ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


ECLI:CY:AD:2016:D287

(2016) 1 ΑΑΔ 1508

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική ΄Εφεση αρ. 14/2013)

16 Ιουνίου, 2016

Γ.ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Μ.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Τ.ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΔΔ

ΜΑΡΙΑ ΤΟΦΑΡΙΔΟΥ

Εφεσείουσα/Ενάγουσα

και

1. Ε & Κ ELIAN DEVELOPERS LTD

2. ECTORAS PROPERTIES LTD

3. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΤΑΚΚΑΣ

Εφεσίβλητοι/Εναγόμενοι

- - - - - - - - -

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 14.5.2015

ΜΑΡΙΑ ΤΟΦΑΡΙΔΟΥ

Εφεσείουσα/Ενάγουσα

και

1. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ως ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ

ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Ε & K ELIAN DEVELOPERS LTD

2. ECTORAS PROPERTIES LTD

3. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΤΑΚΚΑΣ

Εναγόμενοι/Εφεσίβλητοι

- - - - - - - - -

Αίτηση ημερ. 10.12.2015 εκ μέρους του αιτητή/εφεσίβλητου 3 για άδεια για προσκόμιση στην κατ΄έφεση διαδικασία νέας και/ή περαιτέρω μαρτυρίας.

- - - - - - - - -

Κ.Μουτσουρής, για τον αιτητή/εφεσίβλητο 3

Κ.Χ΄Ιωάννου, για την καθ΄ης η αίτηση/εφεσείουσα

- - - - - - - - - -

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τη Δικαστή Τ.Ψαρά-Μιλτιάδου.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Δοθείσα αυθημερόν)

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: O αιτητής/εφεσίβλητος 3 με την παρούσα αίτηση του αιτείται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα:

Α. ΄Αδεια και/ή Διάταγμα το οποίο να επιτρέπει την προσκόμιση στην κατ΄έφεση διαδικασία νέας και/ή περαιτέρω μαρτυρίας από τον κ.Χριστόδουλο Χατζηοδυσσέως, Γενικό Διευθυντή του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ), η οποία μαρτυρία είτε να δοθεί υπό μορφή προφορικής μαρτυρίας είτε δια μέσου ενόρκου δήλωσης και προσκόμισης εγγράφων ως φαίνεται στην ένορκη δήλωση ώστε να καταστεί δυνατή η απόδειξη του πιο κάτω σημαντικού γεγονότος που αφορούν άμεσα την παρούσα έφεση και την πρωτόδικη απόφαση για τους πιο κάτω λόγους:

1. Να δοθεί μαρτυρία ότι ο κ. Νίκος Ταλιαδώρος, που ήταν
εμπειρογνώμονας μάρτυρας στην αγωγή 299/08 του
Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, που η απόφαση του
εφεσιβλήθηκε από την ενάγουσα και αποτελεί το αντικείμενο
της παρούσας έφεσης και ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Ε.4
για την ενάγουσα και παρουσιάστηκε ως Επιμετρητής
Ποσοτήτων, με βάση τα αρχεία του Τεχνικού Επιμελητηρίου
δεν υπήρξε ποτέ εγγεγραμμένο μέλος του ΕΤΕΚ.

2. Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 2 του Περί ΕΤΕΚ Νόμου ο κλάδος
της Επιμέτρησης και Εκτίμησης Γης, περιλαμβάνεται στους
κλάδους Μηχανικής Επιστήμης που ρυθμίζονται από το
Τεχνικό Επιμελητήριο.

3. Με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας άρθρο 25(1)
του Περί ΕΤΕΚ Νόμου , κανένας δεν δικαιούται να ασκεί
επάγγελμα σε κλάδο της Μηχανικής Επιστήμης, εκτός αν
είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Μελών του ΕΤΕΚ και του
έχει εκδοθεί η αναγκαία άδεια άσκησης επαγγέλματος .

