|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2001) 2 ΑΑΔ 736
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 7187
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΝΙΚΗΤΑ, ΚΡΑΜΒΗ, Χ"ΧΑΜΠΗ, ΔΔ
Γιώργος Τυμπιώτης
Εφεσείων
- εναντίον -
Δημοκρατίας
Εφεσίβλητης
-----------------------
Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου, 2001
Για τον εφεσείοντα: Π. Μιχαήλ
Για την εφεσίβλητη: Γ. Παπαϊωάννου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄
με Μ. Μιχαηλίδου(κα), ασκούμενη Δικηγόρο
-----------------
Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δώσει ο δικαστής Σ. Νικήτας
-------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
ΣΟΛΩΝ ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ: Ο εφεσείων έχει παραπεμφθεί σε δίκη στο Κακουργιοδικείο που συνέρχεται τον προσεχή μήνα. Η περίοδος που θα παραμείνει υπό κράτηση είναι περίπου 3 μήνες. Το αναφέρουμε διότι ο συνήγορος υπέβαλε ότι πρόκειται για πολύ μακρό χρονικό διάστημα. Δε θα συμφωνήσουμε σ' αυτό. Ο χρόνος κράτησης, ενόψει των συνθηκών στις οποίες θα αναφερθούμε, όπως και της νομολογίας που αφορά το θέμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί μακρός. Βλέπε την πρόσφατη απόφαση μας στην Π.Ε.7140 Γενικός Εισαγγελέας ν. Δ. Μανουσαρίδη κ.α. ημερ. 25/9/01.
Ο εφεσείων αντιμετωπίζει 23 κατηγορίες. Είναι αδικήματα κατά των ηθών. Οι πιο σοβαρές, όπως παρατηρεί και η απόφαση του Κακουργιοδικείου, είναι εκείνες του βιασμού και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου. Το πρωτόδικο δικαστήριο διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα βασικά για δύο λόγους, για να αποτρέψει τον κίνδυνο: (α) να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του. και (β) να επηρεάσει μάρτυρες και συγκεκριμένα την παραπονουμένη.
Τα βέλη της κριτικής του ο δικηγόρος του εφεσείοντα τα συγκέντρωσε βασικά στο εύρημα του δικαστηρίου που αφορά την πιθανολόγηση καταδίκης. Παρατήρησε συγκεκριμένα το δικαστήριο:
"πιστεύουμε ότι ενόψει του υλικού που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και ιδιαίτερα των καταθέσεων του θύματος όπως και αυτών του κατηγορούμενου, η πιθανολόγηση καταδίκης του τελευταίου δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ανύπαρκτη ή αμυδρή όπως ισχυρίζεται η υπεράσπιση."
Σήμερα ο συνήγορος ενώπιον μας αναφέρθηκε σε αυτή τη μαρτυρία με τρόπο, πρέπει να πούμε, που δείχνει ότι έχουν παρανοηθεί απελπιστικά τα κριτήρια που διέπουν την κράτηση και ιδιαίτερα την εκτίμηση αυτού του παράγοντα. Για παράδειγμα υπάρχει, όπως μας ανέφερε, και όπως λέγει και το Κακουργιοδικείο, κατάθεση και από τον ίδιο του εφεσείοντα στην οποία παραδέχεται το μείζον αδίκημα του βιασμού. Υπάρχει επίσης μεταγενέστερη κατάθεση αναιρετική της πρώτης. Ο συνήγορος θεωρεί ως κριτήριο το ισοζύγιο μεταξύ των πιθανοτήτων αθώωσης και των πιθανοτήτων καταδίκης. Το Κακουργιοδικείο έχει χειριστεί αυτό το θέμα με πολλή προσοχή και αν έκανε όσα εισηγήθηκε ο κ. Μιχαήλ ασφαλώς θα προέβαινε σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και θα προδίκαζε την έκβαση της υπόθεσης. Σε αυτό οδηγεί η ανάπτυξη στην οποία προέβη ο συνήγορος.
Ένα άλλο θέμα είναι το εύρημα του δικαστηρίου, που αφορά τους φόβους επηρεασμού της παραπονούμενης, αν αφεθεί ελεύθερος ο εφεσείων. Το δικαστήριο έχει συναγάγει πως διαφαίνεται ο κίνδυνος από τη στενή συγγένεια η οποία υπάρχει μεταξύ του εφεσείοντα και της οικογένειας της παραπονούμενης. Έλαβε υπόψη φυσικά όλους τους παράγοντες και πρέπει να λεχθεί ότι η παραπονούμενη είναι πρόσωπο, που, σύμφωνα με τη μαρτυρία ειδικού, στην οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος, οριακής νοημοσύνης.
Το τρίτο ζήτημα που πρόβαλε είναι οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, δηλαδή, η υγεία του (πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη), το γεγονός ότι συντηρεί την οικογένεια του, και ο χωρισμός από τα παιδιά του. Πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι σε μια σοβαρότητη υπόθεση, όπως η κρινόμενη, αυτοί οι παράγοντες έχουν ελάχιστη σημασία. Ιδιαίτερα όταν τέτοια προβλήματα αντιμετωπίζονται συνήθως από τις αρμόδιες αρχές. Εδώ έχει προβάδισμα το δημόσιο συμφέρον για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Δεν παραγνωρίζεται φυσικά το πρωταρχικό, ότι δικαιούται ο υπόδικος στην ελευθερία του. Υποχωρεί όμως, μπροστά στις περιπτώσεις που υπάρχουν τα δικαιολογητικά στοιχεία, τα οποία έχει καθιερώσει διαχρονικά η νομολογία του δικαστηρίου, που υπαγορεύουν την κράτηση. Ούτε σε αυτό το επιχείρημα βρίσκουμε οτιδήποτε που να μπορεί να ανατρέψει το διάταγμα κράτησης.
Οι δυσχέρειες που θα αντιμετωπίσει η υπεράσπιση στην προετοιμασία της υπόθεσης, είναι το τελευταίο. Δεν έχει ωστόσο συγκεκριμενοποιηθεί. Πέραν τούτου, όλα όσα μας λέχθηκαν είναι άσχετα. Έγινε προσπάθεια συσχετισμού του έργου της υπεράσπισης με την ανάγκη να είναι με τη σύζυγο και τα παιδιά του. Έχουμε ακούσει με προσοχή τον κ. Μιχαήλ, αλλά δεν έχει πει οτιδήποτε για να πείσει ότι πρόκειται για εσφαλμένη απόφαση. Η απόφαση του Κακουργιοδικείου είναι απόλυτα τεκμηριωμένη. Όλα όσα μας έχουν λεχθεί τα έχει λάβει υπόψη του και έχει δώσει εξηγήσεις, οι οποίες βρίσκουν έρεισμα στη νομολογία, αντίθετα με όσα σήμερα μας εισηγήθηκε ο συνήγορος του εφεσείοντα.
Η έφεση απορρίπτεται.
Δ.
Δ.
Δ.
/Κασ