|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2009) 2 ΑΑΔ 350
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική ΄Εφεση Αρ. 93/2009)
10 Ιουνίου, 2009
[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δ/στές]
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ
Εφεσείοντας
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Εφεσίβλητης
Αντώνης Δημητρίου για τον εφεσείοντα.
Λίνα Χατζηαθανασίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την εφεσίβλητη.
Ο εφεσείοντας παρών.
Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει
ο Δικαστής Γ. Κωνσταντινίδης.
Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore)
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Το κατηγορητήριο περιλάμβανε εννέα κατηγορίες. Οι πρώτες τέσσερις αποτελούσαν την πρώτη ενότητα. Κατά την πρώτη κατηγορία ο κατηγορούμενος συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν διάρρηξη. Κατά τη δεύτερη κατηγορία πράγματι διέπραξαν το αδίκημα της διάρρηξης και της κλοπής μιας μοτοσυκλέτας. Κατά την τρίτη κατηγορία συνωμότησαν να διαπράξουν ληστεία και κατά την τέταρτη κατηγορία έκλεψαν από τον παραπονούμενο ένα αυτοκίνητο και το χρηματικό ποσό των €50.000 αφού χρησιμοποίησαν εναντίον του πραγματική βία. Οι κατηγορίες 5 και 6 αφορούσαν διάρρηξη καταστήματος και κλοπή. Οι κατηγορίες 7, 8 και 9 συνθέτουν τη δεύτερη ενότητα. Αφορούσαν σε συνωμοσία για διάπραξη ληστείας, σε απόπειρα ληστείας, δηλαδή κλοπής από τον παραπονούμενο του ποσού των €30.000 αφού χρησιμοποιήθηκε εναντίον του πραγματική βία και επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης.
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως υπήρχε επαρκής μαρτυρία για παραπομπή σε δίκη ενώπιον του κακουργιοδικείου σε όλες τις κατηγορίες, εκτός της 5ης και της 6ης. Η διαδικασία διεξάχθηκε στις 16.4.09, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου για τις 13.7.09 και τέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ζήτημα σε σχέση με την κράτηση του στο μεταξύ. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκαμε εκτεταμένη αναφορά στη νομολογία σε σχέση με τις αρχές που διέπουν το θέμα, έκρινε πως θα έπρεπε να κρατηθεί ο εφεσείων για να αντιμετωπιστούν δυο κίνδυνοι. Πρώτα ο κίνδυνος να μην προσέλθει κατά την ημέρα της δίκης και μετά ο κίνδυνος να επηρεάσει μάρτυρες.
Με την έφεση αμφισβητήθηκε η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση και με τα δυο σκέλη της. Ως προς τον κίνδυνο της καταδίκης επισημάνθηκε η αδύνατη, κατά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντα, μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν υπήρχε απευθείας μαρτυρία που να ενέπλεκε τον εφεσείοντα και η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηριζόταν, κατά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ουσιαστικά στο γεγονός ότι στη μοτοσυκλέτα που φερόταν να είχε χρησιμοποιηθεί για τη διάπραξη της ληστείας σε σχέση με την πρώτη ενότητα, βρέθηκε γενετικό υλικό το οποίο, κατά την επιστημονική μαρτυρία, όπως είναι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ανήκει στον εφεσείοντα. Στην πορεία έγινε αναφορά και σε περαιτέρω μαρτυρία για ανταλλαγή τηλεφωνημάτων μεταξύ του εφεσείοντα και του δεύτερου προσώπου με τον οποίο, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν συνένοχοι. Επίσης σε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο εφεσείων, κατά ουσιώδη προς την υπόθεση χρόνο, προέτρεψε αλλοδαπή γυναίκα μάρτυρα με την οποία διατηρούσε σχέση, να καταθέσει ψευδώς πως κατά το χρόνο της ληστείας ήταν μαζί του. Μαζί με αυτά υπήρχε μαρτυρία για ένα γρατσούνισμα που έφερε ο εφεσείων το οποίο, κατά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ψευδώς απέδωσε σε γρατσούνισμα γάτας. Στην πρωτόδικη απόφαση σημειώθηκε πως ο εφεσείων ψευδώς δήλωσε πως δεν γνώριζε το φερόμενο ως συνένοχό του, αλλά δεν εντοπίσαμε τέτοια δήλωση του στις καταθέσεις του.
Σε σχέση με τη δεύτερη ενότητα και πάλιν δεν υπήρχε οποιασδήποτε μορφής άμεση μαρτυρία. Ως στοιχείο συνδετικό του εφεσείοντα προς εκείνα τα αδικήματα αναφέρθηκε η μαρτυρία σύμφωνα με την οποία το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του καταστήματος από το οποίο κλάπηκε αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε για την απόπειρα ληστείας, έδειξε ότι το αυτοκίνητο με το οποίο οι δράστες μετέβησαν εκεί ήταν Μερσεντές με το αριστερό πισινό φανάρι του να μη λειτουργεί. Και μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε πως ο εφεσείων ήταν ιδιοκτήτης αυτοκινήτου Μερσεντές του οποίου το αριστερό πισινό φανάρι δεν λειτουργούσε.
Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της απόφασης, δηλαδή εκείνο του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων, έγινε αναφορά σε κατάθεση της αλλοδαπής φίλης του εφεσείοντα σύμφωνα με την οποία, ενώ αυτός βρισκόταν υπό κράτηση σε σχέση με τα αδικήματα της πρώτης ενότητας, της έστειλε τηλεφωνικά μηνύματα να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να φύγει από την Κύπρο για διακοπές.
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως από τη μαρτυρία προέκυπτε πράγματι πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα και κατέληξε υπέρ έκδοσης απόφασης για την κράτηση του ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ποινής που θα μπορούσε να επιβληθεί σ' αυτά σε συνδυασμό με τους χαλαρούς δεσμούς που έκρινε ότι είχε ο εφεσείων με την Κύπρο. Σε σχέση με το δεύτερο κίνδυνο αναφέρθηκε γενικά σε μαρτυρία την οποία δεν προσδιόρισε, πρέπει να σημειώσουμε, αλλά στην οποία έχουμε αναφερθεί μετά από τις επεξηγήσεις που σήμερα έδωσε ενώπιόν μας η ευπαίδευτη συνήγορος για την εφεσίβλητη.
Έχουμε διαπιστώσει δυο σφάλματα στην πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με το ζήτημα των δεσμών του εφεσείοντα με την Κύπρο. Πρωτοδίκως, όπως και ενώπιόν μας έχει γίνει αναφορά στο γεγονός ότι ο εφεσείων είναι 35 ετών, Κύπριος, μόνιμος κάτοικος Κύπρου, νυμφευμένος και πατέρας δυο ανηλίκων παιδιών ηλικίας 9 και 10 ετών. Και ενώ αυτά αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, επειδή η εργασία του ήταν εποχιακή και η σύζυγός του αλλοδαπή, χωρίς οτιδήποτε άλλο, σημείωσε τα εξής: «Δηλαδή οι δεσμοί του με την Κύπρο είναι χαλαροί». Για να προσθέσει στη συνέχεια πως οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα θα έπρεπε να υποχωρήσουν μπροστά στο δημόσιο συμφέρον της εξασφάλισης της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου.
Οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα δεν συζητούνται, σ' αυτό το πλαίσιο, ως λόγος για τον οποίο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος εάν κατά τα άλλα δικαιολογείται η κράτησή του. Συζητούνται ως στοιχεία για να φανεί αν συντρέχει ή όχι λόγος κράτησής του. Εν προκειμένω, κίνδυνος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη. Και ήταν ακριβώς το επιχείρημα του κ. Δημητρίου πως σε μια υπόθεση με μαρτυρία αυτής της φύσης, όσο και αν δεν μπορεί να υποστηριχτεί πως δεν είναι πιθανή η καταδίκη, δεν μπορεί και να υποστηριχτεί πως είναι εύλογο για τον εφεσείοντα να προσδοκά σε αθώωσή του. Και πως ακριβώς ενόψει τούτου αλλά και των στενών στην πραγματικότητα δεσμών του με την Κύπρο θα έπρεπε να ήταν αρνητική η απάντηση σε σχέση με τον κίνδυνο μη προσέλευσής του κατά τη δίκη.
Συμφωνούμε πως στη βάση του κανόνα ότι, κατά το τεκμήριο της αθωότητας, δεν κρατείται υπόδικος εκτός εάν συγκεκριμενοποιείται παραδεκτός λόγος για την κράτηση, δεν είχε τεκμηριωθεί στην περίπτωση κίνδυνος μη προσέλευσης του εφεσείοντα που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με την κράτησή του.
Απομένει το ζήτημα του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Έχει γίνει συζήτηση αναφορικά με το ποιο ακριβώς υλικό τέθηκε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αφού δεν περιλαμβανόταν στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας η κατάθεση της φίλης του κατηγορούμενου σύμφωνα με την οποία της έστειλε τα αναφερθέντα μηνύματα. Δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει ιδιαίτερα αυτό το ζήτημα. Πολύ λιγότερο αφού και στην απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν γίνεται αναφορά σε οτιδήποτε το συγκεκριμένο. Προκύπτει όμως πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε επικαλεστεί κίνδυνο επηρεασμού οποιουδήποτε μάρτυρα άλλου από τη φίλη του εφεσείοντα. Στάση κατανοητή ενόψει και της φύσης της υπόλοιπης μαρτυρίας, πέρα από τη μαρτυρία της φίλης του εφεσείοντα, στην οποία η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την υπόθεσή της. Αλλά και σε σχέση με αυτή τη μάρτυρα προκύπτει από τα στοιχεία πως, κατά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ήδη έχει γίνει προσπάθεια επηρεασμού η οποία απέτυχε με αποτέλεσμα, στη βάση εκείνης ακριβώς της μαρτυρίας, να είχε προσαφθεί ξεχωριστή κατηγορία εναντίον του εφεσείοντα για τα τηλεφωνικά μηνύματα που αναφέρθηκαν.
Η έφεση επιτυγχάνει. Θα ακούσουμε τα μέρη σε σχέση με τους όρους κατω από τους οποίους θα αφεθεί ελεύθερος ο εφεσείων.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δ.
ΜΣι.