ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(1999) 2 ΑΑΔ 616

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 6759, 6801, 6802

ΕΝΩΠΙΟΝ: ΠΙΚΗ, Π., ΗΛΙΑΔΗ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ, ΔΔ.

Ποινική Έφεση 6759

Μεταξύ:

Γιωργούλλα Γεωργίου

Εφεσείουσα

και

Αστυνομίας

Εφεσίβλητης

-------------

Ποινική Έφεση 6801

Μεταξύ:

Σπύρος Ιωάννου

Εφεσείων

και

Αστυνομίας

Εφεσίβλητης

-------------

Ποινική Έφεση 6802

Μεταξύ:

ΖΑΚΟ ΛΤΔ

Εφεσείουσα

και

Αστυνομίας

Εφεσίβλητης

-------------

8 Δεκεμβρίου 1999

Για τους Εφεσείοντες: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης.

Για την Εφεσίβλητη: κ. Α. Μαππουρίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα.

--------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χατζηχαμπής, Δ.: Η χωριστή απόφαση μου είναι διάφορη εκείνης των αδελφών μου δικαστών σε σκεπτικό και κατάληξη. Στην απόφαση τους εκτίθεται τόσο το πραγματικό όσο και το νομικό υπόβαθρο του εγειρόμενου θέματος, επί του οποίου και δεν θα επεκταθώ. Επικεντρώνομαι στο εγειρόμενο θέμα της ισχυριζόμενης αντισυνταγματικότητας του άρθρου 5 του περί Βοηθών Καταστημάτων Νόμου, Κεφ. 185, όπως τροποποιήθηκε, και της ΚΔΠ 105/97, ως προς το άρθρο 25.1 του Συντάγματος. Πιο συγκεκριμένα, η εισήγηση του κ. Τριανταφυλλίδη αφορά τη συνταγματικότητα του άρθρου 5 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του περί Βοηθών Καταστημάτων Νόμου του 1979, δυνάμει του οποίου οι καθοριζόμενες ημιαργίες των καταστημάτων αυξήθησαν από μία που ήταν δυνάμει του αρχικού νόμου του 1942, Κεφ. 185, σε δύο, και της ΚΔΠ 105/97 η οποία καθόρισε τις δύο ημιαργίες ως την Τετάρτη και το Σάββατο. Η αύξηση αυτή των ημιαργιών, υποβάλλει ο κ. Τριανταφυλλίδης, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του δημοσίου συμφέροντος ώστε να εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 25.2 του Συντάγματος.

Είναι δεδομένο ότι η θεσμοθέτηση ημιαργιών συνιστά περιορισμό του δικαιώματος εργασίας που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 25.1 του Συντάγματος και ότι η μόνη στήριξη που θα μπορούσε να δοθεί στον περιορισμό αυτό πρέπει να αναζητηθεί στην επίκληση του δημοσίου συμφέροντος δυνάμει του Άρθρου 25.2 του Συντάγματος, αφού δεν μπορούν να συντρέχουν οι άλλοι λόγοι για τους οποίους το Άρθρο 25.2 επιτρέπει περιορισμούς στο εν λόγω δικαίωμα. Και είναι με αυτή τη βάση που το θέμα παρουσιάσθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και ενώπιον μας. Η άποψη μου ότι η καθιέρωση της δεύτερης ημιαργίας δεν μπορεί να έχει έρεισμα στο δημόσιο συμφέρον δεν αρνείται και δεν μειώνει την αρχή ότι ο ισχυριζόμενος αντισυνταγματικότητα φέρει και το ανάλογο βάρος της απόδειξης και ότι τα δικαστήρια οφείλουν να αναγνωρίζουν ευρύτητα στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να σταθμίσει τις παραμέτρους και τις συνέπειες του δημοσίου συμφέροντος σε κάθε δεδομένη περίπτωση. Θεωρώ όμως ότι η ευρύτητα αυτή δεν μπορεί να είναι τέτοια ώστε να ανατρέπει την επιθυμητή και συχνά λεπτή ισορροπία μεταξύ του θεμελιώδους του δικαιώματος και της δημόσιας πολιτικής, και ότι πρέπει να έχει συγκεκριμένη διάσταση στα πλαίσια των επιδιωκόμενων σκοπών του υπό εξέταση νόμου. Υποθέσεις όπως οι Police v. Constantinou (1961) 2 RSCC 123, Police v. Lanitis Bros Ltd (1962) 3 RSCC 19, Police v. Liveras (1962) 3 RSCC 65, District Office, Nicosia v. Michael (1963) 3 RSCC 126 (ακολουθήθηκε στην Avraam v. Municipality of Morphou (1979) 3 CLR 165), Xenophontos v. Police (1971) 2 CLR 279, από τη νομολογία η οποία συζητήθηκε στην ακρόαση, συνιστούν καθαρές περιπτώσεις τέτοιας προσέγγισης. Στη Lanitis ο σκοπός του νόμου, μέσω της απόλυτης απαγόρευσης τοποθέτησης διαφημίσεων στην ύπαιθρο εκτός των "σημείων πώλησης" ήταν ξεκάθαρος και παρείχε συγχρόνως τη βεβαία και καθαρή αιτιολόγηση της επίκλησης του δημοσίου συμφέροντος. Η απαγόρευση, όπως το έθεσε ο Forsthoff, Π., δίδοντας την απόφαση, στη σ. 12:

