ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


ECLI:CY:AD:2016:A566

(2016) 1 ΑΑΔ 2903

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2015)

[ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ/στές]

21 Δεκεμβρίου, 2016

ΚΑΤ' ΕΦΕΣΗ ΑΠΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ 132/2015

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν. 33/64) ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥΣ Β ΚΑΙ Γ ΤΟΥ ΕΔΑΦΙΟΥ 2 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 17 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 30.2 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 183(Ι)/2007

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 11(1)(Δ) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 22(ΙΙΙ)/2004

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΔΗΓΙΑ 2006/24/ΕΚ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-293/12 KAI C-594/12 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 08/04/2014

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΓΥΡΙΔΗ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI

KAI

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ 132/2015

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΚΑΤΟΧΟΥ-ΧΡΗΣΤΗ ΤΟΥ IP ADRESS 104.215.20.151 ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 08/06/2014 ΚΑΙ ΩΡΑ 06:19:21 ΠΟΥ ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΙΣ 08/07/2014

(Πολιτική Έφεση Αρ. 305/2015)

ΚΑΤ' ΕΦΕΣΗ ΑΠΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ 133/2015

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν. 33/64) ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 91(Ι)/2014

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΓΥΡΙΔΗ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΙΣ 10/07/2014

KAI

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΡΓΥΡΙΔΗ ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗΣ 14, ΔΙΑΜ. 202, ΛΑΚΑΤΑΜΕΙΑ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ 133/2015

Γ. Μυλωνάς με Ν. Παυλίδη, για τον Εφεσείοντα και στις δύο εφέσεις.

Δικαστήριο: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου.

_____________________________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Με τις δύο αυτές εφέσεις, επιδιώκεται ανατροπή πρωτόδικης κρίσης σε δύο αντίστοιχες αποφάσεις (Αιτήσεις 132/15 και 133/15) με τις οποίες δεν παραχωρήθηκε άδεια στον εφεσείοντα για να καταχωρήσει αιτήσεις για certiorari, με στόχο την ακύρωση διατάγματος ημερ. 8.7.2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για την αποκάλυψη των στοιχείων κατόχου-χρήστη συγκεκριμένου ΙΡ address, καθώς και του εντάλματος έρευνας που ακολούθησε, σε σχέση με διερευνόμενα αδικήματα παιδικής πορνογραφίας.

Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, στις 8.7.14 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενέκρινε αίτηση της Αστυνομίας και εξέδωσε διάταγμα εναντίον του διευθυντή της Cablenet για αποκάλυψη των προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4(4) και 4(1) του Νόμου 183(1)/07 που αφορούσαν τα στοιχεία του κατόχου-χρήστη του IP Address με στοιχεία 164.215.20.151. Το διάταγμα εκδόθηκε στη βάση ένορκης δήλωσης ημερ. 8.7.14 του Αστυνομικού 4855 και η Cablenet, συμμορφούμενη με το διάταγμα, έδωσε στις 10.7.14 στην Αστυνομία τα στοιχεία του αιτητή ως του κατόχου-χρήστη του προαναφερθέντος IP Address τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από την Αστυνομία για έκδοση εντάλματος έρευνας το οποίο και ακολούθησε. Τελικό αποτέλεσμα της έρευνας ήταν η κατάσχεση δύο ηλεκτρονικών υπολογιστών και ενός σκληρού δίσκου που κατακρατούνται από την Αστυνομία ως τεκμήρια, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε ποινική υπόθεση που έχει καταχωρηθεί εναντίον του εφεσείοντα/αιτητή.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε ό,τι τέθηκε ενώπιον του, έκρινε ότι τα αιτήματα δεν στοιχειοθετούντο και απέρριψε και τις δύο αιτήσεις.

Ο Εφεσείων με δύο ξεχωριστές εφέσεις προσβάλλει την ορθότητα των πιο πάνω αποφάσεων ως εξής:

΄Εφεση 304/15 - αίτηση 132/15 τρεις λόγοι έφεσης:

(1) Εσφαλμένα το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ησαΐα κ.ά. Πολ.έφ.402/12, ημερ. 7.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:A476, αφού η συγκεκριμένη υπόθεση δεν είναι σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, (2) λανθασμένα το Δικαστήριο θεώρησε ότι η εισήγηση του δικηγόρου του εφεσείοντα για αντισυνταγματικότητα του Νόμου 183(Ι)/07 ήταν γενική και αόριστη και χωρίς την απαιτούμενη θεμελίωση και (3) το σοβαρότερο σφάλμα του δικαστηρίου, κατά το δικηγόρο του Εφεσείοντος, είναι ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τους οκτώ λόγους που προβλήθηκαν πρωτοδίκως για ακύρωση των διαταγμάτων αποκάλυψης και έρευνας.

