|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(1998) 3 ΑΑΔ 394
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 2082.
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΠΙΚΗ, Π., ΝΙΚΗΤΑ, ΚΑΛΛΗ, ΚΡΑΜΒΗ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, Δ.Δ.
Μεταξύ:
Αρχιμήδη Ζίττη,
Εφεσείοντα
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων,
Εφεσιβλήτω ν.
_________________
29 Μαΐου, 1998.
Για τον Εφεσείοντα: Α. Λυκούργου (κα.) για Τ. Παπαδόπουλο.
Για τους Εφεσίβλητους: Ε. Νικολαΐδου (κα.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας
εκ μέρους του Γεν. Εισ.
__________________
ΠΙΚΗΣ, Π.: Η πλειοψηφία του Δικαστηρίου (Νικήτας, Καλλής,
Κραμβής, Δ.Δ.) θεωρεί το αντικείμενο της προσφυγής ως εκτελεστή πράξη υποκείμενη σε αναθεώρηση. Την απόφαση της πλειοψηφίας θα δώσει ο Δικαστής Καλλής. Στο παραδεκτό της έφεσης συμφωνεί και ο Δικαστής
Γαβριηλίδης αλλά για διαφορετικούς λόγους οι οποίοι
εξηγούνται στη δική του απόφαση. Εγώ καταλήγω σε διαφορετικό αποτέλεσμα για τους λόγους που εξηγούνται στην ξεχωριστή μου απόφαση.
__________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΑΛΛΗΣ, Δ.: Με επιστολή του ημερ. 20.9.93 προς τον Διευθυντή του Τμήματος Γεωργίας, ο εφεσείων ζήτησε άδεια "για φυτοπαθολογικούς όρους" για την εισαγωγή 100 τόνων ακτινιδίων για το μήνα Οκτώβριο. Το Τμήμα Γεωργίας αρνήθηκε να χορηγήσει την ζητηθείσα άδεια. Πληροφόρησε τον εφεσείοντα ότι
"για φυτοϋγειονομικούς λόγους δεν παραχωρείται άδεια εισαγωγής ακτινιδίων" (Βλ. επιστολή ημερ. 15.10.93 ).
Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία του εφεσείοντα με αρμοδίους υπαλλήλους του Τμήματος Γεωργίας και Φυσικών Πόρων, όπως επίσης και ανταλλαγή επιστολών των δικηγόρων του εφεσείοντα με αρμόδιους του Τμήματος και με τον ίδιο τον Υπουργό Γεωργίας και Φυσικών Πόρων.
Ο Υπουργός απάντησε στην επιστολή των δικηγόρων του εφεσείοντα με επιστολή ημερ. 1.11.93. Ανέφερε ότι δεν ήταν ακόμα δυνατή η έκδοση οποιασδήποτε φυτοϋγειονομικής άδειας εισαγωγής στον πελάτη τους, γιατί βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη η διερεύνηση πληροφοριών ότι στην Ελλάδα ενδημούσε μια νέα ασθένεια.
Το Τμήμα Γεωργίας με επιστολή του ημερ. 25.10.93, ζήτησε να
πληροφορηθεί από τη Φυτοϋγειονομική Υπηρεσία Διεύθυνσης Προστασίας Φυτών, Υπουργείο Γεωργίας της Ελλάδας, κατά πόσον η εν λόγω υπηρεσία μπορούσε να συμμορφωθεί πλήρως με τους φυτοϋγειονομικούς όρους που απαιτούνται για την εισαγωγή ακτινιδίων στην Κύπρο και επιπρόσθετα με τον όρο 1 ότι τα ακτινίδια "προέρχονται από περιοχή που δεν έχουν εντοπιστεί κατά την τελευταία καλλιεργητική περίοδο τα έντομα" τα οποία αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή.