"... is necessary in the public interest generally inasmuch as it protects and prevents the scenery and amenities of the countryside from being spoiled by advertisements. In the opinion of the Court such absolute prohibition is necessary in the public interest because anything short of that would not sufficiently protect the public interest in this respect."

Ήταν έτσι όχι μόνο ξεκάθαρη αλλά και σίγουρα αναγκαία η εν λόγω απαγόρευση.

Ομοίως, στη Liveras η συνάφεια της κρινόμενης απαγόρευσης στάθμευσης προς το δημόσιο συμφέρον για τη ρύθμιση της τροχαίας κίνησης ήταν ευθεία, προφανής και εκτεταμένη, καθιστώντας την απαγόρευση αναγκαία, όπως και στην Constantinou στην οποία η απαγόρευση εμπορικής χρήσης μη αδειούχων λεωφορείων εκρίθη αναγκαία και για σκοπούς της δημόσιας ασφάλειας και για σκοπούς του δημοσίου συμφέροντος που ουσιαστικά εταυτίζοντο. Ιδιαίτερα έτσι και στη Michael, στην οποία το δημόσιο συμφέρον για τον περιορισμό της πώλησης κρέατος σε καθορισμένες και ελεγχόμενες αγορές ήταν τόσο ισχυρό προς όφελος της δημόσιας υγείας - που ουσιαστικά ταυτίζετο με το δημόσιο συμφέρον, αφού, όπως το έθεσε ο Forsthoff, Π., δίδοντας την απόφαση, στη σ. 128:

"... otherwise it would have been difficult to exercise effective control before sale over the suitability for human consumption of fresh meat and to prevent all possible dangers of infection of such meat whilst being exposed for sale."

Εις δε τη Xenophontos η αιτιολόγηση του περιορισμού, που αφορούσε τη δυνατότητα παραιτηθέντων δικαστών να δικηγορήσουν πριν περάσει ένα έτος και αποσκοπούσε στην αποτελεσματική ρήξη της ιδιότητας του δικαστή, κρίθηκε βασικά σε συνάρτηση με την προστασία των δικαιωμάτων άλλων στο επάγγελμα, που ταυτίζετο και με το ανάλογο δημόσιο συμφέρον, και πάλι προφανές και εγγενές στον ίδιο τον περιορισμό.