΄Εφεση 305/15 - αίτηση 133/15 δύο λόγοι έφεσης:

(1) Ότι είναι αυθαίρετη και αβάσιμη η κατάληξη του κατώτερου δικαστηρίου ότι η αίτηση, η οποία αφορούσε σε ένταλμα έρευνας, ήταν καταδικασμένη σε απόρριψη ενόψει της διασύνδεσής της με την αίτηση που αφορούσε το διάταγμα αποκάλυψης, και (2) ότι εσφαλμένα και αδικαιολόγητα το δικαστήριο δεν εξέτασε τους λόγους προσβολής του εντάλματος έρευνας προς διακρίβωση του κατά πόσον υφίστατο συζητήσιμη υπόθεση.

Κατά τη μελέτη των λόγων έφεσης, ειδικά του λόγου (3) ανωτέρω, της πρώτης έφεσης και του λόγου (2) ανωτέρω της δεύτερης έφεσης, έχουμε ανατρέξει - ως ήταν υποχρέωση μας - στο μέρος της αίτησης, ένορκης ομολογίας και έκθεσης που προβάλλονται οι λόγοι ακυρότητας, και στις δυο υποθέσεις. ΄Εχουμε διαπιστώσει ότι οι λόγοι ακυρότητας δεν προβάλλονται σε κανένα σημείο της δικογραφίας που εκ του νόμου συνιστά την αίτηση για λήψη αδείας για καταχώρηση certiorari.

Συνακόλουθα είμαστε υποχρεωμένοι να σταθούμε σ΄αυτό το σημείο και στη συνέπεια του αφού άπτεται άμεσα και της πρωτόδικης κρίσης αλλά και των λόγων έφεσης.

Για να το πράξουμε πρέπει να ασχοληθούμε με τη μορφή και το σκοπό των προνομιακών ενταλμάτων.

Όπως είναι γνωστό και βαθιά εδραιωμένο στο δίκαιο μας, η διαδικασία που αφορά certiorari και γενικά προνομιακά εντάλματα είναι αυστηρού τύπου.

Ο τύπος είναι αναγκαίος και αλληλένδετος με την ουσία αφού ακριβώς πρόκειται για κατάλοιπο εξουσίας και επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρέπει να γίνεται με πάσα δυνατή περίσκεψη και προσοχή.

Από τα νομολογηθέντα προκύπτει ότι η αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης certiorari πρέπει να υποστηρίζεται από έκθεση στην οποία να αναφέρεται το όνομα και η περιγραφή του αιτητή, η θεραπεία που ζητείται και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται. Η έκθεση πρέπει να καταχωρηθεί ομού με ένορκη δήλωση η οποία να επιβεβαιώνει τα γεγονότα που εκτίθενται σε αυτή. (βλ. το Σύγγραμμα Προνομιακά Εντάλματα του Πέτρου Αρτέμη, σελ.39). Χρήσιμη αναφορά στην αναγκαιότητα αυστηρής συμμόρφωσης στον τύπο επί της αίτησης για λήψη αδείας και επί των εγγράφων που δέον να καταχωρούνται δίδει η Γεωργιάδης (αρ.2) (2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1428 (ειδικά σελ.1437-1438).

Ο αιτητής για να εξασφαλίσει άδεια πρέπει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ότι υπάρχει συζητήσιμο θέμα. Για να το πράξει αυτό πρέπει να θέτει ενόρκως τις θέσεις του, γι 'αυτό τόσο η ένορκη δήλωση όσο και η έκθεση γεγονότων είναι απαραίτητα προαπαιτούμενα της διαδικασίας η έναρξη της οποίας σηματοδοτείται με την ex parte αίτηση. Στο ίδιο Σύγγραμμα ανωτέρω, στη σελίδα 45, αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Ο προσδιορισμός του λόγου για τον οποίο επιζητείται η έκδοση προνομιακού εντάλματος συνιστά το ουσιωδέστερο στοιχείο της αίτησης. Η παροχή άδειας για υποβολή αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος είναι συνυφασμένη με τους λόγους για τους οποίους επιδιώκεται και συναρτάται με αυτούς. (βλ. Αίτηση 96/90, εκδόθηκε στις 27.9.90 και θα δημοσιευθεί στο (1990) 1 Α.Α.Δ.)».

