|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2000) 3 ΑΑΔ 43
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 2395
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΡΤΕΜΙΔΗ, ΑΡΤΕΜΗ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗ, ΚΡΑΜΒΗ, Δ.Δ.
A. & A. CONSTANTINOU BROS LTD,
Εφεσείουσα
- και -
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
1. Υπουργού Οικονομικών,
2. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων,
Εφεσιβλήτων
-----------------------------
3 Φεβρουαρίου 2000
Για την εφεσείουσα: Α.Σ. Αγγελίδης.
Για τους εφεσιβλήτους: Στ. Χούρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.
-----------------------------
Αυτή είναι η απόφαση των Αρτέμη, Δ. και Νικολάου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ.: Με γραπτή σύμβαση ημερ. 31 Αυγούστου 1990 η εφεσείουσα πώλησε το ξενοδοχείο της, το "Imperial", στην Πάφο για συνολικό ποσό £7.510.000. Καθώς αναφερόταν στο συμβόλαιο, ποσό £6.200.000 αντιπροσώπευε την αξία της γης και των κτιρίων σε αυτήν, ενώ ποσό £1.310.000 αντιπροσώπευε την αξία σκευών και επίπλων. Κατ΄ ακολουθίαν, στις 17 Σεπτεμβρίου 1990, η εφεσείουσα υπέβαλε προς το Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, Δήλωση Διάθεσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας. Δηλωνόταν τίμημα πώλησης £6.200.000, κόστος κτήσης £5.938.108, ενώ ποσό ύψους £205.875 διεκδικείτο για πληθωρισμό. Με βάση τη Δήλωση ο φόρος κεφαλαιουχικών κερδών ανερχόταν σε £11.203.
Ο Διευθυντής προέβη, κατά την ίδια ημερομηνία της Δήλωσης, σε βεβαίωση φόρου ύψους £11.203, όπως η υποβληθείσα Δήλωση. Και εξέδωσε Ειδοποίηση Φορολογίας με Κώδικα 1, που σήμαινε αρχική φορολογία με βάση τη Δήλωση αλλά με δυνατότητα αναθεώρησης κατόπιν δικής του εκτίμησης.
Επρόκειτο για νομικό σφάλμα. Είναι προφανές ότι ο Διευθυντής παραγνώρισε την τροποποίηση που είχε επέλθει στον περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο του 1980 (Ν. 52/80) με το Ν. 135/90 στις 13 Ιουλίου 1990. Προβλεπόταν αρχικά στο Νόμο, με τα άρθρα 12 και 13 ότι:
"12. - (1) Ο διαθέτης ιδιοκτησίας οφείλει δι΄ εκάστην διάθεσιν ιδιοκτησίας να δίδη εις τον Διευθυντήν, εντός ενός μηνός από της τοιαύτης διαθέσεως, δήλωσιν περί ταύτης και τοιαύτα έτερα στοιχεία οία δυνατόν να απαιτηθώσι διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
(2) Η δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου απαιτουμένη δήλωσις δέον να είναι εν τύπω εγκεκριμένω υπό του Διευθυντού.
13. Ο Διευθυντής δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, είτε η δήλωσις διαθέσεως ιδιοκτησίας επεδόθη είτε όχι, να προβή εις βεβαίωσιν του φόρου του πληρωτέου αναφορικώς προς την διάθεσιν ιδιοκτησίας και θα αποστέλλη εις τον διαθέτην της ιδιοκτησίας ειδοποίησιν περί της τοιαύτης βεβαιώσεως."
Με το Ν. 135/90 το άρθρο 12(1) τροποποιήθηκε ώστε η δήλωση να υποβάλλεται εν πάση περιπτώσει πριν από τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας και να καταβάλλεται το υπολογιζόμενο από το διαθέτη ποσό του φόρου. Διαμορφώθηκε δηλαδή το άρθρο 12(1) ως εξής:
"12. - (1) Ο διαθέτης ιδιοκτησίας οφείλει δι΄ εκάστην διάθεσιν ιδιοκτησίας να δίδη εις τον Διευθυντήν, εντός ενός μηνός από της τοιαύτης διαθέσεως αλλά εν πάση περιπτώσει προ της μεταβιβάσεως της ιδιοκτησίας, δήλωσιν περί ταύτης και τοιαύτα έτερα στοιχεία οία δυνατόν να απαιτηθώσι διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και να καταβάλλει το υπ΄ αυτού υπολογιζόμενο ποσό φόρου."
