|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(1999) 2 ΑΑΔ 662
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 6756
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΠΙΚΗ, Π., ΗΛΙΑΔΗ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ, ΔΔ.
Κυριάκος Α. Καΐμης,
Εφεσείοντας
ν.
Δημοκρατίας,
Εφεσίβλητης
-------------------------------
23 Δεκεμβρίου 1999
Για τον Εφεσείοντα: κ. Μ. Κυπριανού με δ. Ν. Παπανικολάου.
Για την Εφεσίβλητη: κ. Α. Μαππουρίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα.
------------------------------
ΠΙΚΗΣ, Π.: Η απόφαση της μειοψηφίας του Δικαστηρίου
θα δοθεί από το Δικαστή Τ. Ηλιάδη.
------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ.: Γύρω στις 5.20 το πρωΐ της 12/12/98 περιπολικό με άντρες της αστυνομίας που υπηρετούσαν στην Υπηρεσία Συλλογής Πληροφοριών ανέκοψαν το υπ' αριθμό ND 261 όχημα, τύπου πικ-απ, που οδηγούσε ο εφεσείων στη συμβολή της Λεωφόρου Αγλαντζιάς προς τη Λεωφόρο Λεμεσού (απέναντι από το Aluminium Tower) και κατόπιν έρευνας βρήκαν κρυμμένο πίσω από τη θέση του συνοδηγού ένα αντικείμενο που ήταν τυλιγμένο με μπλε ύφασμα. Μέσα στο αντικείμενο, που ήταν ένα κιβώτιο μεγαφώνου, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε μια χειροβομβίδα και μια άσπρη στερεά ουσία που φαίνονταν ενωμένα με ένα υλικό που έμοιαζε με γόμα. Ο αστυνομικός που εντόπισε τον εκρηκτικό μηχανισμό χρησιμοποιώντας ένα φανό (ηλεκτροφάναρο), ρώτησε τον εφεσείοντα "Τι είναι αυτά τα πράγματα;" και ο εφεσείων απάντησε "εν χειροβομβίδα". Ενας αστυνομικός τους ζήτησε να απομακρυνθούν όλοι αμέσως από τη σκηνή για λόγους ασφάλειας και ο εφεσείων τότε του είπε "εν παίζει". Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο ρωτήθηκε πώς ξέρει ότι δεν παίζει. Ο εφεσείων τότε απάντησε "Τόση ώρα εν έπαιξε, εν να παίξει τωρά;"
Σύμφωνα με τον ειδικό Πυροτεχνουργό της αστυνομίας ο μηχανισμός ήταν αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός τύπου παγίδας, έτοιμος για χρήση. Αποτελείτο από μια χειροβομβίδα και πλάκες εκρηκτικής ύλης ΤΝΤ, όπως επίσης και από εκρηκτική ύλη C4 που χρησιμοποιείται για κατεδαφίσεις. Η περόνη της χειροβομβίδας ήταν δεμένη με ένα τυλιγμένο σύρμα που βρισκόταν κοντά στη χειροβομβίδα. Σύμφωνα με τον Πυροτεχνουργό της αστυνομίας, όταν μια περόνη είναι συνδεδεμένη με ένα σύρμα (ή τέλι) η χειροβομβίδα δεν μπορεί να εκραγεί από μόνη της αλλά χρειάζεται μια περαιτέρω ενέργεια για τη μετακίνηση της περόνης. Οι δύο άκρες της περόνης ήταν τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο που δεν υπήρχε κίνδυνος τυχαίας μετακίνησης της κατά τη μεταφορά της χειροβομβίδας. Με τη βοήθεια του μαγνήτη που βρισκόταν στο κάτω μέρος του πλαισίου του μεγαφώνου ο μηχανισμός θα μπορούσε να επικολληθεί σε μια μεταλλική επιφάνεια, όπως π.χ. αυτοκινήτου. Το σύρμα το οποίο ήταν δεμένο στην περόνη της χειροβομβίδας θα μπορούσε ακολούθως να δεθεί σε ένα σταθερό σημείο, όπως π.χ. ένα πάσσαλο ή δένδρο. Οταν το αντικείμενο πάνω στο οποίο θα ετοποθετείτο ο εκρηκτικός μηχανισμός θα εκινείτο, το σύρμα θα τραβούσε την περόνη της χειροβομβίδας η οποία θα εκρήγνυτο. Η έκρηξη της χειροβομβίδας θα προκαλούσε ακολούθως την έκρηξη των υπόλοιπων εκρηκτικών υλών που βρίσκονταν μέσα στο κιβώτιο του μεγαφώνου. Πρέπει να τονισθεί ότι δακτυλοσκοπική έρευνα του κιβωτίου του μεγαφώνου, της χειροβομβίδας και της περόνης δεν αποκάλυψε την ύπαρξη δακτυλικών αποτυπωμάτων.
