|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2013) 2 ΑΑΔ 746
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ. 244/2012)
25 Νοεμβρίου, 2013
[ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ,
Εφεσείοντας,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
Γ. Πολυχρόνης, για τον Εφεσείοντα.
Α. Αριστείδης, για την Εφεσίβλητη.
Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
___________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Ο Εφεσείων βρέθηκε ένοχος με δική του παραδοχή σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά σε κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, ήτοι 688,2684 γρ. ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και η δεύτερη σε κατοχή σε ξεχωριστές συσκευασίες μέρους της πιο πάνω ποσότητας, δηλαδή 500 γρ. με σκοπό την προμήθεια.
Τα γεγονότα όπως αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο, είναι ότι στις 22.5.2012 άνδρες της ΥΚΑΝ, μετά από πληροφορίες για διακίνηση ναρκωτικών, εξασφάλισαν ένταλμα έρευνας στην κατοικία του Εφεσείοντος στην Ορόκλινη. Ο Εφεσείων ο οποίος βρισκόταν εντός της κατοικίας, αρνείτο να ανοίξει στην αστυνομία, η οποία πέτυχε είσοδο παραβιάζοντας την κύρια είσοδο του σπιτιού. Κατά την έρευνα ανευρέθηκαν σε διάφορα μέρη του σπιτιού και στον υπόγειο χώρο στάθμευσης, ποσότητες κάνναβης σε διάφορες συσκευασίες καθώς και διάφορα αντικείμενα που σχετίζονται με τα αδικήματα. Ένα από τα αντικείμενα ήταν αλεστήρι στο οποίο εντοπίστηκαν ίχνη κάνναβης. Επίσης ανευρέθη χάρτινο κιβώτιο στο οποίο υπήρχε ζυγαριά ακριβείας με ίχνη κάνναβης. Ο Εφεσείων παραδέχθηκε ότι όλα τα αντικείμενα που ανευρέθησαν ήταν δικά του. Σε κατάθεση που έδωσε στη συνέχεια στην αστυνομία, παραδέχθηκε τα αδικήματα που διέπραξε, ισχυριζόμενος ότι τα κατείχε για δική του χρήση.
Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου τέθηκε και μια προηγούμενη καταδίκη. Ο Εφεσείων στις 6.10.2005 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην υπόθεση 2108/2005 σε δύο κατηγορίες κατοχής κάνναβης και δύο κατηγορίες κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης δύο ετών στις κατηγορίες της κατοχής και τεσσάρων ετών στις κατηγορίες της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Ο Εφεσείων, σύμφωνα με τα γεγονότα αποφυλακίστηκε στις 11.3.2008.
Ο συνήγορος του, επεσήμανε στο Κακουργιοδικείο ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και ότι η κατηγορία για προμήθεια εδράζεται αποκλειστικά στο τεκμήριο του νόμου. Πέραν τούτου, έθεσε ενώπιον του Κακουργιοδικείου τις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντος, αναφέροντας ότι είναι ηλικίας 30 ετών, παντρεμένος, με ένα παιδί ηλικίας 2½ ετών. Πριν τη σύλληψή του διέμενε με την οικογένειά του σε κατοικία που ανήκε στη μητέρα του. Ούτε ο ίδιος ούτε η σύζυγός του εργάζονταν και συντηρούνταν οικονομικά από το Γραφείο Δημοσίων Βοηθημάτων. Ο Εφεσείων προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν έφηβος και τη φύλαξή του ανέλαβε η μητέρα του. Ελάχιστη επικοινωνία είχε με τον πατέρα του. Φοίτησε μέχρι την Α΄ Γυμνασίου και διέκοψε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Απαλλάχτηκε της υποχρέωσης στρατιωτικής θητείας λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Μετά την αποφυλάκισή του συνδέθηκε με τον πατέρα του, με τον οποίο άρχισε να εργάζεται και ο Εφεσείων άρχισε να βρίσκει ισορροπία στη ζωή του και εκείνη την περίοδο σταμάτησε να αδικοπραγεί. Το 2009 ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα γεγονός που επιδείνωσε την κατάσταση της ψυχικής υγείας του Εφεσείοντος. Παρακολουθείτο από ψυχίατρο και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Προέβαινε επίσης σε κατάχρηση αλκοόλ, χαπιών και χρήση ναρκωτικών ουσιών.
Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, την ραγδαία εξάπλωση των ναρκωτικών στον τόπο μας, καθώς και το γεγονός ότι η κατοχή φαρμάκου τάξεως Β΄, όπως είναι η κάνναβη, επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια, ενώ η κατοχή του ιδίου ναρκωτικού με σκοπό την προμήθεια, με δια βίου φυλάκιση. Επίσης έδωσε σημασία στην ύπαρξη της μιας προηγούμενης καταδίκης, η οποία περιόριζε τις δυνατότητες για άσκηση περαιτέρω επιείκειας στον Εφεσείοντα. Το Κακουργιοδικείο σημείωσε το γεγονός ότι ο Εφεσείων σε σχετικά σύντομο χρόνο μετά την αποφυλάκισή του το 2008, άρχισε και πάλιν να αδικοπραγεί διαπράττοντας τα ίδια αδικήματα, χωρίς να εκτιμήσει το γεγονός του ευεργετήματος που έτυχε με την πρόωρη αποφυλάκισή του. Αφού έλαβε υπόψη όλα τα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιόν του και ιδιαίτερα την παραδοχή και μεταμέλεια του Εφεσείοντος, του επέβαλε 2 χρόνια φυλάκιση στην 1η κατηγορία και 6 χρόνια φυλάκιση στη 2η κατηγορία, διατάσσοντας όπως οι ποινές συντρέχουν.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος, θεωρεί ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα είναι εσφαλμένη για λόγους αρχής. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι το Κακουργιοδικείο:-
(1) Δεν έλαβε υπόψη δεόντως την παραδοχή του. Όπως εξήγησε, η όλη υπόθεση στηριζόταν στη δική του παραδοχή που αποτέλεσε και τον βασικό λόγο καταδίκης του.
(2) Δεν αξιολόγησε δεόντως το γεγονός ότι η κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια στηριζόταν στο τεκμήριο του νόμου και όχι σε μαρτυρία άλλων προσώπων.
(3) Παραγνώρισε παντελώς τη δήλωση του δικηγόρου του ότι ο Εφεσείων υποβοήθησε το έργο της αστυνομίας, κατονομάζοντας άτομα που ήταν αναμεμειγμένα σε εμπορία ναρκωτικών κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Όπως συναφώς επεσήμανε, ο ίδιος ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977 (Ν. 29/77) διά του άρθρου 30(4)(β)(ν) αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα, μια τέτοια ενέργεια εκ μέρους κατηγορούμενου προσώπου.
Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσίβλητη, υποστηρίζοντας την ορθότητα της ποινής, ανέφερε ότι το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την παραδοχή του, αλλά αυτή ήταν περιορισμένης αξίας ενόψει των γεγονότων και ιδιαίτερα του τρόπου που ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά. Η επιείκεια πρόσθεσε, που έδειξε το Κακουργιοδικείο, αντισταθμίζεται με την ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης. Ως προς το τρίτο παράπονο του Εφεσείοντος, ο κ. Αριστείδης εκ μέρους της Εφεσίβλητης αναγνώρισε ότι το Κακουργιοδικείο δεν αναφέρθηκε σ' αυτόν τον παράγοντα, άφησε όμως το θέμα στο Εφετείο.
Έχουμε εξετάσει τα ενώπιον μας στοιχεία. Δεν βρίσκουμε έρεισμα στις δύο πρώτες εισηγήσεις του δικηγόρου του Εφεσείοντος. Η σημασία που έδωσε το Κακουργιοδικείο στην παραδοχή του Εφεσείοντος ήταν ορθή. Συμφωνούμε ότι η παραδοχή του Εφεσείοντος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ήταν περιορισμένη, αφού τα ναρκωτικά βρέθηκαν στην οικία του με αποτέλεσμα το γεγονός αυτό να του περιόριζε σημαντικά τις επιλογές που είχε. Το Κακουργιοδικείο κατά την κρίση μας στάθμισε ορθά τον παράγοντα αυτό, αλλά όπως επεσήμανε και ο συνήγορος της Εφεσίβλητης η έκπτωση που του δόθηκε σε μεγάλο βαθμό εξουδετερώθηκε από την ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης.