Στις 2.11.93 λήφθηκε στο Τμήμα Γεωργίας η απάντηση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας της Ελλάδας. Πληροφόρησε το Τμήμα Γεωργίας ότι δεν μπορούσε να εκπληρώσει τους ειδικούς φυτοϋγειονομικούς όρους που απαιτούντο για την εισαγωγή ακτινιδίων από την Ελλάδα στην Κύπρο.
Ακολούθησαν και άλλες επιστολές μεταξύ του εφεσείοντα και των εφεσιβλήτων και στις 8.11.93 στάληκε στον εφεσείοντα από το Τμήμα Γεωργίας, η εξής επιστολή:
"Σε συνέχεια των επιστολών μας με ημερ. 15.10.93, 22.10.93 και 2.11.93 με αρ. φακ. 141/80 σχετικά με την εισαγωγή ακτινιδίων από την Ελλάδα, σας πληροφορώ ότι κατόπιν των σχετικών επαφών μας με τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές, μας πληροφόρησαν ότι δεν δύνανται να εκπληρώσουν τους φυτοϋγειονομικούς όρους που απαιτούνται για την εισαγωγή ακτινιδίων στην Κύπρο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει τέτοια εισαγωγή."
Η προσφυγή που άσκησε ο εφεσείων στις 26.11.93 στρεφόταν κατά της απόφασης που περιεχόταν στην πιο πάνω επιστολή, ημερ. 15.10.93. Ο εφεσίβλητος υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 15.10.93 στερείται εκτελεστότητας, εφόσον έχει τυπικά και ουσιαστικά ενσωματωθεί στην μεταγενέστερη απόφαση των εφεσιβλήτων, και η οποία είναι και η μόνη εκτελεστή διοικητική πράξη. Η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε και ο χρόνος για την έγκαιρη προσβολή της έχει ήδη παρέλθει.
Το πρωτόδικο δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση των εφεσιβλήτων. Μεταφέρουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του:
"Είναι κατά την άποψη μου καθαρό, ειδικά από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν είχαν προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα με τις αρμόδιες αρχές στην Ελλάδα για διαπίστωση ύπαρξης ασθενειών πριν την απόφαση που κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 15.10.93. Οι καθ΄ ων η αίτηση πιθανό να είχαν
πληροφορίες (όπως εξάλλου ισχυρίζονται) για ύπαρξη τέτοιων ασθενειών τις οποίες όμως δεν διερεύνησαν. Απλώς πληροφόρησαν τον αιτητή με την επιστολή ημερ. 15.10.93, ότι η αίτηση του για εισαγωγή ακτινιδίων απορρίπτεται 'για φυτοϋγειονομικούς λόγους'. Η μόνη έρευνα που διεξήχθη είναι αυτή που έλαβε χώρα μετά την απόρριψη της αίτησης και μετά την επιστολή των δικηγόρων του αιτητή ημερ. 25.10.93, με την οποία ζητείτο επανεξέταση της υπόθεσης.
Η έρευνα αυτή, παρόλον που δεν αποτελεί 'νέα έρευνα' και παρόλον που κατά την άποψη μου για σκοπούς χρηστής διοίκησης θα έπρεπε να είχε γίνει πριν τη λήψη της απόφασης ημερ. 15.10.93, δεν παύει από του να είναι έρευνα της υπόθεσης η οποία επιβεβαίωσε ότι οι φυτοϋγειονομικοί όροι που απαιτούντο για την εισαγωγή ακτινιδίων, δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.
Το γεγονός αυτό προσδίδει κατά την άποψή μου, εκτελεστότητα στη μεταγενέστερη απόφαση που κοινοποιήθηκε στις 8.11.93 και αποστερεί την πρώτη από την εκτελεστότητα της, η οποία αναπόφευκτα ενσωματώθηκε στην απόφαση ημερ. 8.11.93."
Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης του το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή.
Η έφεση.
Ο εφεσείων υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 15.10.93 είναι εκτελεστή διοικητική απόφαση "εφ΄ όσον δι΄ αυτής παράγονται έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να εφαρμοστούν αμέσως". Ο εκτελεστός χαρακτήρας της προσβαλλόμενης απόφασης - συνεχίζει η εισήγηση - "συνίσταται στο ότι δι΄ αυτής επήλθε για πρώτη φορά και αμέσως μεταβολή στην υφιστάμενη έννομη κατάσταση του εφεσείοντα εφ΄ όσον αυτός στερήθηκε του διοικητικής φύσεως δικαιώματος του να εισάγει ακτινίδια από την Ελλάδα (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 236-7 και Η. Κυριακόπουλου, Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον, Γ΄ Ειδικόν Μέρος, ΄Εκδοσις Τέταρτη 1962, σελ. 92-96, και Θ. Τσάτσος, Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, 3η έκδοση, σελ. 120-123).
Ο εφεσείων υποστήριξε περαιτέρω ότι το περιεχόμενο της επιστολής των εφεσιβλήτων ημερ. 8.11.93, απλώς επιβεβαιώνει ή/και επαναλαμβάνει την προγενέστερη εκτελεστή απορριπτική απόφαση τους ημερ. 15.10.93 σχετικώς με αίτημα του εφεσείοντος, το οποίο υποβλήθηκε δι΄ επιστολής ημερ. 20.9.93 όπως του επιτραπεί η εισαγωγή ακτινιδίων από την Ελλάδα. Η απλή εμμονή των εφεσιβλήτων στην προειλημμένη απορριπτική απόφαση τους ημερ. 15.10.93 και η διατήρηση της έννομης κατάστασης που η απόφαση ημερ. 15.10.93 είχε ήδη δημιουργήσει καθιστά το περιεχόμενο της επιστολής των εφεσιβλήτων ημερ. 8.11.93 απλώς επιβεβαιωτικό. Ο βεβαιωτικός χαρακτήρας του περιεχομένου της επιστολής ημερ. 8.11.93 καταδεικνύεται και από το γεγονός πως τόσο η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 15.10.93 όσον και η απόφαση που περιέχεται στην επιστολή ημερ. 8.11.93:
"α) εξεδόθηκαν από την ίδια διοικητική αρχή (τον Διευθυντή Τμήματος
Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων) και
β) απευθύνονται στο ίδιο πρόσωπο (τον εφεσείοντα) και
γ) παραθέτουν την ίδια αιτιολογία (απόρριψη του επίδικου αιτήματος για
'φυτοϋγειονομικούς λόγους') την οποίαν, εν πάση περιπτώσει, ο εφεσείων
θεωρεί ως ανεπαρκή ή/και παράνομη ή/και αόριστη και
δ) έχουν το ίδιο διατακτικό (απόρριψη του επίδικου αιτήματος)".
Προκύπτει για εξέταση το πιο κάτω ζήτημα:
Κατά πόσο η απόφαση που κοινοποιήθηκε στον εφεσείοντα με την επιστολή ημερ. 8.11.93 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη στην οποία έχει ενσωματωθεί η προσβαλλόμενη προγενέστερη εκτελεστή διοικητική πράξη ημερ. 15.10.93 ή κατά πόσο αποτελεί βεβαιωτική πράξη.
Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας μας ότι οι βεβαιωτικές πράξεις δεν είναι πράξεις εκτελεστές διότι δεν περιέχουν οποιαδήποτε επιταγή αλλά βεβαιούται απλώς η εμμονή της "διοικήσεως εις προγενεστέραν επιταγήν". Για να είναι νεώτερη πράξη βεβαιωτική προγενεστέρας απαιτείται:
(α) Ταυτότητα της Αρχής που έχει εκδώσει και τις δύο πράξεις.
(β) Ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων στα οποία αφορούν οι πράξεις.
(γ) Ταυτότητα της νομίμου διαδικασίας.
(δ) Ταυτότητα της πραγματικής αιτιολογίας και των δύο πράξεων.
(ε) Ταυτότητα του διατακτικού.