4. Η παρουσία του κ. Χριστόδουλου Χατζηοδυσσέως, Γενικός
Διευθυντής του ΕΤΕΚ και η παρουσίαση εκ μέρους του
έγγραφα που καταδεικνύουν ότι ο κ. Νίκος Ταλιαδώρος δεν
υπήρξε ποτέ μέλος του ΙΞΤΕΚ είναι ουσιαστικής σημασίας σε
σχέση με την υπόθεση , διότι όλη η μαρτυρία του κ. Νίκου
Ταλιαδώρου στο Πρωτόδικο Δικαστήριο είναι παράνομη και
δεν πρέπει να ληφθεί καθόλου υπόψη. Ο κ. Νίκος
Ταλιαδώρος ήταν ο βασικός μάρτυρας εμπειρογνώμονας της
ενάγουσας και τις μετρήσεις του τις χρησιμοποίησαν και οι
υπόλοιποι μάρτυρες εμπειρογνώμονες της ενάγουσας Μ.Ε.2
και Μ.Ε.3.

Β. ΄Αδεια και/ή Διάταγμα, ώστε να παραταθεί για 45 ημέρες ή όσο χρόνο ήθελε το Δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις σκόπιμο, η προθεσμία υποβολής του περιγράμματος αγόρευσης του εφεσίβλητου 3/αιτητή.

Η αίτηση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 άρθρα 1-3, 21, 22, 25(1)-(3), 29, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ.8 , Δ.48 Θ.1,2,3,4,7,8,9,11, Δ.63 Θ.2, Δ.64, στον περί Εφέσεων (Προδικασία Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996, όπως τροποποιήθηκε το 1997, ειδικότερα στο Κ.12, στα άρθρα 2, 9, 11 και 12 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις ) Νόμος Ν.33/1964, στο δίκαιο της επείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, στη Νομολογία, στην πρακτική και διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Σεβαστού Δικαστηρίου.

Η αίτηση στην πραγματική της βάση στηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ.Ανδρέα Μουτσουρή, εκ των δικηγόρων του αιτητή, ο οποίος δηλώνει ενήμερος των γεγονότων και δεόντως εξουσιοδοτημένος.