Διαφωνούμε επίσης ως προς το δεύτερο παράπονο του Εφεσείοντος αναφορικά με την προμήθεια. Το γεγονός ότι για την κατηγορία της προμήθειας δεν υπήρχε μαρτυρία άλλων προσώπων δεν διαφοροποιεί ουσιαστικά τα δεδομένα. Ενώπιον του Κακουργιοδικείου υπήρχε και άλλη μαρτυρία πέραν του νομικού τεκμηρίου που δημιουργείται ως αποτέλεσμα της ποσότητας που κατείχε ο Εφεσείων. Τα 500 γρ. κάνναβης που βρέθηκαν στην κατοχή του ήταν τοποθετημένα σε ξεχωριστές συσκευασίες. Επίσης βρέθηκαν στην κατοχή του και άλλα αντικείμενα π.χ. ζυγαριά ακριβείας που ήταν σχετική με τη συγκεκριμένη κατηγορία. Ο Εφεσείων παραδέχθηκε ότι όλα τα αντικείμενα ήταν δικά του. Μπορεί ο Εφεσείων, όπως θεώρησε και το Κακουργιοδικείο με αναφορά στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 466, να μην συγκαταλέγετο στους μεγαλοεμπόρους ναρκωτικών και να ήταν ένας περιστασιακός προμηθευτής, αλλά αυτό δεν εξαλείφει παντελώς την προοπτική αποκόμισης κέρδους. Κατά την άποψή μας, το Κακουργιοδικείο έδωσε τη δέουσα βαρύτητα και στάθμισε ορθά τα γεγονότα που σχετίζονται με το συγκεκριμένο παράγοντα.
Ερχόμαστε τώρα στο τρίτο και ουσιαστικότερο παράπονο του Εφεσείοντος. Κατά την αγόρευση του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ο τότε δικηγόρος του, κ. Γ. Κούμας, ανέφερε ότι ο Εφεσείων «θέλοντας να βοηθήσει την αστυνομία και θέλοντας ο ίδιος να ξεφύγει από αυτές τις ουσίες και αυτή είναι υπόσχεση του εφόσον θα αποφυλακισθεί από αυτή την υπόθεση, έχει κατονομάσει κάποιους ανθρώπους οι οποίοι εμπλέκονται είτε με χρήση, είτε με εμπορία ναρκωτικών και έχουν σήμερα τροχιοδρομηθεί και άλλες υποθέσεις εναντίον αυτών των ανθρώπων και αυτό οφείλεται στη βοήθεια που πρόσφερε ο ίδιος στις διωκτικές αρχές».
Είναι γεγονός, όπως εξάλλου δέχθηκε και ο συνήγορος της Δημοκρατίας, ότι το Κακουργιοδικείο δεν έκαμε καμία απολύτως αναφορά στο ελαφρυντικό αυτό στοιχείο. Κατά την άποψή μας, επρόκειτο για παράγοντα ο οποίος θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη, αφού και ο ίδιος ο Νόμος 29/77, διά του άρθρου 30(4)(β)(v) τον κατονομάζει ως ένα από τους παράγοντες που καθιστούν το αδίκημα «λιγότερο σοβαρό». Όπως προβλέπει η συγκεκριμένη πρόνοια του άρθρου 30(4)(β)(v), η «αποδεδειγμένη μεταμέλεια του κατηγορουμένου η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και την προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση», μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως μετριαστικός παράγοντας, αφού το αδίκημα θεωρείται διά νόμου λιγότερο σοβαρό.
Το γεγονός ότι το Κακουργιοδικείο δεν προσέδωσε καμία σημασία στη συνεργασία του Εφεσείοντος με τις ανακριτικές αρχές, καθιστά την ποινή ακροσφαλή με αποτέλεσμα να χρήζει παρέμβασης μας. Κρίνουμε ότι αν εντασσόταν και ο πιο πάνω παράγοντας στις υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης, η ποινή στη δεύτερη κατηγορία θα ήταν ορθότερη αν ήταν μειωμένη κατά ένα χρόνο.
Επομένως, η έφεση επιτυγχάνει και η ποινή στη δεύτερη κατηγορία αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 5 χρόνων από την ημέρα που ο Εφεσείων συνελήφθη. Το υπόλοιπο μέρος της ποινής παραμένει ως έχει.
Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.
Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.
Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.