|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2002) 2 ΑΑΔ 382
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Ποινική Έφεση αρ. 7329.
Σύνθεση Δικαστηρίου: ΠΙΚΗΣ, Π., ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗΣ, ΔΔ.
Μεταξύ:
Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
Εφεσείοντος,
- ν -
Α.Β.,
Εφεσίβλητου.
- - -
6 Αυγούστου 2002.
Για τον εφεσείοντα: Ε. Λοϊζίδου, (κα), Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας και
Ν. Ταλαρίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα.
Για τον εφεσίβλητο: Σπ. Χριστοδούλου, (κα).
Εφεσίβλητος, παρών.
- - -
Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο
Γ. Μ. Πικής, Π.
- - -
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΙΚΗΣ, Π.: Ο εφεσίβλητος καταδικάστηκε βάσει της δικής του παραδοχής για τέσσερα αδικήματα άσεμνης επίθεσης κατά της θυγατέρας του κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 1994 (Ν.47(1)/94) - ο νόμος. Οι τέσσερις επιθέσεις διενεργήθηκαν μεταξύ 1998 και 2000 στον οικογενειακό χώρο όταν το θύμα ήταν ηλικίας μεταξύ έντεκα και δεκατριών ετών. Κίνητρο των επιθέσεων αποτέλεσαν οι σεξουαλικές επιθυμίες πατέρα έναντι της κόρης του. Το σοβαρότερο από την άποψη της σεξουαλικής παρενόχλησης ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα επεισόδια, το οποίο εκδηλώθηκε με τον πατέρα να εισχωρεί στο κρεβάτι της ανηλίκου ενώ αυτή κοιμόταν και με τρόπο βίαιο να την αρπάζει από τα στήθη και να βάλλει το δάχτυλό του στον κόλπο της. χωρίς όμως να προκαλέσει τη διάρρηξη όπως αποκάλυψε η ιατρική μαρτυρία, του παρθενικού υμένα. Λιγότερη ήταν η βία που ασκήθηκε στα άλλα τρία περιστατικά πλην εξίσου ψυχικά επώδυνη για το παιδί που τελικά μετά το τέταρτο επεισόδιο, (ο πατέρας την τσίμπησε στο στήθος), βρήκε το θάρρος να αναφέρει τα διαδραματισθέντα στη μητέρα της και με την προτροπή της να καταγγείλει τα επισυμβάντα στην Αστυνομία.
Η καταγγελία υποβλήθηκε στις αστυνομικές αρχές στις 7 Ιουνίου 2000. Λυπηρό είναι ότι η δίωξη κατά του εφεσίβλητου ασκήθηκε μετά παρέλευση ενάμιση σχεδόν χρόνου από τη διάπραξη των υπό αναφορά αδικημάτων. Και τούτο παρά τις πρόνοιες του νόμου, που ορίζουν (άρθρο 11(3)), ότι αδικήματα βίας στην οικογένεια, για ευνόητους λόγους, διερευνώνται χωρίς χρονοτριβή και εκδικάζονται από το δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση. Εισήγηση για τη δίωξη του εφεσίβλητου υποβλήθηκε από τις αστυνομικές αρχές στο Γενικό Εισαγγελέα στις 21.9.2000, την οποία διαδέχτηκε εισήγηση του Αρχηγού της Αστυνομίας στις 13.10.2000 προς τον ίδιο σκοπό. Οδηγίες από το Γενικό Εισαγγελέα για τη δίωξη του εφεσίβλητου δόθηκαν στις 12 Οκτωβρίου 2001. Ακολούθησε η κατάθεση του κατηγορητηρίου στις 6 Νοεμβρίου 2001. Δεν μπορεί παρά να κακίσουμε την ολιγωρία που επιδείχθηκε στην προσαγωγή του παραβάτη στο δικαστήριο.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο συνεκτιμώντας τα περιστατικά της υπόθεσης, τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση στη δίωξη του ως μετριαστικού παράγοντα, επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός μηνός για κάθε ένα από τα τρία, μικρότερης σοβαρότητας αδικήματα, και τρεις μήνες για το σοβαρότερο περιστατικό, τις λεπτομέρειες του οποίου έχουμε εκθέσει.
Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσιβάλλει την ποινή ως έκδηλα ανεπαρκή. Η κα. Ταλαρίδου η οποία τον εκπροσώπησε υπέβαλε ότι οι ποινές δεν αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστατικών που τα περιστοιχίζουν, λόγοι που τις καθιστούν ανεπαρκείς, σύμφωνα με την αρχή που αναγνωρίζεται στη Γεν. Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (1996)2 Α.Α.Δ. 303. Η σοβαρότητα των αδικημάτων επαγόμενη την άσκηση σεξουαλικής βίας στην οικογένεια, αντανακλάται στο ανώτατο όριο της ποινής που προβλέπει ο νόμος, πενταετή φυλάκιση. Το τραύμα που επιφέρουν στο θύμα περιστατικά βίας στην οικογένεια, όλως ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν σεξουαλικό χαρακτήρα, καθιστά εξ αντικειμένου αδικήματα αυτής της κατηγορίας ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πέραν του τραύματος και του εξευτελισμού που προκαλούν στο θύμα τα αδικήματα αυτά, κλονίζουν το θεμέλιο της οικογένειας και αφήνουν τα παιδιά έκθετα στην ανασφάλεια που τους προκαλούν.