Και παρακάτω εξηγούνται τα ακόλουθα:

«Ο καθορισμός των λόγων για τους οποίους επιδιώκεται η έκδοση του προνομιακού εντάλματος είναι αλληλένδετος με τον προσδιορισμό του αντικειμένου της αίτησης που συνιστά το υπόβαθρο του αιτήματος. Στην απουσία καθορισμού των λόγων για την επιδίωξη προνομιακού εντάλματος δε θεμελιώνεται το βάθρο για την ανάληψη και άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 155.4 του Συντάγματος. Οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η έκδοση προνομιακού εντάλματος συνιστούν, σε συνδυασμό με την αιτούμενη θεραπεία, το επίδικο θέμα της διαδικασίας».

Παρατηρώντας την ένορκη δήλωση με τα επισυνημμένα τεκμήρια 1-6 καθώς και την έκθεση γεγονότων των πρωτοδικών φακέλων σε κανένα σημείο αυτών δεν γίνεται επίκληση (και επεξήγηση) στο αν υπάρχει και γιατί συζητήσιμη υπόθεση. Στην ένορκη δήλωση δίδεται απλώς η εξήγηση ότι το ένταλμα έρευνας ή το διάταγμα αποκάλυψης είναι παράνομο «για τους λόγους που παρατίθενται στις σχετικές αιτήσεις παραμερισμού τους».

Αυτή η αναφορά όμως παραμένει μετέωρη και χωρίς αντίκρισμα αφού επί του ιδίου του σώματος των αιτήσεων δεν αναφέρονται «λόγοι παραμερισμού». Κατά ένα επίσης ανεξήγητο τρόπο, εντός των πρωτοδικών φακέλων υπάρχει μια δέσμη εγγράφων που δεν επισυνάπτεται στην αίτηση και δεν αποτελεί τεκμήριο η οποία φέρει τον τίτλο «Λόγοι προσβολής του διατάγματος σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα» ή στην άλλη αίτηση «Λόγοι προσβολής του εντάλματος έρευνας». Αυτοί όμως οι μακροσκελείς λόγοι δεν αποτελούν έρεισμα των αιτήσεων με οποιονδήποτε τρόπο - συσχετιζόμενοι είτε δια της κατάθεσης τους ως τεκμηρίου είτε άλλως πως - επί των αιτήσεων - Εν πάση περιπτώσει, ενόρκως, δεν υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων και θέσεων που να καταδεικνύει συζητήσιμη υπόθεση.

Εξάλλου, αυτό θα μπορούσε να συντελεστεί μόνο δια της αίτησης και των απαραίτητων εγγράφων που τη συνοδεύουν. Συνεπώς δεν υφίσταντο λόγοι ακυρότητας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Δικαιολογημένα λοιπόν, έστω και σε ευρύτερη βάση, κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι οι αιτήσεις ουσιαστικά στερούντο υποβάθρου και εξηγεί ενδεχομένως γιατί ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα έχει την άποψη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιλήφθηκε ούτε τους λόγους «ακυρότητας» ούτε τη νομολογία. Επιπροσθέτως να πούμε και το αυτονόητο ότι δηλαδή όσα τίθενται υπό μορφή αγορεύσεων δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως πανάκεια για τις πλημμέλειες και τα ελαττώματα του πρωτογενούς βάθρου των αιτήσεων, ως συμβαίνει εδώ.

Τα πιο πάνω οδηγούν άνευ ετέρου στην απόρριψη των εφέσεων αφού όλοι οι λόγοι αμέσως ή εμμέσως στηρίζονται στην επάρκεια των αιτήσεων, κάτι που όπως εξηγήσαμε δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Συνεπώς, οι εφέσεις απορρίπτονται.

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.

ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.

ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο