|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(1999) 3 ΑΑΔ 56
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 2314
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΠΙΚΗ, Π., ΑΡΤΕΜΗ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ,
ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ, ΚΡΟΝΙΔΗ, Δ/στών
Λεωφορεία Λευκωσίας Λίμιτεδ,
Εφεσείοντες-Αιτητές
- ν -
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών,
Εφεσιβλήτων-Καθ' ων η Αίτηση
------------------------
19 Φεβρουαρίου, 1999
Για τους Εφεσείοντες-Αιτητές: Αλ. Λυκούργου (κα) για Τ. Παπαδόπουλο.
Για τους Εφεσίβλητους-Καθ' ων η Αίτηση: Α. Μαππουρίδης, Δικηγόρος
της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα.
Για τα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα: Καμιά εμφάνιση.
------------------------
Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Γ.Μ. Πικής, Π.
------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΙΚΗΣ, Π.: Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, η Περιφερειακή Εταιρεία Αγροτικών Λεωφορείων Αγ. Μαρίνας (Ξυλιάτου), Ορούντας, Λαγουδερών, Σαράντι, Ξυλιάτου Λίμιτεδ, και η εφεσείουσα εταιρεία, (εφεξής οι εφεσείοντες), υπέβαλαν προσφορές σε μειοδοτικό διαγωνισμό, που προκήρυξε το Πανεπιστήμιο Κύπρου, για τη μεταφορά φοιτητών από το κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου σε παράρτημά του στις παρυφές της Λευκωσίας. (Το κτίριο γνωστό ως Americanos College.). Ο διαγωνισμός αφορούσε τη μίσθωση λεωφορείων για τη μεταφορά των φοιτητών από το ένα κτίριο στο άλλο, σε προκαθορισμένες μέρες και ώρες. Η προσφορά κατακυρώθηκε στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. ΄Ορος της κατακύρωσης της προσφοράς των ενδιαφερομένων προσώπων ήταν η εξασφάλιση άδειας από την Αρχή Αδειών για τη μεταφορά επιβατών επί συμβάσει - (βλ. ΄Αρθρο 13 του περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμου του 1982, (Ν. 9/82), και τροποποιήσεις - Ν. 24(Ι)/94), (ο «Νόμος»)). Αίτημα για το σκοπό αυτό υποβλήθηκε στην Αρχή Αδειών.
Οι εφεσείοντες, στους οποίους γνωστοποιήθηκε το αίτημα, έφεραν ένσταση στην αποδοχή του, την οποία ανέπτυξαν ενώπιον της Αρχής Αδειών, κατά την εξέταση του αιτήματος. Η αίτηση των ενδιαφερομένων προσώπων έγινε δεκτή. Εναντίον της απόφασης οι εφεσείοντες άσκησαν ιεραρχική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών.
Αφού εξέτασε την προσφυγή και άκουσε όλους τους ενδιαφερομένους, η Αναθεωρητική Αρχή Αδειών έκρινε το αίτημα των ενδιαφερομένων προσώπων δικαιολογημένο και επιβεβαίωσε την απόφαση της Αρχής Αδειών για τη χορήγηση της σχετικής άδειας οδικής χρήσης.
Οι εφεσείοντες προσέφυγαν στο Δικαστήριο, με αίτημα την ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών. Οι λόγοι, για τους οποίους ζητήθηκε η ακύρωση της απόφασης, όπως εξάγεται από τα νομικά σημεία που εγείρονται στην προσφυγή και τα γεγονότα προς τα οποία συσχετίζονται, εντοπίζονται σε παρεκκλίσεις από τις πρόνοιες των ΄Αρθρων 5(7) και 13(4) του Νόμου. Το πρώτο (΄Αρθρο 5(7)) αποκλείει τη χρησιμοποίηση του ιδίου οχήματος για περισσότερες της μιας χρήσεις χωρίς την άδεια της Αρχής Αδειών, ενώ το δεύτερο (΄Αρθρο 13(4)) συναρτά τη χορήγηση άδειας μεταφοράς επιβατών επί συμβάσει με την ανάγκη για την παροχή της μεταφορικής υπηρεσίας. Αντίθετα προς τις θέσεις των εφεσειόντων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ΄Αρθρο 5(7) παρέχει εξουσία για τη χρησιμοποίηση του ιδίου αυτοκινήτου για περισσότερες της μιας μεταφορικές χρήσεις, με την έγκριση της Αρχής Αδειών. Ως προς την αναγκαιότητα της υπηρεσίας, το Δικαστήριο έκρινε, υπό το φως των γεγονότων που τέθηκαν υπόψη του αρμοδίου οργάνου, και, όλως ιδιαίτερα, του γεγονότος ότι δεν υπάρχει άλλο πρόσφορο μέσο μεταφοράς των φοιτητών από το ένα τμήμα του πανεπιστημίου στο άλλο, ότι η Αναθεωρητική Αρχή Αδειών εύλογα μπορούσε να αχθεί στην απόφαση που πήρε, την οποία και επικύρωσε. Απέρριψε ισχυρισμούς των εφεσειόντων - ότι η απόφαση ήταν αναιτιολόγητη, ή ότι λήφθηκε έξω από το νενομισμένο πλαίσιο. Διαπίστωσε, συγχρόνως, ότι η κατακύρωση της προσφοράς στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα πληρούσε τον όρο που θέτει το ΄Αρθρο 13(2) για την ύπαρξη σύμβασης για την παροχή της μεταφοράς, της οποίας επεζητείτο η έγκριση.