Η προσέγγιση αυτή διέπει και τη σημαντική απόφαση στην υπόθεση Police v. Georghiou (1962) 4 RSCC 36, στην οποία μάλιστα κρίθηκε ότι πρόνοια νόμου που απαγόρευε την εργοδότηση προσώπων σε αρτοποιεία κατά τη διάρκεια της νύκτας συνιστούσε περιορισμό του δικαιώματος εργασίας που δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος κάτω από το Άρθρο 25.2. Το δικαστήριο προσέγγισε με ανάλογη λεπτομέρεια ανάλυσης τους προβληθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος για να τους κρίνει και τελικά απορρίψει επί των ιδίων των όρων τους ως μη τεκμηριωθέντες. Ένας από αυτούς τους λόγους ήταν και το ότι η νυκτερινή εργασία σε αρτοποιεία, ως εκ της συνεχούς φυσικής έντασης που εξυπακούει, ήταν δυσμενής για την υγεία των εργαζομένων, ισχυρισμός που δεν έγινε δεκτός εν όψει και της προσαχθείσας ειδικής μαρτυρίας και δοθέντος ότι κατά τα άλλα η ισχύουσα νομοθεσία προνοούσε επαρκώς για την προστασία της υγείας των εργαζομένων. Η υπόθεση αυτή δείχνει πολύ καλά ότι το δημόσιο συμφέρον του οποίου γίνεται επίκληση δεν μπορεί να εξετάζεται γενικά και αόριστα αλλά συγκεκριμένα και με σαφήνεια.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρώ ότι το προβαλλόμενο δημόσιο συμφέρον στην καθιέρωση της δεύτερης ημιαργίας είναι τόσο ξεκάθαρα διαπιστώσιμο και ταυτισμένο με την ίδια την κρινόμενη πρόνοια που να την καλύπτει στα πλαίσια του Άρθρου 25.2. Καθ΄όσον, δυνάμει του άρθρου 8 του Νόμου, το οποίο και δεν προσβάλλεται, οι βοηθοί καταστημάτων δικαιούνται μία ημεραργία την εβδομάδα, οι δε ώρες εργασίας τους καθορίζονται από το άρθρο 7 του Νόμου, το οποίο βεβαίως επίσης δεν προσβάλλεται, η καθιέρωση της δεύτερης ημιαργίας δεν φαίνεται να σκοπεί στην προστασία των ήδη κατοχυρωμένων δικαιωμάτων δυνάμει των άρθρων 7 και 8, ούτε ασφαλώς μπορεί να ερμηνευθεί ως αποσκοπούσα στην παροχή δεύτερης ημιαργίας στους βοηθούς καταστημάτων αφού τέτοια ερμηνεία δεν θα ήταν συμβατή με τη διατήρηση του άρθρου 8 ως έχει. Αυτό ανατρέπει και τη βάση για το πρώτο σκέλος της πρωτόδικης απόφασης ότι το υπό κρίση νομοθέτημα θεσπίσθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος που αφορούν στην προστασία των εργαζομένων.

Αν, από την άλλη, η δεύτερη ημιαργία δεν έχει αναφορά στους ίδιους τους βοηθούς καταστημάτων αλλά στη ρύθμιση αυτή καθ΄αυτή των ημερών και ωρών λειτουργίας των καταστημάτων γενικά, το δημόσιο συμφέρον δεν είναι εμφανές. Κατ΄αρχή, ο ίδιος ο Νόμος, αναφερόμενος ως ο περί Βοηθών Καταστημάτων Νόμος, είναι αμφίβολο αν επιδιώκει να ρυθμίσει τις ημέρες και ώρες λειτουργίας των καταστημάτων ανεξάρτητα από τα συμφέροντα των βοηθών καταστημάτων ως ο κεντρικός άξονας του. Από αυτή την άποψη, οι πρόνοιες των άρθρων 4, 5, 6, 7 και 8 συσχετίζονται προς την προστασία των δικαιωμάτων των βοηθών καταστημάτων και όχι ευρύτερα προς τη λειτουργία των καταστημάτων αυτών καθ΄αυτών. Αυτό υποστηρίζεται και από αναφορά στα άρθρα 9 (διαλείμματα για γεύματα βοηθών καταστημάτων), 10 (παροχή καθισμάτων σε βοηθούς καταστημάτων), 11 (ανάρτηση καταλόγων βοηθών καταστημάτων και των ωρών εργασίας τους όπως και της οριζόμενης ημέρας ημιαργίας τους).