(Βλ. Τσάτσου, "Αίτησις Ακυρώσεως", ΄Εκδοση Τρίτη, σελ. 131-132 - Βλ. και Pieris v. Republic (1983) 3 C. L.R. 1054, 1062, 1063 - απόφαση της Ολομέλειας).
Η ενσωμάτωση εκτελεστής πράξης σε άλλη εκτελεστή πράξη επέρχεται "οσάκις ασκείται κατά ταύτης" η λεγόμενη ενδικοφανής ιεραρχική προσφυγή, όπως π.χ. αίτηση αναθεώρησης "θεσπιζόμενη ειδικώς υπό του Νόμου" για το συγκεκριμένο θέμα οπότε "η καθ΄ ης η αίτησις αναθεωρήσεως, πράξις ενσωματούται εις την κατ΄ αναθεώρησιν εκδιδομένην. Το αυτό ισχύει και επί πράξεως, καθ΄ ης ησκήθη ένστασις νόμω προβλεπομένη, και ήτις ενσωματούται εις την επί της ενστάσεως εκδιδομένην. Επίσης ενσωματούται η πράξις πρωτοβαθμίου διοικητικού οργάνου κατόπιν προσφυγής, κατά νόμον ασκουμένης ενώπιον δευτεροβαθμίου, εις την απόφασιν του τελευταίου, ως λ.χ. γνωμοδότησις ανακριτικού συμβουλίου κατά τον νόμον περί καταστάσεως αξιωματικών: 799(55)."
Αλλά και όταν δεν πρόκειται για νεώτερη πράξη που έχει εκδοθεί μετά από ενδικοφανή προσφυγή ή ένσταση κλπ. που προβλέπεται από ειδική διάταξη, επέρχεται ενσωμάτωση μιας πράξης στην νεώτερη, όταν η τελευταία εκδόθηκε μετά από νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης "επί του αυτού αντικειμένου ανεξαρτήτως του αν έχη το αυτό ή διαφόρον περιεχόμενον" (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας, πιο πάνω, σελ. 242).
Πράξη η οποία περιέχει επιβεβαίωση προηγούμενης δεν είναι εκτελεστή, εκτός αν λήφθηκε ύστερα από νέα έρευνα και λήφθηκαν υπόψη νέα στοιχεία που, έστω και αν προϋπήρχαν, ήταν άγνωστα ή/και δεν λήφθηκαν υπόψη ενωρίτερα (Βλ. Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 519, 523, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1603/29.10.96).
Το τί αποτελεί νέα έρευνα το πραγματεύεται ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος ως πιο κάτω στο σύγγραμμα του "Δίκαιον των Διοικητικών Διαφορών", ΄Εκδοση Τέταρτη, σελ. 176:
"Πότε υπάρχει νέα έρευνα - Πότε υπάρχει νέα έρευνα, είναι ζήτημα πραγματικόν. Θεωρείται όμως γενικώς νέα έρευνα η λήψις υπ΄ όψιν νέων ουσιωδών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, κρίνεται δε αυστηρώς το χρησιμοποιηθέν νέον υλικόν, διότι δεν πρέπει ο απολέσας την προθεσμίαν διά την προσβολήν μιας εκτελεστής πράξεως, να δύναται να καταστρατηγή την προθεσμίαν ταύτην δια της δημιουργίας νέας πράξεως, η οποία εξεδόθη κατ΄ επίφασιν μεν κατόπιν νέας ερεύνης, κατ΄ουσίαν όμως επί τη βάσει των αυτών στοιχείων. Ούτω, δεν θεωρείται νέα έρευνα η παραπομπή της υποθέσεως εκ νέου εις συμβούλιον, προς εξέτασιν από νομικής αποκλειστικώς πλευράς ή η παραπομπή προς γνωμάτευσιν εις το νομικόν συμβούλιον ή η επίκλησις άλλης νομικής διατάξεως εκτός εκείνης εφ΄ ης είχε στηριχθή η αρχική πράξις, εφ΄ όσον δεν γίνεται επίκλησις και νέως πραγματικών στοιχείων.
Νέα έρευνα υπάρχει ιδίως εάν, πρό της εκδόσεως της νεωτέρας πράξεως, λαμβάνη χώραν εξέτασις στοιχείων κρίσεως νεωστί προκυπτόντων ή προϋπαρχόντων μεν αλλά τέως αγνώστων, άτινα νυν λαμβάνονται προσθέτως διά πρώτην φοράν υπ΄ όψιν. Ομοίως, νέαν έρευναν συνιστά η διενέργεια αυτοψίας ή η συλλογή συμπληρωματικών επί της υποθέσεως πληροφοριών."
(Βλ. και Varnava v. Republic (1968) 3 C.L.R. 566)
Στο πιο πάνω σύγγραμμα του Θ. Τσάτσου το θέμα της νέας έρευνας τίθεται ως πιο κάτω στις σελ. 136-138:
"Η εν τη πράξει βεβαίωσις, ότι εγένετο νέα έρευνα δεν αρκεί. Η τοιαύτη κρίσις της διοικήσεως δεν δεσμεύει το Συμβούλιον της Επικρατείας, το οποίον είναι μόνον αρμόδιον ν΄ αποφασίση κατά πόσον η αίτησις ακυρώσεως είναι τύποις παραδεκτή. Το Συμβούλιον της Επικρατείας δηλαδή οφείλει να εξετάση κατά πόσον διεξήχθη νέα έρευνα της υποθέσεως, δικαιολογούσα τον χαρακτηρισμόν της μετά ταύτην εκδοθείσης πράξεως, ως πράξεως νέας και ως εκ τούτου εκτελεστής, περί την ταυτότητα του περιεχομένου της προς την επιβεβαιουμένην πράξιν.
.................................. .................................................. ............
Δεν αποτελεί όμως νέαν έρευναν ικανήν να καταστήση την βεβαιωτικήν πράξιν προσβλητήν οιαδήποτε μεταγενεστέρα της βεβαιουμένης πράξεως έρευνα, απολήξασα εις συμπλήρωσιν της αρχικής αιτιολογίας, εφ΄ όσον α) δεν ανατρέπεται εκ ταύτης η προηγούμενη εν όλω και β) παρά πάσαν προσθήκην ή μερικήν μεταβολήν προκύπτει, ότι η διοίκησις εξακολουθεί πράγματι να κρίνη ότι η αρχική αιτιολογία ήτο επαρκής. Εν τη περιπτώσει όμως ταύτη η κρίσις της διοικήσεως, ότι η αρχική της βεβαιουμένης πράξεως αιτιολογία ήτο επαρκής, απαιτείται να είναι ειλικρινής. Απλή βεβαίωσις, ότι εξακολουθεί να κρίνη την αρχικήν αιτιολογίαν ως επαρκή παρ΄ ότι αποδεικνύεται, ότι αύτη ήτο προφανώς ανεπαρκής, δεν εμποδίζει την προσβολήν της κατά τα λοιπά στοιχεία βεβαιωτικής πράξεως, της οποίας η αιτιολογία κατόπιν νέας ερεύνης συνεπληρώθη."
(Βλ. και Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-1959, σελ. 241: "Νέα έρευνα υπάρχει εάν, πρό της εκδόσεως της νεωτέρας πράξεως, λαμβάνη χώραν εξέτασις νεωστί προκυπτόντων, ή προϋπαρχόντων μεν αλλά τέως αγνώστων κυρίων στοιχειών κρίσεως, άτινα νυν λαμβάνονται προσθέτως υπ΄ όψιν").
Στην υπόθεση 1833/1965 του Συμβουλίου Επικρατείας η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε "ουχί επί τη βάσει νέων πραγματικών στοιχείων" αλλά μετά από επανέρευνα των αυτών πραγματικών στοιχείων τα οποία είχαν ληφθεί υπόψη και κατά την έκδοση της προγενέστερης απόφασης. Κρίθηκε ότι η μεταγενέστερη απόφαση αποτελούσε πράξη επιβεβαιωτική (Βλ. και Asaad v. Republic (1984) 3 Α.Α.Δ. 1529, 1532).
Με την απόφαση της 8.11.93 βεβαιούται η εμμονή της διοίκησης στην προγενέστερη απόφαση της. Η απόφαση της 8.11.93 περιέχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας βεβαιωτικής απόφασης (Βλ. Pieris, πιο πάνω). Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει ληφθεί μετά από νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης.
Με βάση το περιεχόμενο της επιστολής της διοίκησης προς τον εφεσείοντα, ημερ. 2.11.93, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης ημερ. 15.10.93 η διοίκηση είχε υπόψη της πληροφορίες ότι στην "Ελλάδα ενδημεί μια νέα ασθένεια που προσβάλλει και διαδίδεται με τα ακτινίδια και η οποία έχει επεκταθεί σ΄ όλες τις περιοχές στην Ελλάδα που καλλιεργούνται ακτινίδια." Επομένως η διερεύνηση η οποία έλαβε χώραν με το διάβημα της διοίκησης προς τις αρμόδιες Ελληνικές Υπηρεσίες (βλ. επιστολή της ημερ. 25.10.93) αποσκοπούσε στην διερεύνηση προϋπαρχόντων μεν στοιχείων αλλά "ουχί τέως αγνώστων".
Με την "νέα έρευνα" η διοίκηση διερεύνησε το στοιχείο των φυτοϋγειονομικών όρων. Αυτό το στοιχείο προϋπήρχε, δεν ήταν τέως άγνωστο και είχε ληφθεί υπόψη και κατά την έκδοση της προγενέστερης απόφασης. ΄Οπως έχει υποδειχθεί η διοίκηση είχε υπόψη της σχετικές πληροφορίες κατά την έκδοση της απόφασης της 15.10.93.
Από τα πιο πάνω και από τον όλο φάκελο προκύπτει ότι η απόφαση - της 8.11.93 - η οποία έχει εκδοθεί σαν αποτέλεσμα του πιο πάνω διαβήματος, δεν έχει εκδοθεί "επί τη βάσει νέων πραγματικών στοιχείων, αλλά κατόπιν επανερεύνης των αυτών πραγματικών στοιχείων, άτινα είχαν ληφθή υπ΄ όψει κατά την έκδοσιν της προγενεστέρας πράξεως". Ακολουθεί πως η μεταγενέστερη απόφαση - της 8.11.93 - δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά πράξη βεβαιωτική (Βλ. απόφαση του Στ.Ε. 1833/65 και Asaad (πιο πάνω)). Σαν πράξη βεβαιωτική δεν είναι ικανή να ενσωματώσει την προγενέστερη - ημερ. 15.10.93 - εκτελεστή πράξη. Η περί του αντιθέτου κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου κρίνεται εσφαλμένη και η έφεση επιτρέπεται.
Η "νέα έρευνα" στην οποία έχει προβεί η διοίκηση δεν είχε σαν αποτέλεσμα την παραγωγή εκτελεστής διοικητικής πράξης και για τον πιο κάτω λόγο:
΄Εχει απλώς απολήξει σε συμπλήρωση, ενίσχυση και επιβεβαίωση της αρχικής αιτιολογίας την οποία δεν έχει ποσώς ανατρέψει. Περαιτέρω, καθώς φαίνεται από το φάκελο της, η διοίκηση εξακολουθεί πράγματι να κρίνει ότι η αρχική αιτιολογία ήταν επαρκής (Βλ. Τσάτσου, πιο πάνω, σελ. 237).
Η έφεση επιτρέπεται με έξοδα. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Θα δοθεί ημερομηνία για την εξέταση της νομιμότητας της απόφασης της 15.10.93.
Δ.
Δ.
Δ.
/ΕΑΠ.