Ας σημειωθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε παράλειψη πληρωμής του φόρου εντός του ταχθέντος χρόνου. Επιπλέον τροποποιήθηκε και το άρθρο 13 του βασικού Νόμου ώστε ο Διευθυντής να προβαίνει σε βεβαίωση, βάσει αυτού, μόνο σε περίπτωση όπου δεν είχε υποβληθεί Δήλωση. Που σήμαινε ότι με τη συμμόρφωση με την πρόνοια για την υποβολή Δήλωσης επερχόταν αυτοφορολογία. Προβλεπόταν πλέον στο άρθρο 13 ότι:
"13. Ο Διευθυντής δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, αν η δήλωσις διαθέσεως δεν επεδόθη, να προβή εις βεβαίωσιν του φόρου του πληρωτέου αναφορικώς προς την διάθεσιν ιδιοκτησίας και θα αποστέλλη εις τον διαθέτην της ιδιοκτησίας ειδοποίησιν περί της τοιαύτης βεβαιώσεως."
Εφόσον λοιπόν υπήρξε στην προκείμενη περίπτωση συμμόρφωση με το άρθρο 12, ο Διευθυντής δεν είχε εξουσία να προβεί σε βεβαίωση βάσει του άρθρου 13, όπως έπραξε. Το εν λόγω νομικό σφάλμα του Διευθυντή δεν είχε σε εκείνο το στάδιο επιπτώσεις. Προστέθηκαν ωστόσο και άλλα που είχαν.
Το ότι ο Διευθυντής δεν είχε εξουσία να προβεί σε βεβαίωση βάσει του άρθρου 13 ενόψει αυτοφορολογίας, δεν σήμαινε ότι δεν είχε δυνατότητα να αμφισβητήσει την αυτοφορολογία και να προβεί σε βεβαίωση βάσει του άρθρου 14. Το οποίο επίσης, πρέπει να σημειωθεί, είχε υποστεί τροποποίηση. Προηγουμένως, το άρθρο 14 παρείχε στο Διευθυντή εξουσία να προβαίνει σε συμπληρωματική βεβαίωση εντός έξι ετών από την αρχική βεβαίωση οσάκις έκρινε ότι ο φόρος όπως είχε εκτιμηθεί ήταν μικρότερος από ό,τι έπρεπε, ενώ σε περιπτώσεις δόλου ή εσκεμμένης φοροδιαφυγής δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός. Διαλαμβανόταν ότι:
"14. Οσάκις ο Διεθυντής κρίνη ότι το ποσόν το οποίον πρόσωπόν τι υποχρεούται να καταβάλη ως φόρον έχει εκτιμηθή ως έλασσον του δέοντος, ούτος δύναται, καθ΄ οιονδήποτε χρόνον εντός έξ ετών από της ημερομηνίας της αρχικής βεβαιώσεως, να προβή εις συμπληρωματικήν βεβαίωσιν του ποσού το οποίον το τοιούτο πρόσωπον, κατά την γνώμην του, οφείλει να καταβάλη:
Νοείται ότι εις περιπτώσεις καθ΄ ας η χαμηλή φορολογία οφείλεται εις δόλον ή εσκεμμένην φοροδιαφυγήν, η τοιαύτη συμπληρωματική βεβαίωσις δύναται να γίνη καθ΄ οιονδήποτε χρόνον."
Με την τροποποίηση του βασικού Νόμου, τα έξι χρόνια έγιναν τρεις μήνες· και η αναφορά σε "αρχική βεβαίωση" έγινε αναφορά σε "αυτοφορολογία και καταβολή του φόρου". Προβλέπεται στο άρθρο 10 του τροποποιητικού νόμου (Ν. 135/90) ότι:
"10. Το άρθρο 14 του βασικού νόμου τροποποιείται με την αντικατάσταση των λέξεων "έξ ετών" (3η γραμμή) και "αρχικής βεβαιώσεως" (τέταρτη γραμμή) με τις λέξεις "τριών μηνών" και "αυτοφορολογίας και καταβολής του φόρου", αντίστοιχα."
Παραθέτουμε λοιπόν το άρθρο 14 όπως διαμορφώθηκε:
"14. Οσάκις ο Διευθυντής κρίνη ότι το ποσόν το οποίον πρόσωπόν τι υποχρεούται να καταβάλη ως φόρον έχει εκτιμηθή ως έλασσον του δέοντος, ούτος δύναται, καθ΄ οιονδήποτε χρόνον εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας της αυτοφορολογίας και καταβολής του φόρου, να προβή εις συμπληρωματικήν βεβαίωσιν του ποσού το οποίον το τοιούτο πρόσωπον, κατά την γνώμην του, οφείλει να καταβάλη:
Νοείται ότι εις περιπτώσεις καθ΄ ας η χαμηλή φορολογία οφείλεται εις δόλον ή εσκεμμένην φοροδιαφυγήν, η τοιαύτη συμπληρωματική βεβαίωσις δύναται να γίνη καθ΄ οιονδήποτε χρόνον."