Πέραν τούτου όμως, και κυρίως, αδυνατώ να διαπιστώσω τέτοια συγκεκριμενοποίηση του επικαλούμενου δημοσίου συμφέροντος σε συνάρτηση με την κρινόμενη νομοθετική πρόνοια που να ανταποκρίνεται προς την προσέγγιση της νομολογίας. Αφήνω κατά μέρος τη λανθασμένη αντίληψη του ευπαίδευτου πρωτόδικου δικαστή ότι η κήρυξη του άρθρου 5, όπως τροποποιήθηκε, και της ΚΔΠ 105/97 ως αντισυνταγματικών θα είχε ως συνέπεια να επιτρέπεται η λειτουργία των καταστημάτων επί εικοσιτετραώρου βάσεως, αφού κάτι τέτοιο ασφαλώς δεν προκύπτει, δεδομένου ότι το μόνο που προσβάλλεται είναι η εισαγωγή της δεύτερης ημιαργίας. Ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, στο άλλο σκέλος της αναφοράς του στο δημόσιο συμφέρον, περιέλαβε την επιδίωξη διατήρησης "αντικειμενικών συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού", στις οποίες υπεισέρχεται και "το συμφέρον του καταναλωτή", όπως και την επιδίωξη εξασφάλισης "των γενικότερων συμφερόντων της εθνικής οικονομίας και όχι απλώς για την εξυπηρέτηση στενά ιδιωτικών συμφερόντων". Έχω την άποψη ότι, όπως δείχνει και η νομολογία, το δημόσιο συμφέρον δυνάμει του οποίου μπορούν κατ΄εξαίρεση να επιτραπούν περιορισμοί στο δικαίωμα εργασίας δεν μπορεί να είναι τόσο γενικά, αν και εύηχα, διαπιστώσιμο, αφού σε τέτοια περίπτωση τα πάντα θα μπορούσαν να τεθούν κάτω από την έννοια του δημοσίου συμφέροντος, με αποτέλεσμα την έγκριση κάθε είδους περιορισμού που τίθεται κατ΄επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, θα αρκούσε δε η απλή επίκληση του δημοσίου συμφέροντος για να τεθεί ο περιορισμός στα πλαίσια του. Αν ήταν έτσι, τα συνταγματικά κατοχυρωμένα θεμελιώδη δικαιώματα θα υπόκειντο σε διάβρωση εντελώς ξένη προς το πνεύμα όσο και το γράμμα του Συντάγματος και ο ρόλος του δικαστηρίου ως κριτής της συνταγματικότητας θα εξουδετερώνετο. Ούτε θα ήταν βεβαίως ορθή η εκ των υστέρων προσφυγή σε λόγους δημοσίου συμφέροντος που θα μπορούσαν ή δεν θα μπορούσαν να ισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με την αντίκρυση του πράγματος και έναντι των οποίων θα μπορούσαν να τεθούν άλλοι λόγοι που θα συνηγορούσαν αντίθετα. Δεν είναι δυνατό να υπερτονισθεί ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα δυνάμει του Συντάγματος, ως τέτοια, εξυπακούουν το ύψιστο δημόσιο συμφέρον στην απόλαυση τους, και ότι το οποιοδήποτε δημόσιο συμφέρον για περιορισμό τους πρέπει ως εκ τούτου να είναι όχι μόνο αρκούντως ισχυρό αλλά και εμφανές και δεόντως συγκεκριμένο για να επικρατήσει. Τέτοιο δημόσιο συμφέρον δεν διαπιστώνεται στην προκειμένη περίπτωση είτε στην πρωτόδικη απόφαση είτε άλλως. Τα λόγια του Sir George Jessel, M.R., στην υπόθεση Printing & Numerical Registering Co. v. Sampson (1875) L.R. 19 Eq. 462, σ. 465, λεχθέντα τα πλαίσια της συνάρτησης της δημόσιας πολιτικής προς την ελευθερία του συμβάλλεσθαι, ηχούν με ανάλογο νόημα και στην υπόθεση αυτή:

"... if there is one thing which more than another public policy requires, it is that men of full age and competent understanding shall have the utmost liberty of contracting ...."

Καθ΄όσον λοιπόν θα εξαρτάτο από εμένα, θεωρώ ότι η καθιέρωση της δεύτερης ημιαργίας στο άρθρο 5 του Κεφ. 185, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του περί Βοηθών Καταστημάτων Νόμου του 1979, και η εξειδίκευση της από την ΚΔΠ 105/97, συνιστά περιορισμό του δικαιώματος εργασίας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 25.1 του Συντάγματος το οποίο δεν μπορεί να έχει έρεισμα στο δημόσιο συμφέρον στα πλαίσια του Άρθρου 25.2 του Συντάγματος.

Δ. Χατζηχαμπής

Δ.

/ΚΧ"Π


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο