα χρησιμοποιεί τη πτωχευτική διαδικασία (α) καταχρηστικά και καταπιεστικά καθότι είχε εκδώσει άλλη Ειδοποίηση - την υπ΄ αρ. 48/2014 - η οποία δεν παραμερίστηκε και για την οποία εκκρεμεί η Έφεση 13/15 και (β) για να εξασφαλίσει αθέμιτο κέρδος εφόσον το χρέος είναι εξασφαλισμένο με υποθήκες και κατά συνέπεια χρησιμοποιεί τη πτωχευτική διαδικασία ως μέτρο εκτέλεσης και άσκησης πίεσης, παρόλο που διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για διευθέτηση ή συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων.
Η Τράπεζα, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς και των δύο διαβημάτων του αιτητή, καταχώρισε μια μόνο ένσταση και το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ενιαία και τα δύο διαβήματα, εκδίδοντας μια μόνο απόφαση στις 19.6.2015 με την οποία και τα απέρριψε ως αβάσιμα. Έκρινε συναφώς ότι η ένορκη δήλωση ήταν αφενός εκπρόθεσμη εφόσον δεν καταχωρίστηκε μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 3 ημερών από την επίδοση και, αφετέρου, σε κάθε περίπτωση θα την απέρριπτε γιατί η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου και η αγωγή του αιτητή εναντίον της Τράπεζας καταχωρίστηκε δύο ημέρες μετά την επίδοση της Ειδοποίησης, γεγονός που εγείρει ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της ενέργειας του. Σ΄ ότι δε αφορά την αίτηση έκρινε, - με αναφορά στην Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd (2010) 1 A.A.Δ. 475 και στον Καν.41 των Πτωχευτικών Κανονισμών - ότι ο αιτητής δεν απόσεισε το βάρος απόδειξης ότι η διαδικασία ήταν καταχρηστική και ότι οι λόγοι για εξασφάλιση από την Τράπεζα αθέμιτου κέρδους ήταν βάσιμοι.
Η αντίδραση του αιτητή στην απόρριψη και των δύο διαβημάτων του εκδηλώθηκε στις 10.8.15 με την καταχώριση της παρούσας αίτησης, με την οποία αποβλέπει σε παροχή άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση εντάλματος Certiorari με το οποίο να ακυρώνεται η προαναφερθείσα απόφαση καθώς επίσης και για αναστολή της διαδικασίας πτώχευσης μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Και αυτό στη βάση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε «. καθ΄ υπέρβαση και κάτω από νομική πλάνη και/ή νομικό σφάλμα και/ή έκδηλα λανθασμένα» καθότι:
(α) Αποδέχτηκε την καταχώριση μιας μόνο αγόρευσης εκ μέρους της Τράπεζας και για τις δύο διαδικασίες και δεν έλαβε υπόψη του ότι η Τράπεζα δεν καταχώρισε γι΄ αυτές δύο διαφορετικές ενστάσεις όπως προβλέπεται από τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς (1ος και 2ος λόγος),
(β) Ενώ είχε ενώπιον του δύο διαφορετικές διαδικασίες εξέδωσε μια μόνο απόφαση (3ος λόγος),
(γ) Έκρινε εκπρόθεσμη την ένορκη δήλωση του αιτητή, τη στιγμή μάλιστα που η Τράπεζα δεν ήγειρε τέτοιο θέμα (4ος και 5ος λόγος),
(δ) Αγνόησε και δεν ανάλυσε όλους τους λόγους της ένορκης δήλωσης του αιτητή, αλλά αρκέστηκε στο να επισημάνει ότι η απόφαση είχε εκδωθεί εκ συμφώνου και, σ΄ ότι αφορά την αγωγή 1385/15 του αιτητή, περιορίστηκε να αναφέρει ότι η καταχώριση της δύο ημέρες μετά την επίδοση της Ειδοποίησης δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της ενέργειας του (6ος και 7ος λόγος),
(ε) Προέβηκε σε λανθασμένη ανάγνωση των ισχυρισμών του αιτητή για τις συνέπειες της Έφεσης 13/2015 και δεν τοποθετήθηκε επί του ισχυρισμού του ότι λόγω της εκκρεμοδικίας της Έφεσης η Ειδοποίηση συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας, περιοριζόμενο (το πρωτόδικο Δικαστήριο) στην επισήμανση ότι η Τράπεζα δεν προώθησε αίτηση πτώχευσης στη βάση της πρώτης Ειδοποίησης και ως εκ τούτου η δεύτερη - η επίδικη - δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας (8ος και 9ος λόγος) και
(στ) Γενικά δεν μελέτησε και δεν έλαβε υπόψη του όσα ο αιτητής προώθησε ενώπιον του, η δε απόφαση που εξέδωσε είναι προϊόν αυθαιρεσίας, υπέρβασης εξουσίας, νομικής πλάνης και παράβασης των αρχών της δίκαιης δίκης και των προνοιών του Συντάγματος (10ος μέχρι και 16ος λόγος).
Οι πιο πάνω λόγοι αναλύονται λεπτομερώς στην αίτηση και προωθήθηκαν και δια ζώσης. Όμως, πριν από την εξέταση τους, θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω τις βασικές νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως.
Η παροχή άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari ή Prohibition - όπως και η έκδοση τέτοιων ενταλμάτων - εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (Θεοδούλου (Αρ. 1) (1990) 1 ΑΑΔ 438) η οποία, όταν προβλέπεται άλλο ένδικο μέσο και ειδικά έφεση, πολύ σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ασκείται θετικά. (Βλ. Αναφορικά με τις Αιτήσεις της Αυγής I. Κωνσταντινίδου κ.α. (1992) 1 ΑΑΔ 853). Ακόμα και αν ο αιτητής ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση (Ανθίμου (1991) 1 ΑΑΔ 41). Κι αυτό καθότι η διαδικασία έκδοσης προνομιακού εντάλματος δεν συνιστά υποκατάστατο του ενδίκου μέσου της έφεσης (Αναφορικά με το Γενικό Εισαγγελέα (Αρ. 3) (1993) 1 ΑΑΔ 42 και Αναφορικά με την αίτηση της Global Consolidator Public Ltd (2006) 1 ΑΑΔ 464), ούτε στοχεύει στον έλεγχο της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, αλλά στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης (Αναφορικά με την αίτηση της Marewave Shipping & Trading Company Lid (1992) 1 ΑΑΔ 116). Γενικά, θα μπορούσε να λεχθεί ότι το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει θετικά τη διακριτική του ευχέρεια για χορήγηση άδειας της εξεταζόμενης φύσεως όπου αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και διαφαίνεται από το τηρηθέν πρακτικό του (πρωτόδικου) δικαστηρίου έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (Α. Κωνσταντινίδης (2003) 1AAΔ 1298, Τζ. Περέλλα (Αρ. 2) (1995) 1 AAA 692).
Έχοντας υπόψη τις προαναφερθείσες αρχές εξέτασα με προσοχή ό,τι τέθηκε ενώπιον μου. Κατέληξα ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αποδοχής της αίτησης, καθότι δεν διαφαίνεται από το τηρηθέν πρακτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου - συμπεριλαμβανομένης και της εκδοθείσας από αυτό επίδικης απόφασης - έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας και έκδηλη νομική πλάνη, ως η θέση του αιτητή. Και τα δύο δικαστικά διαβήματα του αιτητή απέβλεπαν σε κοινό στόχο:- Στον παραμερισμό της Ειδοποίησης. Αφενός με ένορκη δήλωση που, σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης στη βάση ότι έχει εξοφληθεί το χρέος ή ότι υπάρχει ανταπαίτηση ή ανταξίωση ή συμψηφισμός που υπερβαίνει το χρέος και, αφετέρου, με αίτηση στη βάση πρόσθετων λόγων παραμερισμού. Δεν επιτάσσουν όμως οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί και την καταχώριση ένστασης του πιστωτή προς αντίκρουση της ένορκης δήλωσης του χρεώστη και ως εκ τούτου το παράπονο του αιτητή ότι γι΄ αυτή δεν καταχωρίστηκε ξεχωριστή ένσταση στερείται ερείσματος. Επομένως η καταχώριση - ως εκ περισσού - ενιαίας ένστασης και για τα δύο διαβήματα του αιτητή δεν κρίνεται μεμπτή, όπως δεν κρίνεται μεμπτή και η εξέταση και των δύο του διαβημάτων σε μια απόφαση εφόσον αμφότερα απέβλεπαν στον ίδιο στόχο. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποδοθεί για το ζήτημα αυτό έλλειψη ή υπέρβαση εξουσίας ή έκδηλης νομικής πλάνης στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ως οι πρώτοι τρεις λόγοι επί των οποίων εδράζεται η αίτηση. Το κατά πόσο δε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της ουσίας των προβληθέντων από τον αιτητή ισχυρισμών είναι λανθασμένη, είναι θέμα το οποίο μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο Έφεσης εφόσον το προνομιακό ένταλμα δεν στοχεύει στον έλεγχο της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, αλλά στη νομιμότητά της.
Σ΄ ότι δε αφορά τους υπόλοιπους λόγους επί τους οποίους εδράζεται η αίτηση είναι αρκετό να επισημάνω τα ακόλουθα:
H κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για το εκπρόθεσμο της Ένορκης Δήλωσης του αιτητή δεν φαίνεται να συνιστά έκδηλη νομική πλάνη. Η Ειδοποίηση επιδόθηκε στις 7.4.15 και ο αιτητής είχε τη δυνατότητα να καταχωρίσει ένορκη δήλωση για παραμερισμό της μέσα σε τρεις ημέρες. Δηλαδή μέχρι και την 10.4.15 που ήταν ημέρα Παρασκευή. Αλλά, ακόμη και εάν η προθεσμία εξέπνεε στις 11.4.15, που ήταν ημέρα Σάββατο και τα Πρωτοκολλητεία δεν λειτουργούν και λαμβανομένου υπόψη ότι ακολουθούσε Κυριακή που είναι εξαιρετέα ημέρα (άρθρο 31(β) του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1), η προθεσμία καταχώρισης της ένορκης δήλωσης εξέπνεε εν πάση περιπτώσει την 13.4.15 ενώ η ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε την 14.4.15. Δεν διαφαίνεται επομένως νομική πλάνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος ως οι λόγοι 4 και 5 της αίτησης. Περαιτέρω, ο αιτητής παραγνωρίζει το γεγονός ότι παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η ένορκη δήλωση ήταν εκπρόθεσμη εντούτοις εξέτασε τους λόγους που προβάλλονταν σ΄ αυτή και επί της ουσίας, τους οποίους και απέρριψε. Συνεπώς το παράπονο ότι η ένορκη δήλωση απορρίφθηκε στη βάση του εκπρόθεσμου καταχώρισης της δεν ευσταθεί εφόσον απορρίφθηκε και για λόγους ουσίας.
Ανάλογες παρατηρήσεις γίνονται και για τους ισχυρισμούς επί των οποίων εδράζονται οι περαιτέρω λόγοι της αίτησης, τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήροι εξέτασε επί της ουσίας και σε σχέση με αυτούς δεν διαφαίνεται ότι ενήργησε υπό καθεστώς έκδηλης νομικής πλάνης ή καθ΄ υπέρβαση εξουσίας ώστε να δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος του. Επαναλαμβάνεται επί του προκειμένου ότι με το εξαιρετικό μέτρο του προνομιακού εντάλματος δεν ελέγχεται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, θέμα για το οποίο κατάλληλο ένδικο μέσο είναι η έφεση, αλλά η νομιμότητα της απόφασης.
Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης Certiorari απορρίπτεται.
Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.
/κβπ