Αυτή είναι η διάταξη που ο νομοθέτης επέλεξε να δώσει. Παρατηρούμε κατ΄ αρχάς ότι η περιγραφή της βεβαίωσης που διενεργείται βάσει αυτής της διάταξης, ως συμπληρωματικής, είναι αντινομική προς την αυτοφορολογία. Λογικά δεν μπορεί να υπάρξει συμπληρωματική βεβαίωση αν δεν υπήρξε άλλη προηγουμένως. Δεν χωρεί ωστόσο αμφιβολία, ενόψει της στοχευμένης αντικατάστασης της φράσης "αρχικής βεβαιώσεως" με τη φράση "αυτοφορολογίας και καταβολής του φόρου" ότι η διάταξη απέβλεπε πια στην έλευση βεβαίωσης κατόπιν της εν λόγω δεύτερης περίπτωσης, ήτοι της αυτοφορολογίας. Η μη κάλυψη και της περίπτωσης όπου έγινε από το Διευθυντή αρχική βεβαίωση φόρου κατόπιν παράλειψης υποβολής Δήλωσης και μεταγενέστερα προέκυψε ότι θα έπρεπε ο φόρος να ήταν ψηλότερος, δεν παρίσταται εδώ ανάγκη να μας απασχολήσει.
Πρέπει όμως να αναφερθούμε και στο άρθρο 15 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου το οποίο παραπέμπει στις διατάξεις των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων "που αφορούν ενστάσεις και προσφυγές". Υπήρξε και σε αυτό τον τομέα τροποποίηση του βασικού Νόμου. Ενώ αρχικά ο περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμος περιείχε δικές του λεπτομερείς πρόνοιες (στα πρώην άρθρα 15 έως 19), οι οποίες συνέθεταν αυτοτελή μηχανισμό για την υποβολή ενστάσεων και για τα επακόλουθα τους, με απόληξη την προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, με την τροποποίηση εκείνες οι πρόνοιες απαλήφθηκαν και υιοθετήθηκε στη θέση τους, με το νέο άρθρο 15, ο αντίστοιχος μηχανισμός του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1978 (Ν. 4/78 όπως τροποποιήθηκε). Παραθέτουμε το νέο άρθρο 15:
"15. Οι διατάξεις των εκάστοτε σε ισχύ περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων που αφορούν ενστάσεις και προσφυγές εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών:
Νοείται ότι ο Διευθυντής αποφασίζει πάνω στις ενστάσεις που του υποβάλλονται εντός δύο ετών από την ημερομηνία της υποβολής τους."
Οι σχετικές διατάξεις του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου βρίσκονται στα άρθρα 20 και 21, με τους πλαγιότιτλους "Ενστάσεις κατά της φορολογίας" και "Προσφυγή κατά της φορολογίας" αντίστοιχα, όπως ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο γιατί, ας σημειωθεί, έκτοτε επήλθε τροποποίηση με το Ν.80(Ι)/99.
Ας σημειωθεί εξ άλλου πως προβλέπεται γενικότερα στο άρθρο 3(1) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου ότι:
"3(1) Εξαιρέσει των περιπτώσεων δι΄ άς γίνεται διάφορος πρόνοια εν τινι ετέρω νόμω, το ποσόν παντός φόρου επιβληθέντος προ ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος Νόμου καθορίζεται και εισπράττεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου."
Ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας περίπτωσης το ότι δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή το άρθρο 23 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου,το οποίο αφορά στη διόρθωση παράλειψης επιβολής φόρου ή επιβολής φόρου ελάσσονος του κανονικού, αφού σε σχέση με αυτό το ζήτημα γίνεται ρητή πρόνοια στο άρθρο 14 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου.
Η θέση της Δημοκρατίας ότι υπερίσχυε "η ειδική διάταξη του άρθρου 3(1) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου έναντι του άρθρου 14 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου", θέση για την οποία δόθηκε ως μόνη εξήγηση ότι η περίπτωση δεν αφορούσε αυτοφορολογία ενώ, καθώς εξηγήσαμε, προδήλως αφορούσε αυτοφορολογία, είναι κι αυτή προδήλως εσφαλμένη τόσο στη βάση της δοθείσας εξήγησης όσο και ενόψει του ότι στον περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο υπάρχει, όπως επεσημάναμε, ειδική ρητή πρόνοια.
Προχωρούμε τώρα στις εξελίξεις. Στις 7 Δεκεμβρίου 1990, εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 14 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, ο Διευθυντής προέβη σε νέα αναθεωρημένη βεβαίωση με Κώδικα 7, που σήμαινε αναθεωρημένη (πρόσθετη) φορολογία με βάση την κρίση του Διευθυντή. Αυτή η εξέλιξη φαίνεται να οφειλόταν στην από μέρους του αντίκρυση ενός εγγράφου το οποίο του απέστειλαν οι ελεγκτές της εφεσείουσας στις 7 Νοεμβρίου 1990 και στο οποίο εκτίθετο η αξία της γης κατά τον Απρίλιο του 1988, ύψους £447.743· η δαπάνη ανέγερσης των κτιριακών εγκαταστάσεων κατά μήνα από το Νοέμβριο του 1988 μέχρι τον Αύγουστο του 1990 η οποία ανερχόταν σε £4.639.798· οι κατά μήνα τόκοι από τον Οκτώβριο του 1988 μέχρι τον Αύγουστο του 1990, συνολικού ύψους £850.567 - να υπενθυμίσουμε ότι τον Αύγουστο του 1990 έγινε και η πώληση του ξενοδοχείου - και, τέλος, πάλι κατά μήνα, η διεκδικούμενη προσαρμογή λόγω πληθωρισμού, με πρόσθεση στην αξία της γης και δαπάνης για τα κτίρια, συνολικού ποσού ύψους £205.875. Με την αναθεωρημένη φορολογία ο Διευθυντής αποδεχόταν την ήδη δηλωθείσα αξία της γης όπως το ίδιο αποδεχόταν και το δηλωθέν ύψος της δαπάνης· αλλά επέτρεψε αναπροσαρμογή ύψους μόνο £37.108.
Η σχετική ειδοποίηση, ημερ. 7 Δεκεμβρίου 1990, για την επιβολή αναθεωρημένης φορολογίας - συμπληρωματικής φορολογίας αν ακολουθήσει κανείς το λεκτικό του άρθρου 14 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου - στάληκε στην εφεσείουσα με τις ακόλουθες δύο επιστολές της ίδιας ημερομηνίας:
Η μια επιστολή:
"Κύριοι,
Αναφέρομαι στην διάθεση του ξενοδοχείου σας με την ονομασία "Imperial" και σας αποστέλλω φορολογία Κεφ. Κερδών με αναφορά 900001.
2. Όπως θα προσέξατε δε σας έχουν παραχωρηθεί οι τόκοι και άλλα δικαιώματα τραπεζών που έχετε επιβαρυνθεί σύμφωνα με την κατάσταση που αποστείλατε, εφόσον αυτά διεκδικήθησαν για σκοπούς Φόρου Εισοδήματος.
Επίσης δεν σας έχει παραχωρηθεί ο πληθωρισμός αφού η αποπεράτωση του ξενοδοχείου έγινε τον ίδιο μήνα που έγινε και η πώληση του.
3. Η φορολογία που σας αποστέλλεται δεν θεωρείται τελική ούτε δεσμεύει το Γραφείο σε περίπτωση που κατά την εξέταση της υπόθεσης σας αποφασισθεί ότι η διάθεση υπόκειται στον Περί Φόρου Εισοδήματος Νόμο. Σε τέτοια περίπτωση οιονδήποτε ποσό Φόρου Κεφ. Κερδών που θα πληρωθεί θα μεταφερθεί ως πίστωση στον Φόρο Εισοδήματος."
Η άλλη επιστολή:
"Κύριοι,
Αναφέρομαι στην συμφωνία πώλησης του ξενοδοχείου σας με την ονομασία "Imperial" και παρακαλώ όπως υποβάλετε σε 30 μέρες από σήμερα τα πιο κάτω επιπρόσθετα στοιχεία τα οποία θεωρώ απαραίτητα για τη διευθέτηση των φορολογικών σας υποχρεώσεων:
α) Συμφωνία μίσθωσης του ξενοδοχείου που έχει γίνει στις 31.8.90 όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3(β) της πώλησης του ξενοδοχείου.
β) Συμφωνίες με ημερομηνίες 6.4.87 και 28.7.89 και 2.9.89 βάσει των οποίων η εταιρεία σας όφειλε στην Ι. Αρχιεπισκοπή το ποσό του £1,340,664 όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3(α) του εγγράφου της πώλησης."
Είναι προφανές ότι όταν στις 7 Δεκεμβρίου 1990 ο Διευθυντής προέβη στην αναθεωρημένη φορολογία, δεν είχε διερευνήσει πλήρως την περίπτωση και δεν κατείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία. Προχώρησε ωστόσο γιατί πλησίαζε να λήξει η προθεσμία των τριών μηνών που του παρείχε το άρθρο 14 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου. Αναφορικά με αυτό, ενώ η Δημοκρατία αφενός επιχείρησε να υποστηρίξει ότι δεν ίσχυε εκείνη η διάταξη αλλά το άρθρο 23 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου - όπως ήδη αναφέραμε - αφετέρου παρέσχε, πρωτόδικα, και την εξήγηση ότι ο νομοθετικά προβλεπόμενος χρόνος δεν αρκούσε. Μεταφέρουμε αυτούσια τη δήλωση της τότε συνηγόρου της Δημοκρατίας:
"Τα άλλα σημεία όπως η αξία της γης που ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο των αιτητών κατά τον χρόνο της ανταλλαγής της στις 3.9.1988 καθώς και το κόστος του ξενοδοχείου ήταν αδύνατο μέσα στο πιο πάνω περιορισμένο χρονικό διάστημα να εξεταστούν."
Υπενθυμίζουμε ότι η προθεσμία ήταν αρχικά έξι χρόνια που επαρκούσε αλλά ότι ο Νομοθέτης, με την τροποποίηση του 1990, την περιόρισε σε μόνο τρεις μήνες που, σύμφωνα με τη συνήγορο της Δημοκρατίας, δεν αρκούσαν το Διευθυντή. Το τί θα έπρεπε να είχε γίνει δεν χρειάζεται να το συζητήσουμε. Δεν μπορεί πάντως να υπάρξει παρά μόνο μια απάντηση: αφού ο Νομοθέτης δεν παρείχε πλέον έξι χρόνια αλλά μόνο τρεις μήνες, ο Διευθυντής όφειλε να είχε ενεργήσει εντός αυτής της προθεσμίας με σπουδή για συμπλήρωση του έργου του. Προς χάριν του δημοσίου. Και όχι να προβεί σε βεβαίωση χωρίς να έχει συγκεντρώσει τα αναγκαία στοιχεία, είτε παλαιά είτε νέα· πάντως είτε το ένα ή το άλλο δεν έχει σημασία σε ό,τι εδώ συζητούμε. Εν προκειμένω ο Διευθυντής ενήργησε με επίγνωση ότι η αναθεωρημένη βεβαίωση ενδεχομένως να μην είχε επαρκές πραγματικό έρεισμα. Δεν επρόκειτο για περίπτωση στην οποία ο Διευθυντής προέβαινε σε βεβαίωση με βάση τα ήδη υπάρχοντα πραγματικά στοιχεία αλλά με διαφορετική νομική θεώρηση τους. Που θα ήταν καθόλα επιτρεπτό, όπως άλλωστε υποδεικνύεται στη νομολογία, Κυπριακή και Αγγλική. Δεν παρίσταται όμως ανάγκη να επεκταθούμε σε αυτό γιατί δεν έχει σχέση με τις ανάγκες της παρούσας περίπτωσης.
Οι δύο επιστολές του Διευθυντή, ημερ. 7 Δεκεμβρίου 1990, δείχνουν αφενός ότι δεν κατείχε τα αναγκαία στοιχεία και τα ζητούσε και αφετέρου ότι δεν θα άφηνε το θέμα εκεί. Καθώς ανέφερε, δεν θεωρούσε τελική την αναθεωρημένη φορολογία και θα επανερχόταν. Όμως πάνω σε ποιά νομική βάση; Ασφαλώς όχι στη βάση του άρθρου 14 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου το οποίο και ο ίδιος θεωρούσε ότι κάλυπτε την περίπτωση αφού έσπευσε να προβεί σε αναθεωρημένη βεβαίωση. Και βέβαια, εφόσον εν προκειμένω ίσχυε η εν λόγω διάταξη δεν θα μπορούσε να είχε εφαρμογή το άρθρο 23 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου. Εξ άλλου, ο Διευθυντής ποτέ δεν προέβαλε ότι υπήρξε δόλος ή εσκεμμένη φοροδιαφυγή από μέρους της εφεσείσουσας, ώστε να επεκταθεί το περιορισμένο χρονικό όριο.
Ωστόσο, στο τέλος ο Έφορος έλαβε ως αφορμή την ένσταση της εφεσείουσας σε ορισμένα εξειδικευθέντα σημεία για να επανέλθει, με την άνεση του χρόνου που θεώρησε ότι πλέον του παρεχόταν, σε άλλα αυτοτελή σημεία τα οποία δεν είχε αμφισβητήσει μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των τριών μηνών.
Η εφεσείουσα υπέβαλε την ένσταση της μέσω των ελεγκτών της στις 17 Δεκεμβρίου 1990. Εξειδικεύονταν τέσσερα σημεία. Επισημαίνετο ότι ο Διευθυντής είχε παραγνωρίσει ότι όπου υποβάλλεται Δήλωση βάσει του άρθρου 12 του Νόμου, αυτός, εφόσον την αποδέχεται, δεν προβαίνει σε βεβαίωση όπως είχε πράξει στις 17 Σεπτεμβρίου 1990. Επίσης επισημαίνετο ότι η εξουσία του Διευθυντή να προβαίνει σε βεβαίωση βάσει του άρθρου 14 του Νόμου δεν έπρεπε να είχε ασκηθεί, όπως ασκήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1990, χωρίς αυτός να κατέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία.
Πέραν αυτών των δύο σημείων που αφορούσαν το νομικό καθεστώς, διατυπώνονταν και δύο επί της ουσίας. Το ένα ήταν ότι η απόφαση του Διευθυντή σχετικά με την αναπροσαρμογή λόγω πληθωρισμού εσφαλμένα δεν λάμβανε υπόψη ότι η δαπάνη για την ανέγερση προέκυψε σταδιακά κατά την περίοδο μεταξύ της έναρξης της ανέγερσης και της συμπλήρωσης της και όχι στατικά, σε μια δεδομένη στιγμή, όπως υπέθεσε με τον υπολογισμό του ο Διευθυντής. Παρεμβάλλουμε ότι η θέση αυτή της εφεσείουσας υποστηριζόταν από τις πρωτόδικες αποφάσεις στις υποθέσεις Χρίστου ν. Δημοκρατίας, υποθ. αρ. 153/93 κ.α. ημερ. 30 Ιανουαρίου 1995 (Νικήτα, Δ.) και Lavinia Investments Ltd υπόθ. αρ. 169/93 ημερ. 23 Φεβρουαρίου 1996 (Αρτεμίδης, Δ.). Σε σχέση με αυτό το σημείο η εφεσείουσα υποδείκνυε ότι εσφαλμένα ήταν που θεωρήθηκε πως το ξενοδοχείο αποπερατώθηκε τον Αύγουστο του 1990, που πωλήθηκε, ενώ στην πραγματικότητα είχε αποπερατωθεί το Μάρτιο του 1990 και είχε αρχίσει από τότε να λειτουργεί. Σημειώνουμε ότι αυτό έγινε εν τέλει δεκτό από το Διευθυντή. Το άλλο σημείο επί της ουσίας ήταν ότι εσφαλμένα ανέφερε ο Διευθυντής, σε μια από τις δύο επιστολές του της 7ης Δεκεμβρίου 1990, πως οι τόκοι για δάνεια που συνήφθησαν για χρηματοδότηση της ανέγερσης είχαν διεκδικηθεί για σκοπούς φόρου εισοδήματος. Διατυπωνόταν ως προς αυτό το ζήτημα απορία γιατί έτσι να νόμιζε ο Διευθυντής όταν δεν κατείχε κανένα τέτοιο στοιχείο δεδομένου ότι οι λογαριασμοί της εφεσείουσας δεν είχαν ακόμα υποβληθεί. Κι αυτό, σημειώνουμε, δεν αμφισβητήθηκε. Όπως ανέφερε η συνήγορος της Δημοκρατίας "όταν επεβλήθη η φορολογία στις 7.12.90 ούτε οι λογαριασμοί του 1989 ούτε του 1990 ήταν ενώπιον του εφεσιβλήτου". Σχετικά με το σημείο αυτό, υποδεικνύετο στην ένσταση της Δημοκρατίας ότι στην πραγματικότητα οι τόκοι είχαν ήδη κεφαλαιοποιηθεί.
Κατόπιν της ένστασης της εφεσείουσας και αφού παρήλθαν σχεδόν δύο χρόνια, ο Διευθυντής ζήτησε με επιστολή ημερ. 16 Οκτωβρίου 1992 και του δόθηκαν από την εφεσείουσα στοιχεία τα οποία κάλυπταν την περίπτωση σε όλο της το φάσμα. Ο Διευθυντής προέβη τότε σε εξέταση εξ υπαρχής αναφορικά με το κάθε τι και, στις 14 Δεκεμβρίου 1992, προέβη σε βεβαίωση - την τρίτη στη σειρά - με την οποία επέβαλε φορολογία με Κώδ. 4 ο οποίος αφορά σε "τελική φορολογία για διευθέτηση ένστασης χωρίς συμφωνία".
Αυτή τη φορά ανέτρεψε ό,τι είχε αποδεχθεί με τη δεύτερη βεβαίωση του, ημερ. 7 Δεκεμβρίου 1990, για την αξία της γης και το κόστος των κτιρίων. Απασχόλησε τον Έφορο ανάμεσα σε άλλα και το κατά πόσο κάποια μηχανήματα και εγκαταστάσεις αποτελούσαν, αντίθετα από ό,τι θεωρούσε η εφεσείουσα, μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Για την αξία της γης αύξησε το ποσό από £447.743 σε £850.000 - που, ας σημειωθεί, επενεργούσε προς όφελος της εφεσείουσας. Ενώ για το κόστος των κτιρίων μείωσε το ποσό - και αυτό επενεργούσε εναντίον της εφεσείουσας - από £4.639.798 σε £3.973.303. Χωρίς να αφορά η ένσταση στις εν λόγω πτυχές. Το ποσό των £37.108 για αναπροσαρμογή, το οποίο η εφεσείουσα θεώρησε χαμηλό και για το οποίο υπήρξε ένσταση, αυξήθηκε σε £37.280 πρόσθεσε όμως, ενόψει της ένστασης, και ποσό £70.447 για αναπροσαρμογή στην αξία του ακινήτου λόγω πληθωρισμού, όπως και "ποσό £850.567 για τόκους/τραπεζικές επιβαρύνσεις, φόρους". Η σχετική ειδοποίηση, ημερ. 15 Δεκεμβρίου 1992, στάληκε στην εφεσείουσα με συνοδευτική επεξηγηματική επιστολή της ίδιας ημερομηνίας.
Η υποβολή ενστάσεων ρυθμίζεται, όπως ορίζει το άρθρο 15 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, από το άρθρο 20 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου. Παραθέτουμε το μέρος που θεωρούμε πιο άμεσα σχετικό:
"20.(1) Πάν πρόσωπον το οποίον αμφισβητεί την εις αυτό επιβληθείσαν φορολογίαν, δύναται, δι΄ εγγράφου ειδοποιήσεως ενστάσεως, να αποταθή εις τον Διευθυντήν προς επανεξέτασιν και αναθεώρησιν αυτής αλλά οφείλει όπως ταυτοχρόνως αποστείλη εις τον Διευθυντήν δήλωσιν του αντικειμένου του φόρου εάν δεν έχη υποβάλη τοιαύτην, και καταβάλλει τον οφειλόμενον φόρον βάσει ιδικού του υπολογισμού. Η ειδοποίησις αύτη δέον όπως εκθέτη επακριβώς τους λόγους της ενστάσεώς του εις την φορολογίαν ................................
(2) .................................................. ...................................
(3) .................................................. ...................................
(4) .................................................. ...................................
(5) .................................................. ...................................
Νοείται ότι ουδέν των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων λογίζεται ως κωλύον τον Διευθυντήν να καθορίση το ποσόν του αντικειμένου φόρου του ενισταμένου προσώπου εις ποσόν μεγαλύτερον της υπό ένστασιν φορολογίας εάν κατόπιν εξετάσεως της ενστάσεως φανή ότι δικαιολογείται τοιαύτη αύξησις."
Η νομοθετική απαίτηση για εξειδίκευση των λόγων ένστασης έχει βέβαια το σκοπό της. Αποβλέπει στον προσδιορισμό των εξετασθεισομένων ζητημάτων και οριοθετεί το εύρος της εξέτασης. Είναι έπειτα αξιοσημείωτο το ότι, βάσει της εν λόγω διάταξης δεν επέρχεται, ως απόληξη εξέτασης της ένστασης, νέα βεβαίωση φόρου αλλά τροποποίηση της φορολογίας σε περίπτωση συμβιβασμού και, σε άλλες περιπτώσεις καθορισμός του ποσού του αντικειμένου φόρου. Η δυνατότητα για νέα βεβαίωση παρέχεται μόνο όπου ο νόμος συγκεκριμένα παρέχει εξουσία. Αυτό καθρεφτίζεται και στην απόφαση της Ολομέλειας στη VEPRO CO. LTD v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2040 ημερ. 16 Σεπτεμβρίου 1998. Στην περίπτωση του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου η εξουσία εξαντλείται με το άρθρο 14. Ενώ σε περιπτώσεις άλλων φόρων, για τους οποίους δεν γίνεται συγκεκριμένη πρόνοια, ισχύει το άρθρο 23 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου. Στην πρωτόδικη Αντωνιάδη ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 923/95 ημερ. 23 Ιουλίου 1997, στην οποία εξετάστηκε η εμβέλεια του άρθρου 20 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, λέχθηκαν συναφώς τα ακόλουθα:
"Η προσοχή επικεντρώνεται λοιπόν στο άρθρο 20 του Νόμου. Η συνήγορος των καθ΄ ων εισηγήθηκε ότι η φράση "επιβληθείσα φορολογία" σε σχέση με την οποία υποβάλλεται η ένσταση, αναφέρεται στο σύνολο των στοιχείων που τη συνθέτουν και όχι στα επί μέρους. Επομένως, συνεχίζει η εισήγηση, εφόσον η ένσταση στρέφεται κατ΄ ανάγκη προς το σύνολο χωρίς δυνατότητα περιορισμού της σε μόνο ένα μέρος, παρέχεται στον Έφορο η εξουσία να αναθεωρήσει τα πάντα εξ υπαρχής. Δεν συμφωνώ.
Με την πρόνοια στο άρθρο 20 του Νόμου για την υποβολή ένστασης κατά της φορολογίας, παρέχεται στον φορολογούμενο ένα δικαίωμα. Αυτό δεν πρέπει να παραγνωρίζεται στην ερμηνεία της πρόνοιας. Για να μην καταστρατηγείται το δικαίωμα. Ο φορολογούμενος μπορεί να αντιταχθεί στο σύνολο ή σε μέρος της φορολογίας. Η εισήγηση ότι επειδή στο λεκτικό της πρόνοιας η αμφισβήτηση αναφέρεται στην επιβληθείσα φορολογία αυτό πρέπει να σημαίνει αμφισβήτηση του συνόλου ανεξάρτητα από το ότι ο φορολογούμενος αντιτάσσεται σε μόνο μέρος, δεν συνάδει με τον σκοπό της πρόνοιας. Αλλά ούτε και επιβάλλεται μια τέτοια ερμηνεία από το λεκτικό διότι η αναφορά στο γενικό δεν εκτοπίζει και τη δυνατότητα αποκλειστικής ενασχόλησης με το επί μέρους. Εάν με την ένσταση επανανοιγόταν αυτόματα ό,τι είχε ήδη επισφραγιστεί με απόφαση του Εφόρου και αποδοχή της από τον φορολογούμενο, θα εδημιουργείτο το ενδεχόμενο αντικινήτρου στη διεκδίκηση δικαιωμάτων σε ορισμένα επί μέρους στοιχεία. Διότι η άσκηση του δικαιώματος θα ετίθετο υπό επαχθή αίρεση. Εάν βέβαια η ένσταση σε επί μέρους στοιχείο εμπλέκει άμεσα ή έμμεσα - αλλά πάντοτε λειτουργικά - και άλλο στοιχείο, είναι αυτονόητο ότι καθίσταται και εκείνο αναθεωρήσιμο. Διαφορετικά όχι. Το κριτήριο στην κάθε περίπτωση για την έκταση της αναθεώρησης είναι το τι λογικά καλύπτει η ένσταση. Όχι το σύνολο της φορολογίας χωρίς αναφορά προς το περιεχόμενο της ένστασης. Το δικαίωμα του Εφόρου για αναθεώρηση στοιχείων άλλων από εκείνα για τα οποία υποβλήθηκε ένσταση προδιαγράφεται στο άρθρο 23 του Νόμου και σε αυτό είναι που πρέπει να ανατρέξει όπου τίθεται ζήτημα."
Με την αναφορά, προς το τέλος του ανωτέρω αποσπάσματος, στο άρθρο 23 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, επισημαίνεται η δυνατότητα νέας βεβαίωσης φορολογίας και μετά την ένσταση - ή ακόμα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση - όπου έρχονται σε φως στοιχεία που να τη δικαιολογούν εφόσον ο νόμος το προβλέπει: διαφορετική όμως είναι η προθεσμία βάσει της εν λόγω διάταξης και διαφορετική βάσει του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου που είχε εδώ εφαρμογή.
Στην προκείμενη περίπτωση δεν χωρούσε νέα βεβαίωση. Ο Διευθυντής δεν διατηρούσε δικαίωμα να επανέλθει για εξ υπαρχής εξέταση της φορολογίας ώστε να πράξει εκ των υστέρων, με αφορμή την ένσταση, ό,τι δεν είχε το χρόνο να πράξει στην ώρα του. Εξέβη των ορίων του άρθρου 14 του περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, βάσει του οποίου η εξουσία του Διευθυντή να προβαίνει σε βεβαίωση περιοριζόταν σε διάστημα μόνο τριών μηνών. Υπήρξε πλάνη νόμου.
Θα επιτρέπαμε λοιπόν την έφεση με έξοδα, θα παραμερίζαμε την πρωτόδικη απόφαση και θα ακυρώναμε την προσβληθείσα απόφαση του Διευθυντή.
Π. Αρτέμης, Δ.
Γ.Κ. Νικολάου, Δ.
/ΕΘ