|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
ECLI:CY:AD:2015:A684
(2015) 1 ΑΑΔ 2221
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010)
15 Οκτωβρίου, 2015
[ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ., ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ., ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.]
Μεταξύ:
ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Εφεσείοντα-Εναγομένου αρ.1
ν.
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ
Εφεσίβλητοι-Ενάγοντες
--------
Α. Ιωάννου (κα), για Εφεσείοντα/Εναγόμενο αρ. 1
Κ. Καρατζής με Α. Αργυρού (κα), ασκ. δικηγόρο
για Εφεσίβλητους/Ενάγοντες
-------
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Η απόφαση δεν είναι ομόφωνη. Την απόφαση της πλειοψηφίας, η οποία με βρίσκει και εμένα σύμφωνο, θα δώσει ο Χριστοδούλου, Δ, ενώ διιστάμενη απόφαση θα δώσει η Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960, όπως τροποποιήθηκε) και τη Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. μεταξύ άλλων Glykis v. Ioannides (1959 - 1960) 24 CLR 220, Krashias Shoe Factory v. Adidas (1989) 1(E) A.A.Δ. 750, Φιλίππου ν. Φιλίππου (1990) 1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 22/06 ημερ. 24.3.10).
Στην υπό εξέταση περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τον προαναφερθέντα κανόνα αφού, παρόλο που απέρριψε την αγωγή των εφεσιβλήτων-εναγόντων εναντίον του εφεσείοντα - εναγόμενου 1, εντούτοις για τους λόγους που εξηγεί στην απόφασή του αποφάσισε ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης «. είναι πιο δίκαιο η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της».
O εφεσείοντας θεωρεί την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα έξοδα εσφαλμένη για τέσσερις λόγους, τους οποίους θα εξετάσουμε αφού πρώτα αναφερθούμε στο ιστορικό της πρωτόδικης διαδικασίας και στους λόγους για τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ως ανωτέρω.
Στις 2.5.06 και 2.9.06, ο Κοινοτάρχης Μέσα Γειτονιάς Λεμεσού (εναγόμενος 3 στην αγωγή) πιστοποίησε δύο πληρεξούσια με τα οποία ο μόνιμος κάτοικος Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Κωνσταντίνος Δ. Χρυσοστόμου (εναγόμενος 2 στην αγωγή) παρουσιάζεται να διορίζει τον αδελφό του Μάριο Δ. Χρυσοστόμου (εναγόμενο 1 στην αγωγή και εφεσείοντα στην παρούσα έφεση) ως Γενικό Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του στην Κύπρο.
Ο εφεσείοντας, χρησιμοποιώντας το πρώτο πληρεξούσιο, υπέβαλε αιτήσεις στους εφεσίβλητους για δάνεια, τα οποία οι εφεσίβλητοι του παραχώρησαν για λογαριασμό του αδελφού του. Μεταγενέστερα όμως, όταν ο εφεσείοντας επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το δεύτερο πληρεξούσιο, οι εφεσίβλητοι διαμόρφωσαν την πεποίθηση ότι τα πληρεξούσια ήταν πλαστά και στη βάση αυτή καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αγωγή εναντίον και των τριών εναγομένων με την οποία - μεταξύ άλλων - αξίωναν να κηρυχθούν άκυρες οι συμφωνίες δανείου λόγω απάτης και/ή συνομωσίας και/ή ψευδών παραστάσεων και των τριών εναγομένων καθώς επίσης και για ποσό £300.000 (€513.000) για αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή δόλο και/ή συνομωσία και/ή για παράβαση συμφωνιών.
Οι εναγόμενοι αντέδρασαν στην αγωγή καταχωρώντας έκαστος ξεχωριστή έκθεση υπεράσπισης, με τις οποίες οι μεν εναγόμενοι 1 και 3 προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι τα πληρεξούσια ήταν γνήσια, ο δε εναγόμενος 2 (ο φερόμενος πληρεξουσιοδότης) ότι δεν ήταν. Εκκρεμούσης όμως της αγωγής ο εναγόμενος 2 ικανοποίησε τις χρηματικές αξιώσεις των εφεσιβλήτων οι οποίοι στις 26.6.09, απέσυραν την αγωγή εναντίον του χωρίς έξοδα. Ταυτόχρονα δε διατύπωσαν πρόταση στους άλλους δύο εναγομένους να αποσύρουν και εναντίον τους την αγωγή νοουμένου ότι αυτοί θα πλήρωναν το 1/3 των εξόδων. Πρόταση που όχι μόνο δεν έγινε αποδεκτή, αλλά προσέκρουσε και σε αξίωση του εφεσείοντα - εναγόμενου 1 ο οποίος διεκδίκησε πληρωμή των εξόδων του από τους εφεσίβλητους και ενόψει τούτου η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 3.6.10. Ωστόσο, λίγο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η αγωγή αποσύρθηκε χωρίς έξοδα και ως προς τον εναγόμενο 3 και ενόψει τούτου η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση σ΄ ότι αφορά τον εφεσείοντα-εναγόμενο 1 μόνο.
Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας για το θέμα των εξόδων κατέθεσε για την πλευρά των εφεσιβλήτων και ο Κοινοτάρχης εναγόμενος 3 ως ΜΕ3, η μαρτυρία του οποίου όμως κρίθηκε αναξιόπιστη. Παρόλο δε που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε στο σύνολο της ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των υπολοίπων 3 μαρτύρων που κατέθεσαν για τους εφεσίβλητους και παρόλο που απέρριψε τη μαρτυρία του εφεσείοντα ως αναξιόπιστη, εντούτοις έκρινε πως η μαρτυρία που προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι δεν ήταν ικανοποιητική «. για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε εύρημα δόλου ή πλαστογραφίας των πληρεξουσίων εγγράφων και/ή πλαστογραφίας η οποία πιστοποιήθηκε ως έγκυρη σε συνέργεια με τον εναγόμενο 3». Στη βάση δε αυτή έκρινε πως οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που έφεραν, κρίση που το οδήγησε σε απόρριψη της αγωγής εναντίον του εφεσείοντα.
Σ΄ ότι δε αφορά το θέμα των εξόδων, για το οποίο και η έφεση, θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε αυτούσιο το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη βάση του οποίου αποφάσισε όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Έχει ως ακολούθως:-
«Το Δικαστήριο ανάλωσε έξη δικάσιμους και άκουσε έξη συνολικά μάρτυρες για να αποφασίσει ουσιαστικά και μόνο το θέμα των εξόδων. Οι ενάγοντες σε μια προσπάθεια διευθέτησης της υπόθεσης, όπως ανέφερα πιο πάνω, ζήτησαν να πληρωθούν ένα μέρος των εξόδων τους για να αποσύρουν την υπόθεση και εναντίον των εναγομένων 1 και 3. Ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε και ζήτησε να του πληρωθούν τα έξοδα του. Η υπόθεση οδηγήθηκε πεισματικά σε ακρόαση και το Δικαστήριο άκουσε μαρτυρία επ' όλων των θεμάτων για να αποφασίσει αν ορθά ή όχι οι ενάγοντες προχώρησαν σε βάρος του εναγόμενου 1, εν όψει και της απόσυρσης της αγωγής εναντίον των υπόλοιπων εναγομένων και ικανοποίησης της χρηματικής απαίτησης των εναγόντων.
Κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρισης της αγωγής οι αξιώσεις των εναγόντων (για) διατάγματα και αποζημιώσεις για ποσό εκ Λ.Κ.303.000,00 πλέον τόκους παρέμειναν ανικανοποίητες.
Οι Μ.Ε. 1, Μ.Ε. 2 και Μ.Ε. 4 των εναγόντων κρίθηκαν αξιόπιστοι.
Υπήρχε μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των δύο εναγομένων 1 και 2, είναι αδέλφια.
Οι ενάγοντες στηρίχθηκαν και στις αρχικές δηλώσεις του ιδίου του πατέρα των εναγομένων που στη συνέχεια, για λόγους που δεν ήταν στο δικό τους έλεγχο, διαφοροποιήθηκαν ενώπιον μου.
Δικαιολογημένα οι ενάγοντες με τα στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους πίστευαν, όπως κάθε μέσος λογικός άνθρωπος, ιδίως με τη μαρτυρία που είχαν στη διάθεση τους κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι ο εναγόμενος 1 ενήργησε με σκοπό να τους εξαπατήσει μόνος ή από κοινού με τους εναγόμενους 2 και/ή 3.
Η συμπεριφορά του εναγόμενου 1 και η άρνηση του, αλλά και η επιμονή του να ζητά έξοδα, εκ του ασφαλούς πλέον, όταν ο εναγόμενος 2 διευθέτησε την υπόθεση, οδήγησε το ζήτημα μέχρι τέλους.
Και στην υπόθεση εδώ βρίσκω ότι υπάρχουν καλοί λόγοι, ικανοί να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από το γενικό κανόνα:
Λαμβάνοντας υπ' όψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι είναι πιο δίκαιο η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της. Η αγωγή απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα».
Όπως ήδη λέχθηκε, η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, σ΄ ό,τι αφορά τα έξοδα, προβάλλεται με τέσσερις λόγους έφεσης οι οποίοι έχουν στο επίκεντρο τους τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να ασκήσει δικαστικά την ευχέρεια που είχε επί του θέματος. Και αυτό καθότι (α) στηρίχθηκε στη λανθασμένη κατά συμπέρασμα πεισματική συμπεριφορά του εφεσείοντα (1ος λόγος έφεσης), (β) απέτυχε να αιτιολογήσει επαρκώς την ύπαρξη «καλού λόγου» για τη μη εφαρμογή του γενικού κανόνα (2ος λόγος έφεσης), (γ) στηρίχθηκε σε αντιφατικά συμπεράσματα αφού, ενώ ψέγει τους εφεσίβλητους για την ανεπάρκεια της μαρτυρίας τους υπονοεί ότι δικαιολογημένα κίνησαν την αγωγή (3ος λόγος έφεσης) και (δ) έλαβε υπόψη του στοιχεία άσχετα με την ουσία της υπόθεσης και συγκεκριμένα προσμέτρησε το δικαίωμα του εφεσείοντα να υπερασπιστεί τον εαυτό του εναντίον του, παρόλο που η αγωγή απορρίφθηκε με την αποδοχή ως αξιόπιστης της μαρτυρίας των εφεσιβλήτων και της απόρριψης ως αναξιόπιστης της δικής του.
Οι πιο πάνω λόγοι έφεσης αναπτύσσονται σε εμπεριστατωμένη αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του εφεσείοντα κατ΄ επίκληση και αγγλικής νομολογίας για το αγώγιμο δικαίωμα που στηρίζεται σε δόλο (Parker v. McKenna, [1870 P.111] (1874-75) L.R. 10 Ch.App.96, Donald Campbell and Co. Ltd v. Pollak (1927) A.C. 732, Baylis Baxter Ltd v. Sabath (1958) 2 All E.R. 209) την οποία έχουμε διεξέλθει με προσοχή, όπως έχουμε διεξέλθει με την ίδια προσοχή και την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εφεσιβλήτων, ο οποίος υποστήριξε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια επί του θέματος.
Καταλήξαμε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης δεν αναδεικνύουν «καλό λόγο» που δικαιολογεί τη μη εφαρμογή του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη σχετική επί του θέματος ευχέρεια του, αποστερώντας τον εφεσείοντα από τα έξοδα. Επισημαίνουμε συναφώς την σταθερή, καθόλη τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας, θέση του εφεσείοντα ότι τα πληρεξούσια ήταν γνήσια και τα αποδιδόμενα σ΄ αυτόν στοιχεία δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας και/ή ψευδών παραστάσεων δεν ευσταθούσαν, θέση που η αξιόπιστη μαρτυρία των εφεσιβλήτων την οποία αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κρίθηκε ικανοποιητική να ανατρέψει. Κάτω απ΄ αυτή τη θεώρηση κρίνουμε ατυχή την αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «. η υπόθεση οδηγήθηκε πεισματικά σε ακρόαση» αφού ήταν δικαίωμα του εφεσείοντα να διεκδικήσει τα έξοδα του εφόσον θεωρούσε τον εαυτό του αθώο σ΄ ό,τι οι εφεσίβλητοι του καταλόγιζαν, κατάσταση που επιβεβαιώθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο που ενώ δέχτηκε στο σύνολο της ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των εφεσιβλήτων εντούτοις έκρινε πως αυτή δεν ήταν ικανοποιητική για τεκμηρίωση δόλου εναντίον του.
Εσφαλμένη για το θέμα των εξόδων θεωρούμε και την αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «. δικαιολογημένα οι ενάγοντες με τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους πίστευαν, όπως κάθε λογικός άνθρωπος.» ότι ο εφεσείοντας «. ενήργησε με σκοπό να τους εξαπατήσει μόνος ή από κοινού με τους εναγόμενους 2 και/ή 3», αναφορά που θεωρούμε αδιάφορη για αποστασιοποίηση από το γενικό κανόνα που αφορά τα έξοδα καθότι το τι πίστευαν ή όχι οι εφεσίβλητοι ήταν θέμα που αφορούσε τους ίδιους και όχι τον εφεσείοντα, ώστε να συνεκτιμηθεί ως στοιχείο για να αποστερηθεί τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των όσων του καταλόγιζαν οι εφεσίβλητοι.
Τέλος θεωρούμε εσφαλμένη την επίκληση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της «. επιμονής του (εφεσείοντα) να ζητά έξοδα, εκ του ασφαλούς πλέον, όταν ο εναγόμενος 2 διευθέτησε την υπόθεση .», επίκληση που παραγνωρίζει το σημαντικό στοιχείο ότι ο εναγόμενος 2 διευθέτησε χρηματική αξίωση των εφεσιβλήτων ύψους άνω των €500.000 τη στιγμή που η θέση του ήταν πως η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε και η οποία θέση ήταν η πεμπτουσία της αγωγής των εφεσιβλήτων.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης δεν αναδείκνυαν «καλό λόγο» ώστε να αποστερηθεί ο εφεσείοντας τα έξοδα του και συνακόλουθα εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια επί του θέματος, κρίση που δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου και που προδιαγράφει και την τύχη της έφεσης.
Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με τα έξοδα παραμερίζεται, με έξοδα, πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, προς όφελος του εφεσείοντα και εναντίον των εφεσιβλήτων.
Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προς έγκριση.
Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.
Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.
/κβπ