Με βάση τη δήλωση του κ.Μουτσουρή στις 7.11.2012 εξεδόθη απόφαση στην αγωγή υπ΄αριθμό 299/2008 του Ε.Δ. Αμμοχώστου. Στις 14.12.2012 η εφεσείουσα καταχώρησε την παρούσα έφεση η οποία στρέφεται εναντίον τόσο του αιτητή όσο και της εφεσίβλητης 1. Πρωτοδίκως, μεταξύ των μαρτύρων που κατέθεσαν για λογαριασμό της εφεσείουσας (καθ΄ης η αίτηση εν προκειμένω) ήταν και ο κ.Νίκος Ταλιαδώρος Μ.Ε.4 ο οποίος δήλωσε ότι είναι Επιμετρητής Ποσοτήτων και Κοστολόγος, παρουσιαζόμενος ως εμπειρογνώμονας. Δυνάμει της σχετικής ένορκης ομολογίας «μόλις πρόσφατα σε άλλη υπόθεση και συγκεκριμένα στην αγωγή 818/2014 Ε.Δ. Αμμοχώστου μετά σχετική αποκάλυψη εγγράφων που έγινε την 1.12.2015 παρουσιάστηκαν έγγραφα που κατά τον ενόρκως δηλούντα «καταδεικνύουν και βεβαιώνουν ότι ο κ.Νίκος Ταλιαδώρος Μ.Ε.4 δεν υπήρξε ποτέ εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ». (Επισυνάπτονται δε σχετικά ως τεκμήρια σχετικές «βεβαιωτικές επιστολές»). Λόγω της αποκάλυψης αυτής, πάντα κατά τον ενόρκως δηλούντα, ο Μ.Ε.4 ως μη εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ ως εκ της νομοθεσίας δεν μπορεί να ασκεί καθήκοντα Επιμετρητή Ποσοτήτων. Προβάλλεται δε ως σχετικό το άρθρου 25(1) του περί ΕΤΕΚ Νόμου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σε μετρήσεις ενός εμπειρογνώμονα που δεν είναι εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ «και η μαρτυρία που έδωσε είναι παράνομη». Το ΕΤΕΚ μετά από αίτηση του δικηγόρου του αιτητή στις 9.12.2015 με επιστολή του τον πληροφόρησε ότι ο κ.Νίκος Ταλιαδώρος με βάση τα αρχεία του Τεχνικού Επιμελητηρίου δεν υπήρξε ποτέ εγγεγραμμένο μέλος του ΕΤΕΚ και σύμφωνα με το άρθρο 2 και το άρθρο 25(1) του Νόμου κανείς δεν δικαιούται να ασκεί επάγγελμα σε κλάδο της Μηχανικής Επιστήμης εκτός αν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Μελών του ΕΤΕΚ και του έχει δοθεί αναγκαία άσκηση επαγγέλματος. Ως εκ τούτου ο Μ.Ε.4 παράνομα παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας επιμετρητής ποσοτήτων και η εφεσείουσα κατά παράβαση της νομοθεσίας τον χρησιμοποίησε ως Register Quantity Surveyor (βλ.τεκμήριο 21 επιστολή e-mail εφεσείουσας). Συνεπώς είναι η θέση του αιτητή ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.4 δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Αφού τονίζεται το πρόσφατο της γνώσης της πλευράς του αιτητή αναφέρεται ακόμη ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί από τον αιτητή είναι σχετική και πολύ σημαντική «διότι ενδεχόμενα να επηρέαζε το πρωτόδικο Δικαστήριο αν τη γνώριζε». Ακόμη επισημαίνεται ότι η μαρτυρία ήταν προγενέστερη της πρωτόδικης απόφασης δηλαδή υφίστατο κατά την πρωτόδικη κρίση και δεν θα μπορούσε να εγερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την άσκηση εύλογης επιμέλειας διότι δεν ήταν τότε στην κατοχή του αιτητή.

Τα πιο πάνω γεγονότα τονίζονται και αντικρίζονται και από τη νομική τους πτυχή με παραπομπή σε σχετική νομολογία και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή.

Στην αντίπερα πλευρά η εφεσείουσα/καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η μαρτυρία αυτή μπορούσε να είχε εξασφαλιστεί έγκαιρα και με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας. ΄Οπως εύκολα αποκτήθηκε η γνώση κατά το χρόνο που περιγράφεται μόνο με αποστολή μιας σχετικής επιστολής στο ΕΤΕΚ, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο με τον ίδιο τρόπο. Επίσης τονίζεται ότι στο Μ.Ε.4 δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα στην πρωτόδικη διαδικασία. Μάλιστα στη σχετική αγόρευση του ο κ.Χ΄Ιωάννου καταγράφει μέρος των πρακτικών που αφορούν τον μάρτυρα αυτό.

Ο πυρήνας της αίτησης είναι η Δ.35 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος έχει ως εξής:

«8. The Court of Appeal shall have all the powers and duties as to amendment and otherwise of the Trial Court, together with full discretionary power to receive further evidence upon questions of fact, such evidence to be either by oral examination in Court, by affidavit, or by deposition taken before an examiner or commissioner. Such further evidence may be given without special leave upon interlocutory applications, or in any case as to matters which have occurred after the date of the decision from which the appeal is brought. Upon appeals from a judgment after trial or hearing of any cause or matter upon the merits, such further evidence (save as to matters subsequent as aforesaid) shall be admitted on special grounds only, and not without special leave of the Court. The Court of Appeal shall have power to draw inferences of fact and to give any judgment and make any order which ought to have been made, and to make such further or other order as the case may require. The powers aforesaid may be exercised by the said Court notwithstanding that the notice of appeal may be that a part only of the decision may be reversed or varied, and such powers may also be exercised in favour of all or any of the respondents or parties, although such respondents or parties may not have appealed from or complained of the decision. The Court of Appeal shall have power to make such order as to the whole or any part of the costs of the appeal as may be just».