Η κα. Ταλαρίδου μας παρέπεμψε σε σειρά αγγλικών αποφάσεων ενδεικτικών της σοβαρότητας με την οποία τα αγγλικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν άσεμνες επιθέσεις πατέρα έναντι τέκνου και γενικότερα επιθέσεις σεξουαλικού χαρακτήρα κατά ανηλίκων. (Βλ. Attorney General's Reference No. 15 of 2000 (Richard G.) (2001)1 Cr. App. R. (S.) 23. Andrew Lee Clark (2001)1 Cr. App. R. (S.) 57. Caroline Bromiley (2001)1 Cr. App. R. (S.) 74.)
Η κα. Χριστοδούλου εκ μέρους του εφεσίβλητου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διαπράχθηκαν γεγονός το οποίο υπογραμμίζεται από το ίδιο το δικαστήριο στην απόφασή του. Η καθοδήγηση του δικαστηρίου επί του προκειμένου υπήρξε, ως εισηγήθηκε, άρτια και περιεκτική η αναφορά στους παράγοντες που προσμετρούν στον καθορισμό της ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες. Η μεταμέλεια του εκδηλούμενη με την παραδοχή των αδικημάτων υπήρξε, όπως διαπιστώνει το δικαστήριο, ειλικρινής. Αναμφισβήτητο είναι ότι η βία που ασκήθηκε άφησε ψυχικά τραύματα στο θύμα και η οικογένεια της έχει σε μεγάλο βαθμό διασπασθεί. Η ίδια η ανήλικη τελεί υπό τη φροντίδα του Γραφείου Ευημερίας.
Εγκλήματα βίας στην οικογένεια είναι, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, ιδιαίτερα σοβαρά. Καθίστανται ιδιάζουσας σοβαρότητας όταν η επίθεση προσλαμβάνει σεξουαλικό χαρακτήρα και έχουν ως ελατήριο την ικανοποίηση των σεξουαλικών ορέξεων του γονέα. Τα ψυχικά τραύματα που αφήνουν τέτοια εγκλήματα είναι βαθιά και δύσκολα επουλώνονται. Ανατρέπεται ο ψυχικός κόσμος του παιδιού, βεβηλώνεται η ύπαρξή του.
Η ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο καταφαίνεται ως ανεπαρκής. Δεν αντανακλά τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως διαγράφεται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Παρά το χαρακτηρισμό των αδικημάτων ως σοβαρών από το δικαστήριο, δεν δόθηκε η πρέπουσα βαρύτητα σε αυτό τον παράγοντα. Υπάρχει έκδηλη αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ποινής που επιβλήθηκε καθιστώντας, σύμφωνα με το λόγο στη Φανιέρου (ανωτέρω), την ποινή προδήλως ανεπαρκή. Η ποινή η οποία επιβλήθηκε σαφώς αφήνει την εντύπωση ότι τα εγκλήματα τα οποία διαπράχθηκαν ήταν ολιγότερο σοβαρά απ΄ ότι ήσαν στην πραγματικότητα. Αναλογισμός της σοβαρότητας εγκλημάτων βίας στην οικογένεια δικαιολογεί την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις ποινές οι οποίες επιβάλλονται.
Παραμερίζοντας την ποινή ως έκδηλα ανεπαρκή καθίσταται δικό μας έργο η επιμέτρησή της. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους μετριαστικούς της ποινής παράγοντες, αρμόζει η επιβολή ποινής όχι μικρότερης του ενός έτους φυλάκισης. Απευθυνόμενοι προς τον κατηγορούμενο πρέπει να του πούμε ότι προσδοκούμε πως θα αναλογισθεί τις συνέπειες των πράξεών του και πως θα μεριμνήσει μετά την αποφυλάκισή του να συμβάλει, στο βαθμό που είναι κατορθωτό, στην επούλωση του τραύματος που έχει προκαλέσει στο παιδί του.
Η έφεση επιτρέπεται, οι επιβληθείσες ποινές παραμερίζονται. Επιβάλλονται συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός έτους σε κάθε μια από τις τέσσερις κατηγορίες η έκτιση των οποίων θα αρχίσει από την ημερομηνία που το Επαρχιακό Δικαστήριο καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε φυλάκιση 9.7.2002.
Πικής, Π.
Νικολάου, Δ.
Καλλής, Δ.
/ΑυΦ.