Οταν ο εφεσείων κατηγορήθηκε γραπτώς για την κατοχή των εκρηκτικών απάντησε, "Δεν είναι δικά μου αυτά τα πράγματα". Οταν ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Λευκωσίας ρώτησε τον εφεσείοντα πού βρήκε τα εκρηκτικά, ο τελευταίος απάντησε "εβάλαν μου τα". Την επόμενη μέρα όταν ρωτήθηκε από το ίδιο πρόσωπο αν ήταν αληθής ο ισχυρισμός του δικηγόρου του εφεσείοντος ότι οι εκρηκτικές ύλες είχαν τοποθετηθεί από την αστυνομία για να τον ενοχοποιήσει, ο εφεσείων απάντησε "μπορεί να είναι και αστυνομικοί".
Ο εφεσείων, που διατηρεί κατάστημα επιδιόρθωσης ελαστικών στην περιοχή ΣΟΠΑΖ στη Λευκωσία, ισχυρίστηκε ότι είχε και άλλα τρία αυτοκίνητα αλλά εκτελούσε τις περισσότερες εργασίες του με το ND 261. Το πιο πάνω όχημα το χρησιμοποιούσαν και φίλοι του. Τη νύκτα της σύλληψης του είχε αφήσει το ND 261 σε ένα χωράφι κοντά στο κατάστημα του και πήγε με ένα φίλο του και μια κοπέλα σε κυνήγι λαγού. Επέστρεψαν γύρω στις 1.00 το πρωΐ και αφού ο φίλος του έφυγε, ο εφεσείων παρέμεινε με την κοπέλα στο κατάστημα του μέχρι τις 4.00 το πρωΐ. Ακολούθως η κοπέλα έφυγε με το δικό της όχημα και ο εφεσείων έμεινε για να κοιμηθεί στο κατάστημα του. Ομως επειδή κρύωνε πήρε το αυτοκίνητο του για να μεταβεί στο σπίτι του στο Στρόβολο, όταν και ανακόπηκε από την αστυνομία. Οταν τον πληροφόρησαν ότι ήθελαν να ερευνήσουν το αυτοκίνητο του δεν έφερε ένσταση, μάλιστα δε τους είπε "γύρτε και τη μαξιλάρα". Οταν απεκαλύφθη το αντικείμενο πίσω από το κάθισμα οι αστυνομικοί άρχισαν να φωνάζουν "ίντα που τούτον δαμαί;" και ο εφεσείων τους απάντησε "εν χειροβομβίδα". Ο εφεσείων παραδέχθηκε ότι τους είπε επίσης ότι δεν παίζει, εννοώντας ότι αφού η χειροβομβίδα ήταν για τόση ώρα μέσα στο αυτοκίνητο και δεν είχε εκραγεί, δεν θα μπορούσε να εκραγεί την ώρα της σύλληψης του.
Το Κακουργιοδικείο αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς της αστυνομίας και απέρριψε την εκδοχή του εφεσείοντος αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για το κάθισμα του συνοδηγού. Ακολούθως το Κακουργιοδικείο αφού έλαβε υπόψη ότι ενώ ο εφεσείων δεν κλείδωνε συνήθως την πόρτα του οχήματος του η πόρτα του συνοδηγού βρέθηκε κλειδωμένη, αφού αντέδρασε λέγοντας ότι είναι χειροβομβίδα προσθέτοντας ότι εφόσον δεν είχε εκραγεί μέχρι τότε δεν μπορούσε να εκραγεί τη στιγμή της σύλληψης του, και αφού μετακινείτο σε ώρα που βοηθούσε κάποιο που εκινείτο παράνομα να αποφύγει να γίνει αντιληπτός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εφεσείων είχε γνώση του τι μετέφερε και τον βρήκε ένοχο.
Ο κεντρικός πυρήνας πάνω στον οποίο βασίζεται η έφεση είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντος ότι τα συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου ότι είχε γνώση του τι μετέφερε, δεν υποστηρίζονται από την προσαχθείσα μαρτυρία και ότι το εύρημα ενοχής είναι αυθαίρετο.
Το άρθρο 12.4 του Συντάγματος που προνοεί ότι ένας κατηγορούμενος θεωρείται αθώος μέχρις ότου αποδειχθεί ένοχος σύμφωνα με το Νόμο, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής κατηγορίας τοποθετείται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Στην παρούσα περίπτωση το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο εφεσείων γνώριζε
(i) ότι μετέφερε το μηχανισμό και
(ii) ότι ο μηχανισμός ήταν εκρηκτικός.
Οι προεκτάσεις της "κατοχής" καθορίζονται με το άρθρο 4(5)(α) του Κεφ. 54 που προνοεί ότι,
""Εχει στην κατοχή του" περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλά επίσης και να έχει εν γνώση του στην πραγματική κατοχή ή φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ή να έχει οτιδήποτε σε οποιοδήποτε τόπο (είτε που ανήκει σε ή κατέχεται από κάποιο ή όχι) για τη χρήση ή το όφελος κάποιου οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα πρόσωπα και οποιοδήποτε ή περισσότερα από αυτά με τη γνώση και συναίνεση των υπολοίπων έχει ή έχουν οτιδήποτε στη φύλαξη του ή φύλαξη τους ή κατοχή, αυτό θεωρείται και εκλαμβάνεται ότι βρίσκεται στη φύλαξη και κατοχή καθενός και όλων αυτών."
Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Hallam (1957) 41 Cr. Ap. R. 111 αναφορικά με το θέμα της κατοχής και γνώσης τονίστηκαν τα εξής:
"We think the proper direction to give to a jury on this charge is that they must first of all be satisfied that the accused had the substance in his possession. Secondly, they must be satisfied that it was in his possession under circumstances such as to give rise to a reasonable suspicion that he had it in his possession not for a lawful object. If they are satisfied of that, then they can infer that the accused knew it was an explosive substance."
Στην Κύπρο το θέμα της κατοχής εξετάστηκε στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, όπου τονίστηκε ότι η λέξη "κατοχή" εξυπακούει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου.
Η ύπαρξη της γνώσης μπορεί να αποδειχθεί με έμμεση μαρτυρία (π.χ. παραδοχή) ή με περιστατική μαρτυρία (π.χ. γεγονότα που οδηγούν σε συμπέρασμα που δεν επιδέχεται συμβιβασμούς με άλλες λογικές εξηγήσεις).
Εχω εξετάσει τους ισχυρισμούς που έχουν προβληθεί εκ μέρους του εφεσείοντος για την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης και έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί.
Μια προσεκτική ανάλυση των λεπτομερειών του αδικήματος δείχνει ότι ο εφεσείων ήταν γνώστης τόσο του είδους όσο και της μεταφοράς του εκρηκτικού μηχανισμού. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να εξαχθεί από τα διάφορα περιστατικά που σχετίζονται με τη διάπραξη του αδικήματος. Αρχικά η άμεση αντίδραση του όταν του υποδείχθηκε ο μηχανισμός που βρέθηκε ότι "εν χειροβομβίδα" χωρίς να εκπλαγεί ή να διαμαρτυρηθεί, υποδεικνύει πρόσωπο που γνώριζε το είδος του εκρηκτικού μηχανισμού. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εφεσείων προέβηκε στη δήλωση ότι το αντικείμενο που είχε ανευρεθεί ήταν χειροβομβίδα, ενώ ο αστυνομικός που εξέταζε το κιβώτιο του μεγαφώνου χρησιμοποιούσε ένα φανό αφού μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά το περιεχόμενο του κιβωτίου. Ταυτόχρονα η αρνητική αντίδραση του να απομακρυνθεί λόγω του πιθανού κίνδυνου έκρηξης αποκαλύπτει ότι γνώριζε ότι δεν υπήρχε μια τέτοια πιθανότητα, αφού η περόνη της χειροβομβίδας είχε ήδη αφαιρεθεί και δεν μπορούσε να εκραγεί εκτός αν κάποιο πρόσωπο επενέβαινε για να μετακινήσει την περόνη. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι η πόρτα του συνοδηγού ήταν ασφαλισμένη και δεν μπορούσε να ανοίξει παρά μόνο από μέσα δείχνει ότι ο εφεσείων ήθελε να αποκλείσει τη δυνατότητα ενός τρίτου προσώπου να ανοίξει την πόρτα από έξω.
Μπορεί μερικά γεγονότα της περιστατικής μαρτυρίας που σημειώθηκαν πριν από τη σύλληψη να δημιουργούν ερωτηματικά ως προς τη συνοχή της περιστατικής μαρτυρίας, όπως π.χ. η οδήγηση του οχήματος του εφεσείοντος την προηγούμενη μέρα από τρίτο πρόσωπο. Ομως η αξιοπιστία της μαρτυρίας δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στα κριτήρια της περιστατικής μαρτυρίας πριν από τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά θα πρέπει να δοθεί η δέουσα σημασία και στις δηλώσεις και αντιδράσεις του εφεσείοντος μετά τον εντοπισμό του εκρηκτικού μηχανισμού. Δηλώσεις από ένα κατηγορούμενο που στρέφονται εναντίον του μπορεί να γίνουν αποδεκτές ως απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους τόσο σε πολιτικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις. (Cross and Tapper on Evidence, 8th Edition, p. 642). Κατά την άποψη μου οι αντιδράσεις του εφεσείοντος και οι δηλώσεις στις οποίες προέβηκε μετά τον εντοπισμό του εκρηκτικού μηχανισμού, δεν μπορούν παρά να ισοδυναμούν με παραδοχή ότι γνώριζε ότι μετέφερε ένα εκρηκτικό μηχανισμό.
Για τους πιο πάνω λόγους θα απέρριπτα την έφεση.
Τ. ΗΛΙΑΔΗΣ,
Δ.