Επίσης σχετικό είναι το άρθρο 25(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο ως δικαιοδοτικό άρθρο περικλείει την εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εν γένει δικαιοδοσία του ως Εφετείο και μεταξύ άλλων αναφέρεται στη δυνατότητα του Εφετείου να δέχεται περαιτέρω μαρτυρία ή και να επανακροάται μαρτύρων με στόχο να αποδίδεται δικαιοσύνη, περιορίζοντας την εξουσία αποδοχής περαιτέρω μαρτυρίας «όπου οι περιστάσεις της υπόθεσης απαιτούσιν ούτω». (βλ. Simadhiakos v. the Police (1961) 1 C.L.R. 621, Παυλίδου ν. Γερολέμου (1982)1 C.L.R. 912, και Λαπέρτας ν. Semio Production Ltd (Αρ.2) (2003)2 Α.Α.Δ. 249).

Στην ως άνω υπόθεση Λαπέρτας έχει τονιστεί ότι η εφετειακή διαδικασία δεν αποτελεί υποκατάστατο της πρωτόδικης διαδικασίας. Γι΄αυτό και η δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας στο Εφετείο περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που η μαρτυρία υφίστατο κατά το χρόνο της δίκης αλλά δεν ήταν γνωστή και ούτε μπορούσε να καταστεί γνωστή με τη λήψη εύλογων μέτρων.

Στην Pernell v. Δημοκρατίας (Αρ.1) 1998 2 Α.Α.Δ. 177 εξηγήθηκε ότι μαρτυρία που δεν υφίστατο κατά το χρόνο της πρωτόδικης δίκης δηλαδή μαρτυρία που προκύπτει μετά τη δίκη δεν είναι εν πάση περιπτώσει παραδεκτή εφόσον η προσαγωγή της δεν θα μπορούσε να είχε επιπτώσεις θεωρούμενη ως άσχετη με το αποτέλεσμα της. Το ίδιο προκύπτει και από το περιεχόμενο της Δ.35 θ.8 (βλ. Αnnual Practice 1970, σελ.794 ως προς τα σχόλια του Ο.59 r.10 (παλαιόν O.58 r.9) και A.G. v. Birmingham, Tame etc Drainage Board (1912) A.C. 788).

΄Οπως καταγράφεται στην 1. ASHOT EGIAZARYAN κ.ά. ν. 1. DENORO INVESTMENTS LIMITED κ.ά., Πολ.έφ. 75/11 ημερ. 19.2.2013:

«Τόσο το άρθρο 25(3), όσο και η Δ.35 θ.8, συναρτούν λοιπόν την εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λειτουργούντος ως Εφετείου, με ευρύτατη μέχρι απόλυτη διακριτική ευχέρεια στην αποδοχή νέας μαρτυρίας. Κατά παρόμοιο τρόπο προς τη λήψη μαρτυρίας όπου οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν, κατά το άρθρο 25(3), έτσι και το εναρκτήριο λεκτικό της Δ.35 θ.8 επιβεβαιώνει το εξαιρετικό του μέτρου λήψης νέας μαρτυρίας».

Στην υπόθεση Φύτος Ανδρέου ν. Psaras Shipping Agency ltd (1996) 1Β Α.Α.Δ. 1379 αναφέρονται τα ακόλουθα:

Το Ανώτατο Δικαστήριο όταν συνέρχεται ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας που με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να είχε προσαχθεί κατά την πρωτόδικη διαδικασία. (Rena Pavlidou and Another v. Elisavet Yerolemou and Others (1982) 1 C.L.R. 912, 917. Βλέπε επίσης Andromachi Ioannou HjiSavva and Others v. Andreas Panayiotou (1966) 1 C.L.R. 6). Από την πλούσια νομολογία επί του θέματος επισημαίνουμε την υπόθεση Ashiotis v. Weiner (1966) 1 C.L.R. 274, Papadopoulos ν. Kouppis (1969) 1 C.L.R. 584, Paraskevas v. Mouzoura (1973) 1 C.L.R. 88 και Kyriacou ν. C. D. Hay & Sons (1978) 1 C.L.R. 100. Εξ άλλου στην υπόθεση Moumdjis v. Michaelidou and Others (1974) 1 C.L.R. 226, τονίστηκε ότι η παροχή άδειας προσαγωγής περαιτέρω μαρτυρίας είναι διαδικασία που πολύ σπάνια θα πρέπει να ακολουθείται και μόνο όταν υπάρχουν περιστάσεις που δικαιολογούν παρέκκλιση από την αρχή της τελεσιδικίας. Για την ακρίβεια η ερευνά μας έδειξε ότι μόνο δύο φορές στο παρελθόν παραχωρήθηκε παρόμοια άδεια».

Στην Παναγιώτης Ιωάννου και 1. Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεις Λτδ κ.α., Πολ.εφ.181/10. ημερ. 29.7.2014 συνοψίζονται οι σχετικές προϋποθέσεις, όπως καθορίστηκαν από τη νομολογία:

1. Η μαρτυρία δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί προς χρήση κατά την πρωτόδικη διαδικασία με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας.

2. Η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε αν προσαγόταν θα ήταν πιθανό να είχε κάποια σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα της υπόθεσης αν και δεν είναι ανάγκη να είναι αποφασιστικής σημασίας.

3. Η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εμφανίζεται αξιόπιστη αν και δεν είναι ανάγκη να είναι αναντίλεκτη.

΄Εχοντας πάντα κατά νου τη σχετική νομολογία καθώς και το γεγονός ότι η εξουσία του Εφετείου να εκδίδει τέτοιας φύσεως διατάγματα πρέπει να ασκείται με περισσή φειδώ εγκύψαμε στην παρούσα με προσοχή. Το κυρίως ζητούμενο κατά την κρίση μας είναι αν ο αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο της πρωτόδικης δίκης μπορούσε με άσκηση εύλογης επιμέλειας να είναι κάτοχος της σχετικής μαρτυρίας.

Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θεωρούμε ότι η επιδιωκόμενη να ακουστεί μαρτυρία ως προϋπάρχουσα της δίκης θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί από την πλευρά του αιτητή και των συνηγόρων του. Αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα ότι ένας δικηγόρος ο οποίος αντεξετάζει μάρτυρα της άλλης πλευράς θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση για όλα τα θέματα που αφορούν την αντεξέταση. Πολλώ δε μάλλον να είναι σε θέση να αμφισβητήσει, αν πρέπει, τα προσόντα του μάρτυρα. Το ότι εν προκειμένω ο συνήγορος εξέλαβε τα προσόντα ως δεδομένα και δεν υπέβαλε καν σχετικές αμφισβητήσεις στο μάρτυρα ή ερωτήσεις που θα αφορούσαν εγγραφή του στο ΕΤΕΚ δεν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την εξαιρετική διαδικασία του Δικαστηρίου δυνάμει των πιο πάνω και να επιτραπεί η προσαγωγή μαρτυρίας.

Δεν μπορούμε δε να μη σχολιάσουμε, παρά το γεγονός δεν μας ετέθη ειδικά, ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.4 Νίκου Ταλιαδώρου δεν έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, οπότε δεν βλέπουμε κατ΄αρχήν τι νόημα είχε η παρούσα αίτηση εν πάση περιπτώσει.

Ως εκ των πιο πάνω κρίνουμε ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, ως «Α» και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή/εφεσίβλητου 3 και υπέρ της καθ΄ης η αίτηση/εφεσείουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της έφεσης.

Για το θέμα όμως της παράτασης της προθεσμίας ως το «Β» του παρακλητικού θα ακούσουμε τους δικηγόρους, αφού ανεξαρτήτως των πιο πάνω, έχει παρέλθει ο χρόνος υποβολής του περιγράμματος αγόρευσης για την πλευρά του εφεσίβλητου.

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο