ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


ECLI:CY:AD:2015:D804

(2015) 1 ΑΑΔ 2598

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική ΄Εφεση αρ. 212/2010)

2 Δεκεμβρίου, 2015

Γ.ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Μ.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/στες

ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΦΕΡΑΙΟΥ,

Εφεσείων/Καθ΄ου η αίτηση

και

ΧΡ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΛΤΔ

Εφεσίβλητοι/Αιτητές

- - - - - - - - -

ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ.27/03/2014

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΦΕΡΑΙΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΦΕΡΑΙΟΥ

Εφεσείων/Καθ΄ου η αίτηση

και

ΧΡ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΛΤΔ

Εφεσίβλητοι/Αιτητές

- - - - - - - - -

Κ.Μιχαηλίδης, για τον Εφεσείοντα

Μ.Βιολάρης για Κλεόπας & Κλεόπας ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους

- - - - - - - - - -

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τη T.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Ένα παλαιό κατάστημα στη σύνδεση των οδών Λήδρας και Ρηγαίνης, στο κέντρο της Λευκωσίας και ο καθορισμός του ενοικίου του αποτέλεσε το πεδίο της επίδικης διαφοράς, η οποία από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων μεταφέρθηκε στο Εφετείο. Το επίδικο κατάστημα ενοικιάστηκε πριν μερικές δεκαετίες και στο παρελθόν υπήρξαν και άλλες διαδικασίες που αφορούσαν ομοίως τον καθορισμό ενοικίου.

Η πρωτόδικη απόφαση αδικαιολόγητα αποτελούμενη από 99 σελίδες κατέληξε σε έκδοση «διατάγματος δια του οποίου το ενοίκιο του καταστήματος, ιδιοκτησίας των αιτητών (εφεσίβλητων σήμερα), το οποίο ενοικιάζεται από τον καθ΄ου η αίτηση (εφεσείοντα δια του διαχειριστού της περιουσίας του αφού απεβίωσε μετά την έκδοση απόφασης), καθορίζεται σε ποσό €2,937 μηναίως από 23.4.2007, ημερομηνία της αίτησης». Εκδόθηκε και απόφαση για τη διαφορά επί των ενδιάμεσων ενοικίων που καθόριζε τον τρόπο πληρωμής καθώς επίσης για νόμιμο τόκο και έξοδα.

Ο εφεσείων προσβάλλει την απόφαση με 5 λόγους έφεσης (ο 6ος λόγος αποσύρθηκε ενώπιον μας).

Ο πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης είναι αλληλένδετοι, αφού εάν αποφασισθεί ο πρώτος λόγος θετικά για τον εφεσείοντα, ο δεύτερος δεν έχει αντικείμενο. Και οι δύο λόγοι αφορούν την ερμηνεία την οποία έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο στο αρθ.8(4)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 (Ν.23/83) ως τροποποιήθηκε. Προβάλλεται ότι η ερμηνεία αυτή ήταν νομικά εσφαλμένη. (πρώτος λόγος). Εάν η ερμηνεία ήταν ορθή τότε είναι «αντισυνταγματικό αφού δημιουργεί ανισότητα μεταξύ θεσμίων ενοικιαστών κατά παράβαση των αρθ.6 και 28 του Συντάγματος» (δεύτερος λόγος).

Οι λοιποί λόγοι αφορούν στον τρόπο που λειτούργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προς ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη του τους παράγοντες που προβλέπει η νομοθεσία (5ος λόγος), ενώ στον 3ο και 4ο λόγο γίνεται αναφορά ότι λανθασμένα έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό του ενοικίου, τον άχρηστο χώρο του υπογείου.

Το αρθ.8 έχει ως εξής (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο)

«8.-(1) Ουδε΅ία αύξησις ενοικίου κατοικιών ή καταστη΅άτων δύναται να επιβληθή επί θεσ΅ίου ενοικιαστού πλην ως εν τω παρόντι Νό΅ω διαλα΅βάνεται.

(2) Είναι νό΅ι΅ον διά τον θέσ΅ιον ενοικιαστήν ή τον ιδιοκτήτην οιασδήποτε κατοικίας ή καταστή΅ατος, εάν θεωρή εαυτόν ηδικη΅ένον, να αποτείνηται δι' αιτήσεως εις το ?ικαστήριον διά τον καθορισ΅όν του δικαίου ενοικίου του πληρωτέου εν σχέσει προς την τοιαύτην κατοικίαν ή κατάστη΅α: 3(α) του 70(Ι) του 1999. Νοείται ότι ουδε΅ία αίτησις καταχωρίζεται προ της παρελεύσεως δύο ετών από της η΅ερο΅ηνίας καθ' ην ο ενοικιαστής έλαβε κατοχήν του ακινήτου ή από της η΅ερο΅ηνίας της τελευταίας αύξησης ή ΅είωσης του ενοικίου. 3 του 51 του 1983. Νοείται περαιτέρω ότι είναι νό΅ι΅ον διά τον ιδιοκτήτην και τον ενοικιαστήν να έλθουν εις διαπραγ΅ατεύσεις και διά γραπτής συ΅φωνίας να συ΅φωνήσουν ετέραν αύξησιν του ενοικίου νοου΅ένου ότι η τελευταία αύτη αύξησις δεν θα υπερβαίνη το εκάστοτε καθοριζό΅ενον ανώτατον ποσοστόν αυξήσεως του ενοικίου συ΅φώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου και ότι ουδε΅ία τοιαύτη αύξησις θα λα΅βάνη χώραν προ της παρελεύσεως δύο ετών από της η΅ερο΅ηνίας καθ' ην ο ενοικιαστής έλαβε κατοχήν του ακινήτου ή από της η΅ερο΅ηνίας της τελευταίας αυξήσεως ενοικίου.

(3) Εις ην περίπτωσιν υποβάλλεται τοιαύτη αίτησις εις το ?ικαστήριον, το ?ικαστήριον εξετάζει ταύτην και, κατόπιν διεξαγωγής τοιαύτης ερεύνης οίαν τούτο ήθελε θεωρήσει κατάλληλον και παροχής εις ένα έκαστον των διαδίκων της ευκαιρίας να τύχη ακροάσεως, και λα΅βανο΅ένων υπ' όψιν των εν τοις εδαφίοις (4) και (5) αναφερο΅ένων περιορισ΅ών και περιστάσεων, καθορίζει το δίκαιον ενοίκιον από της η΅ερο΅ηνίας καταχωρήσεως της τοιαύτης αιτήσεως και το ούτω καθορισθέν ποσόν θεωρείται ως το ενοίκιον το οποίον ο ενοικιαστής υποχρεούται να καταβάλλη εις τον ιδιοκτήτην. ?ιά τους σκοπούς της παραγράφου ταύτης θα υπηρετούν παρά τω ?ικαστηρίω Λειτουργοί Εκτι΅ήσεων οίτινες, κατόπιν προς τούτο οδηγιών του ?ικαστηρίου, θα δύνανται να διεξαγάγουν την έρευναν και να καταθέτουν την έκθεσίν των ενώπιον του ?ικαστηρίου.

(4)(α) Το ανώτατον όριον του υπό του ?ικαστηρίου καθοριζο΅ένου δικαίου ενοικίου δεν θα υπερβαίνη ποσοστόν 14 τοις εκατόν διά τα πρώτα δύο έτη από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος Νόμου, μετά το πέρας της οποίας περιόδου το ποσοστόν θα καθορίζεται ανά διετίαν υπό του Υπουργικού Συμβουλίου τη συστάσει του Υπουργού διά διατάγματος δη΅οσιευο΅ένου εις την επίση΅ον εφη΅ερίδα της Δη΅οκρατίας. (7(α) του 102(Ι) του 1995. 3(α) του 171(Ι) του 2003. 3(β) του 171(Ι) του 2003). Νοείται ότι, αν η πρώτη αίτηση που υποβάλλεται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ενοικιοστασίου (Τροποποιητικού) Νόμου του 1995 για αύξηση του ενοικίου βάσει του επιτρεπό΅ενου ποσοστού, που δεν υπερβαίνει τώρα το 14%, οδηγεί στον καθορισ΅ό ενοικίου χα΅ηλότερου από το 40% του εκάστοτε ΅έσου όρου των ενοικίων της ΅ικρής περιοχής, τότε καθορίζεται ενοίκιο ίσο προς το 40% του ΅έσου αυτού όρου. Το ποσοστό 40%, ως ανωτέρω, για την πρώτη ή τις επό΅ενες αιτήσεις αυξάνεται από 1.1.1997 κατά 10 ποσοστιαίες ΅ονάδες ανά διετία, ΅έχρις ότου ανέλθει στο 90% του εκάστοτε ΅έσου όρου των ενοικίων της ΅ικρής περιοχής. (7(β) του 102(Ι) του 1995).

(β) Το ανώτατον όριον του υπό του ?ικαστηρίου καθοριζο΅ένου δικαίου ενοικίου εν ουδε΅ία περιπτώσει θα υπερβαίνη το 80% του εν εδαφίω (4)(α) καθορισ΅ένων ποσοστών διά τους εκτοπισθέντας και παθόντας. ?ιά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου οι όροι «εκτοπισθείς» και «παθών κέκτηνται την εις τους όρους τούτους αποδιδο΅ένην έννοιαν υπό του Μέρους V του παρόντος Νόμου.

(5) Τηρουμένων των πιο πάνω εδαφίων, για τον καθορισ΅ό του δίκαιου ενοικίου πρέπει να υπολογίζεται το αγοραίο ενοίκιο και ο ΅έσος όρος των ενοικίων στην ίδια ΅ικρή περιοχή, χωρίς να λα΅βάνεται υπόψη ή σπανιότητα παρό΅οιων ακινήτων στην ίδια ΅ικρή περιοχή, ενώ πρέπει να λα΅βάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις (εκτός από τις προσωπικές), μεταξύ των οποίων η ηλικία, ο χαρακτήρας, το ΅έγεθος, η τοποθεσία, η κατάσταση του ακινήτου (και προκειμένου περί διατηρητέας οικοδο΅ής, κατά πόσο έχουν εκτελεσθεί σε αυτή έργα από τον ιδιοκτήτη της και με ποιο ύψος δαπανών), καθώς και οι παρεχό΅ενες σ' αυτό διευκολύνσεις.»

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελίδες 89-91 της απόφασης του, ως προς την ερμηνεία του εδαφίου 8(4)α ανωτέρω, μεταξύ άλλων, καταλήγει και ως εξής: Στο πιο πάνω εδάφιο γίνεται αναφορά στην πρώτη αίτηση καθορισμού η οποία υποβάλλεται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ενοικιοστασίου (Τροποποιητικού Νόμου του 1995), όπως και στις μεταγενέστερες αυτής αιτήσεις καθορισμού ενοικίου για το ίδιο υποστατικό. Εάν η πρώτη αίτηση, συνεχίζει το Δικαστήριο, για αύξηση ενοικίου, σύμφωνα με το επιτρεπόμενο ποσοστό αύξησης, το οποίο κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν 14% οδηγεί σε καθορισμό ενοικίου το οποίο είναι χαμηλότερο από το 40% του μέσου όρου των ενοικίων της μικρής περιοχής, τότε το ενοίκιο καθορίζεται σε ποσό ίσο προς το 40% αυτού του μέσου όρου, ενώ στην αντίθετη περίπτωση δίδεται αύξηση μέχρι 14% επί του καταβαλλομένου ποσού ενοικίου. Η ίδια όμως επιφύλαξη, σύμφωνα με την ερμηνεία που εδόθη, καθορίζει μέσω αυτής το ποσοστό εκείνο του μέσου όρου το οποίο αντικαθιστά το 40% και, το οποίο, θα ισχύει, πάντοτε σε συνδυασμό με το ποσοστό του 14% και, εκείνου, από τα δύο το οποίο είναι το μεγαλύτερο, για τις διετίες οι οποίες ακολουθούν, από 1.1.1997. Καθορίζει δε, ότι, αυτό το ποσοστό του 40%, είτε είναι η πρώτη είτε είναι οι επόμενες αυξήσεις, αυξάνεται κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ανά διετία μέχρις ότου ανέλθει στο 90% του εκάστοτε μέσου όρου των ενοικίων της μικρής περιοχής.

Ο κ.Μιχαηλίδης και ενώπιον μας επιμένει επί του ισχυρισμού που προώθησε πρωτοδίκως και λέει τα ακόλουθα: Όπως αναφέρθηκε στη σελ.70 της απόφασης δόθηκαν δύο διαδοχικές αυξήσεις ενοικίων την 21.4.2003 στις ΛΚ820 από 15.1.2002 στην αίτηση Κ16/02 και σε ΛΚ1.400 την 27.1.2006 από 1.4.2005 στην αίτηση Κ45/05. Όπως το Δικαστήριο ανέφερε στην σελ.72, κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της υπό εκδίκαση αίτησης, την 23.4.2007, το καταβαλλόμενον από 1.4.2005 ενοίκιον έφθασε το ποσοστό του 90% του μέσου όρου των ενοικίων της μικρής περιοχής. ΄Αλλωστε αυτό δήλωσε και ο δικηγόρος του Εφεσιβλήτου στη σελ.35 των πρακτικών.

Σύμφωνα με τον περί Ενοικιοστασίου (Τροποποιητικό) Νόμο 102(Ι)/95 σε αίτηση αύξησης ενοικίου υποστατικού εντός της μικρής περιοχής μετά την εφαρμογή του τροποποιητικού νόμου, εάν η πρώτη αίτηση οδηγεί σε αύξηση του ενοικίου χαμηλότερη του 40% του μέσου όρου των ενοικίων της μικρής περιοχής, τότε σαν ενοίκιο καθορίζεται το 40% του μέσου τούτου όρου. Το ποσοστό αυτό του 40% του μέσου όρου αυξάνεται από 1.1.97 ανά διετία κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες. ΄Ετσι το ποσοστό αυτό του 40% του μέσου όρου αυξάνεται σε 50% από 1.1.1997, 60% την 1.1.1999, 70% την 1.1.2001, 80% την 1.1.2003 και 90% την 1.1.2005. Προ της θεσπίσεως του τροποποιητικού νόμου, τα ενοίκια των υποστατικών εντός της μικρής περιοχής ήσαν πολύ χαμηλά γιατί ως επί το πλείστον ενοικιάσθησαν παλαιότερα. ΄Ετσι, κατά τον κ.Μιχαηλίδη, ο νομοθέτης έκρινε δίκαιο ότι έπρεπε να εναρμονίσει τα ενοίκια ώστε αυτά να φθάσουν βαθμηδόν το 90% του μέσου όρου των τρεχόντων ενοικίων της μικρής περιοχής που θα ήσαν αντίστοιχα του αγοραίου ενοικίου.

Αφ΄ης στιγμής έφθαναν το 90% τότε, κατά την εισήγηση του, νέα αύξηση του ενοικίου δεν μπορεί να υπερβεί το 14%.

Η απόφαση του Δικαστηρίου, καταλήγει ο κ.Μιχαηλίδης, είναι προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας. Αφ΄ης στιγμής εδόθη αύξηση μέχρι 90% του μέσου όρου δεν δικαιολογείται η εκ δευτέρου αύξηση και ο καθορισμός του ενοικίου με οποιοδήποτε ποσοστό άλλο από το 14%. Διαφορετικά δεν θα σταματούσε στο 90% αλλά θα αυξανόταν στο 100%, 110%, 120% κ.ο.κ.

Ο σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν να καταστήσει τους ιδιοκτήτες υποστατικών εντός της μικρής περιοχής προνομιούχους. Ούτε να συνεχίσουν να υπάρχουν, μετά το 90%, «δύο ειδών αυξήσεις».

Η επιφύλαξη του αρ.8(4)(α) ήταν η προσωρινή εξαίρεση από τον κανόνα μέχρι που να φθάσει το ενοίκιο στο 90% του μέσου όρου.

Μας βρίσκει σύμφωνους αυτή η ερμηνεία, αφού λογικά προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του νόμου αλλά και φαίνεται να συνάδει και με το σκοπό του νομοθέτη. Η όλη συλλογιστική του Δικαστηρίου ειδικά στη σελ.90 είναι πολύπλοκη και αποστασιοποιείται από το λεκτικό του Νόμου. Είναι δε ενδεικτικό και πρωτοφανές, θα λέγαμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει το ίδιο σε επαναδιατύπωση της πιο πάνω επιφύλαξης, όπως αυτή «έπρεπε» να διαβάζεται. (σελ.90 της εκκαλούμενης απόφασης). Η δε κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης με τον τρόπο που εισηγείται ο κ.Μιχαηλίδης θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα, να καθηλώσει δηλαδή και πάλι τα ενοίκια των παλαιών θέσμιων ενοικιάσεων σε αδικαιολόγητα χαμηλά ποσά, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ούτε οι στηρικτικές της ερμηνείας θέσεις, της πλευράς των εφεσιβλήτων, ως αναλύθηκαν στο περίγραμμα αγορεύσεων και ενώπιον μας μπορούν να οδηγήσουν σε άλλη ερμηνεία.

Αντίθετα μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση του κ.Μιχαηλίδη ότι η επαναδιατύπωση της επίδικης πρόνοιας του Νόμου από το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγεί στο νομικό ατόπημα της επέμβασης του Δικαστηρίου στο έργο του νομοθέτη αντί να περιορισθεί στην ερμηνεία του κειμένου.

Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι με την προηγηθείσα στην αίτηση καθορισμού ενοικίου (αρ.45/05 ημερ. 27.1.06), απόφαση του Δικαστηρίου, το ενοίκιο του επίδικου υποστατικού καθορίστηκε με αύξηση με «βάση εκτίμησης στο 90% του μέσου όρου των ενοικίων της μικρής περιοχής». Σημασία έχει η σχετική δήλωση των μερών που καταγράφεται στη σελ.35 των πρακτικών.

Συνεπώς βρίσκουμε ότι εκείνο που μπορούσε να εφαρμοστεί είναι ο καθορισμός του δικαίου ενοικίου μέχρι το 14% στη βάση της γενικότερης εμβέλειας του άρθ. 8(5) ανωτέρω (βλ. Καφασάκης Λτδ ν. Moda Encanto Ltd, (2002) 1 A.A.Δ 189).

Στη Γεωργιάδης ν. Shaftakolas Estates Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 1750 αναφέρεται ότι οι περιστάσεις που εξειδικεύονται στο εδάφιο αυτό, δεν εξαντλούν βέβαια αυτές που μπορεί να ληφθούν υπόψη. Όμως καλύπτουν «ευρύ φάσμα των περιστάσεων το οποίο χαρακτηρίζει τα σχετικά περιστατικά και περιορίζει άλλα πιθανά περιστατικά σ' εκείνα που δεν είναι αντινομικά προς τα καθοριζόμενα. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ερμηνευτικό κανόνα (όπως το ejusdem generis), αποκλείονται από την έρευνα περιστάσεις αντινομικές προς εκείνες που καθορίζονται».

Η επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης καθιστά άνευ αντικειμένου τον δεύτερο. Σε σχέση με τους λοιπούς λόγους παρατηρούμε τα ακόλουθα:

Η πρωτόδικη κρίση, παρά τον όγκο της και την «εικονική» πρόσδοση αξίας σε κριτήρια, υπήρξε λειψή στην ορθή εφαρμογή του δικαίου καθορισμού ενοικίου με βάση τις σχετικές περιστάσεις, έργο που θα πράξουμε εμείς στη συνέχεια με βάση τους σχετικούς λόγους έφεσης και βεβαίως δυνάμει του αρθ.25(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου. Τονίζουμε ότι δεν θα ακολουθήσουμε τη λογική μείωσης του εμβαδού του ακινήτου λόγω της μη χρήσης του υπογείου. Απλώς θα το λάβουμε υπόψη στις συνολικές περιστάσεις.

΄Εχοντας υπόψη ιδίως την ηλικία του καταστήματος, τα ποσά που δαπανήθηκαν από τον ενοικιαστή (€28,000), το αδύνατο της χρήσης του υπογείου για λόγους που δεν αφορούν τον ενοικιαστή και έχοντας υπόψη της μαρτυρία της Εκτιμητού που κατ΄αρχήν δεν θεωρήθηκε λάθος, βρίσκουμε ότι το ποσό στην αύξηση επί του ενοικίου θα πρέπει να κινηθεί στο 10%. Ως εκ τούτου, 10% επί του ποσού των £1,400 (το ενοίκιο που ισχύει δηλαδή σε ευρώ) ήτοι (€2.392.04) βρίσκουμε ότι δικαιολογείται αύξηση £140 (€239.20) μηνιαίως, ώστε το ενοίκιο να γίνει £1.540, (2,631.25 ευρώ), για ευκολία €2.631 από 23.4.2007.

Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει θεωρούμε ότι η έφεση μπορεί να επιτύχει μερικώς, με την αντικατάσταση στην πρωτόδικη απόφαση του ποσού του ενοικίου €2.937 στο ποσό των €2,631, ως ανωτέρω, με τις αναγκαίες προσαρμογές και στο λοιπό μέρος της απόφασης. Ενόψει της μικρής διαφοροποίησης, δεν θα επέμβουμε στο θέμα των εξόδων που επιδικάστηκαν πρωτοδίκως.

΄Οσον αφορά τα έξοδα έφεσης επιδικάζεται ποσό €1.000 πλέον ΦΠΑ (αν υπάρχει) υπέρ του εφεσείοντα.

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο