|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2008) 2 ΑΑΔ 150
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ. 156/2007)
22 Φεβρουαρίου, 2008
[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ/στές]
ΗΡΑΚΛΗΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ,
Εφεσείοντας,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_________________________
Ο Εφεσείων παρουσιάζεται προσωπικά.
Α. Μαππουρίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για την Εφεσίβλητη.
__________________________
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο
Δικαστής Κωνσταντινίδης.
_______________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex-tempore)
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπής. Το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 30 μηνών για την κάθε κατηγορία. Κατά την επιμέτρηση της ποινής έλαβε υπόψη σειρά άλλων υποθέσεων οι λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε υπόψη του ότι ο εφεσείων εξέτιε ποινή φυλάκισης 15 μηνών η οποία, ας σημειωθεί, μειώθηκε μεταγενέστερα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 9 μήνες στην Ποινική ΄Εφεση 57/07, ημερ. 27.6.07, και προβληματίστηκε αναφορικά με το κατά πόσο η ποινή που έκρινε ότι θα έπρεπε να επιβληθεί στον εφεσείοντα θα ήταν διαδοχική ή συντρέχουσα προς εκείνη. Με αναφορά στη νομολογία επέλυσε το θέμα υπέρ του εφεσείοντα αφού διέταξε οι ποινές που επέβαλε να αρχίζουν από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του, δηλαδή την 25.6.07.
Ο εφεσείων το έκαμε σαφές ενώπιον μας πως το παράπονο του δεν αφορούσε στο ύψος της ποινής, αυτής καθ΄ αυτής. Δήλωσε πως αναγνώριζε την ενοχή του, πως κατανοούσε τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε και πως κανονικά η ποινή που του επιβλήθηκε δεν ήταν ούτε κατά τη δική του άποψη υπερβολική. Συζήτησε όμως ένα σημείο, το οποίο για να είμαστε δίκαιοι, δεν φαίνεται να είχε προωθήσει με τον ίδιο τρόπο και πρωτοδίκως, ως εξής: Στη διαδικασία της Υπόθεσης 9932/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην οποία του είχε επιβληθεί η προγενέστερη ποινή των 15 μηνών φυλάκισης, είχε ζητήσει να ληφθούν υπόψη και όλες οι άλλες υποθέσεις που ήδη εκκρεμούσαν εναντίον του. Η Κατηγορούσα Αρχή δέχθηκε την εισήγηση του και έγινε προσπάθεια εντοπισμού εκείνων των υποθέσεων. Όμως, στο τέλος, οι υποθέσεις που λήφθηκαν τότε υπόψη δεν ήταν όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του και που αναφέρονταν βεβαίως σε αδικήματα τα οποία είχε διαπράξει προηγουμένως και τα οποία είχαν εξιχνιαστεί. Μεταξύ εκείνων των υποθέσεων ήταν και η παρούσα και επομένως η θέση του εφεσείοντα είναι πως θα πρέπει να υπάρξει μείωση της ποινής ώστε να ληφθεί υπόψη και αυτός ο παράγοντας, δηλαδή η χωρίς υπαιτιότητα του ιδίου μη λήψης υπόψη όλων των υποθέσεων από τότε.
Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέλαβε και διερεύνησε τα διατρέξαντα. Επιβεβαίωσε πως είχε τότε τεθεί θέμα να ληφθούν υπόψη όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του εφεσείοντα και, βεβαίως, το γεγονός ότι εντέλει, για λόγους που δυστυχώς δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν, διότι από τα πρακτικά που ζήτησε έλειπε το ουσιώδες, δεν λήφθηκαν υπόψη όλες οι υποθέσεις. Επομένως, προέκυψε η παρούσα υπόθεση αλλά στη συνέχεια και αριθμός άλλων υποθέσεων για τις οποίες, σε διάφορες ημερομηνίες, επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα άλλες ποινές φυλάκισης. Η μεγαλύτερη από τις ποινές που του επιβλήθηκαν μεταγενέστερα και που αφορούσε, όπως και όλες οι άλλες, αδικήματα που είχαν διαπραχθεί προηγουμένως και που θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη στις 12.2.07, είναι η ποινή της 15.10.07 σε 22 μήνες φυλάκιση στην Υπόθεση αρ. 5465/07. Με διάθεση, επομένως, όπως εξήγησε, να επιδειχθεί η δέουσα επιείκεια στην περίπτωση του εφεσείοντα ενόψει του σημείου το οποίο ήγειρε, συγκατένευσε πως θα εδικαιολογείτο η μείωση της ποινής έτσι ώστε ο εφεσείων να αποφυλακισθεί περίπου κατά την ημερομηνία στην οποία θα έχει εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε στις 15.10.07. Αυτό, δεδομένου ότι δεν έχει ασκηθεί έφεση σε σχέση με εκείνη την υπόθεση και επομένως δεν θα ήταν δυνατό να έχει πρακτική αξία υπέρ του εφεσείοντα οποιασδήποτε μορφής άλλη μείωση της ποινής του στην παρούσα υπόθεση. Μας φαίνεται πως κάτω από το σύνολο των εντελώς ιδιαίτερων δεδομένων της παρούσας υπόθεσης μπορούμε να υιοθετήσουμε την εισήγηση του κ. Μαππουρίδη, ως δικαίως εντοπίζουσα το πρακτέο στην περίπτωση. Επομένως, η έφεση επιτυγχάνει και η ποινή μειώνεται στους 25½ μήνες.
Δ.
Δ.
Δ.
/ΕΑΠ.