΄Οπως καταφαίνεται από τα γεγονότα, που τέθηκαν ενώπιον των εφεσιβλήτων, τα δρομολόγια των εφεσειόντων, αδειούχων μεταφορέων επιβατών επί κομίστρω στην αστική περιφέρεια Λευκωσίας, δεν παρείχαν τη δυνατότητα μεταφοράς των φοιτητών από το ένα τμήμα του Πανεπιστημίου στο άλλο.
Με την έφεση προσβάλλεται:-
(α) Το εύρημα ότι η διοικητική απόφαση είναι αρκούντως αιτιολογημένη και η διαπίστωση ότι η Αναθεωρητική Αρχή Αδειών άσκησε τις εξουσίες μέσα στο σωστό νομικό πλαίσιο.
Επικαλούμενοι τις αρχές που υιοθετούνται στις υποθέσεις Tsouloftas v. Republic (1983) 3 C.L.R. 426. Alona Co-Operative Society v. Republic (1986) 3 C.L.R. 222. και Aristides and Others v. Republic (1987) 3 C.L.R. 88, υποστήριξαν ότι η Αναθεωρητική Αρχή Αδειών εξέτασε το τεθέν με την ιεραρχική προσφυγή θέμα, όχι πρωτογενώς αλλά ως Δευτεροβάθμια Αναθεωρητική Αρχή δίκην εφετείου, κατ' αντίθεση προς τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας, που ορίζουν ότι ο ρόλος της παραμένει πρωτογενώς εξεταστικός.
(β) Το εύρημα ότι η Αναθεωρητική Αρχή Αδειών προέβη στη δέουσα έρευνα.
(γ) Το εύρημα ως προς την αναγκαιότητα της υπηρεσίας. και
(δ) Τη διαπίστωση ότι υπήρχε η απαιτούμενη από το εδάφιο (2) του ΄Αρθρου 13 σύμβαση.
Το ΄Αρθρο 13(2) προβλέπει:-
«(2) Προς χορήγησιν τοιαύτης αδείας η αρχή αδειών δέον όπως ικανοποιηθή ότι υφίσταται σύμβασις διά την τοιαύτην μεταφοράν.»
Οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν την πρωτόδικη απόφαση σ' όλα της τα σημεία. Υπέβαλαν ότι η απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο των εξουσιών των εφεσιβλήτων και σύμφωνα με τους κονόνες της χρηστής διοίκησης.
Το πρώτο, που θα εξετάσουμε, είναι αν η Αναθεωρητική Αρχή Αδειών λειτούργησε κάτω από νομική πλάνη ως προς τη φύση της εξουσίας της. Το γεγονός ότι η απόφασή της συμπίπτει με εκείνη της Αρχής Αδειών και την βεβαιώνει, δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε σφάλμα, όπως άλλωστε αναγνωρίζει η νομολογία, στην οποία γίνεται αναφορά στην ίδια την έφεση - (βλ. Tsouloftas v. Republic, (ανωτέρω), η πρώτη απόφαση που εκδόθηκε επί του προκειμένου, η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων).
Στη Γεωργίου ν. Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών, Υπόθεση Αρ. 652/90, 7/5/91, υπογραμμίστηκε το εύρος του πεδίου λειτουργίας της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών, όπως υποδηλώνεται από το ΄Αρθρο 4Α του Νόμου - (βλ. ΄Αρθρο 4Α, Τροποποιητικός Νόμος Ν. 84/84). Παρέχεται στην Αναθεωρητική Αρχή Αδειών, μετά το πέρας της έρευνάς της, εξουσία να επικυρώσει απόφαση της Αρχής Αδειών, να την τροποποιήσει, να την αντικαταστήσει ή να παραπέμψει την υπόθεση στην Αρχή Αδειών, για να προβεί σε ορισμένη ενέργεια. (Το ΄Αρθρο 4Α αντικαταστάθηκε από το ΄Αρθρο 4(1) του Ν. 16(Ι)/96, το οποίο επέφερε τροποποιήσεις σ' αυτό οριακής σημασίας.)
Η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών αποτελεί απόρροια των δικών της εκτιμήσεων για το παραδεκτό του αιτήματος των ενδιαφερομένων προσώπων, η οποία εκδηλώθηκε με τον τρόπο που προκρίνει ο Νόμος. Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε σφάλμα.
Στην αγόρευση των εφεσειόντων δόθηκε έμφαση στο ΄Αρθρο 13(2) του Νόμου και στην απουσία, κατά την εισήγησή τους, της σύμβασης που προβλέπει. Υπέβαλαν ότι η έγκριση της προσφοράς των ενδιαφερομένων προσώπων από το Πανεπιστήμιο δε στοιχειοθετεί εκτελεστή σύμβαση.
Η απουσία της απαιτούμενης σύμβασης δεν τίθεται ως λόγος ακύρωσης. Απουσιάζει από τα γεγονότα, τα οποία οι εφεσείοντες επικαλέστηκαν στην προσφυγή τους, οποιαδήποτε αναφορά στην απουσία της σύμβασης. Μόνο στοιχειοθετημένοι λόγοι ακύρωσης μπορεί να παράσχουν έρεισμα στο αίτημα για την ακύρωση της διοικητικής απόφασης που προσβάλλεται - (βλ. Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου, Υπόθεση Αρ. 1061/94, 30/6/95. Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 380/94, 31/8/95. Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 212/95 και 259/95, 31/1/97. Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1883, 14/7/97).
Για πρώτη φορά οι εφεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι ελλείπει «εκτελεστή σύμβαση» στην αγόρευσή τους ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, γεγονός που αφήνει αμετάβλητους τους λόγους ακύρωσης. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους - (βλ. Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου. Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ. ν. Δημοκρατίας. Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω)).
Υπάρχει ανυπέρβλητο πρόβλημα στην προβολή του αιτήματος των εφεσειόντων για την αναθεώρηση της επίδικης διοικητικής απόφασης, το οποίο δεν μπορεί να παραγνωρίσουμε. ΄Εγκειται στην απουσία του νενομισμένου συμφέροντος για την προσβολή της επίδικης διοικητικής απόφασης.
Προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής αποτελεί ο δυσμενής επηρεασμός συμφέροντος. Πρόκειται για δικαιοδοτικό όρο, τον οποίο θέτει το ΄Αρθρο 146.2 του Συντάγματος για την επίκληση, ανάληψη και άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το ΄Αρθρο 146.1 του Συντάγματος. Η επιτυχία της προσφυγής δε θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε συμφέρον των εφεσειόντων. Δε θα καρπωθούν οι εφεσείοντες ίδιο όφελος. Η εξασφάλιση της σύμβασης μεταφοράς των φοιτητών απορρίφθηκε. Και δε θα αναβιώσει με την ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών. Γίνεται αντιληπτό ότι οι εφεσείοντες προσέβαλαν και εκείνη την απόφαση. Εκεί το συμφέρον τους δε θα μπορούσε να αμφισβητηθεί.
Το υλικό, όπως στην προκείμενη περίπτωση, συμφέρον του προσφεύγοντος πρέπει να εξικνείται σε ίδιο οικονομικό όφελος, ώστε να νομιμοποιείται να προσφύγει*. Το συμφέρον των εφεσειόντων εξαντλήθηκε με την απόρριψη της προσφοράς τους για τη μεταφορά των φοιτητών.
Διαπίστωσή μας είναι ότι οι εφεσείοντες στερούνται εννόμου συμέροντος να προσβάλουν την πράξη, θέμα το οποίο άπτεται της δημόσιας τάξης και το οποίο αυτεπάγγελτα διαπίστωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, δοθέντος ότι η δικαιοδοσία του, βάσει του ΄Αρθρου 146 του Συντάγματος, δεν μπορεί να ασκείται στο κενό αλλά μόνο μέσα στα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα.
Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα.
Π.
Δ.
Δ.
Δ.
Δ.
/ΜΠ