|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2000) 3 ΑΑΔ 238
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΦΟΡΑ ΑΡ. 2/99
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΠΙΚΗ, Π., ΝΙΚΗΤΑ, ΑΡΤΕΜΙΔΗ, ΑΡΤΕΜΗ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ,
ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗ, ΚΡΟΝΙΔΗ, ΗΛΙΑΔΗ,
ΚΡΑΜΒΗ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ, Δ/στών
Μεταξύ:
Προέδρου της Δημοκρατίας,
Αιτητή
- και -
Βουλής των Αντιπροσώπων,
Καθ΄ ης η αίτηση
---------------------------
12 Μαΐου 2000
Για τον αιτητή: Ν. Χαραλάμπους, Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, με
Τ. Πολυχρονίδου, Ανώτερη Δικηγόρο της Δημοκρατίας.
Για την καθ΄ ης η αίτηση: Α.Σ. Αγγελίδης.
---------------------------
Αυτή είναι η Γνωμάτευση των Αρτεμίδη,
Νικολαΐδη, Νικολάου και Γαβριηλίδη, Δ/στών.
Γ Ν Ω Μ Α Τ Ε Υ Σ Η
ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ.: Με την παρούσα Αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο, ημερ. 23 Ιουλίου 1999, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ζητεί όπως δοθεί:
"Α. Γνωμάτευση κατά πόσο "ο περί Αξιωματούχων του Κράτους και Άλλων Προσώπων (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμος του 1999" ευρίσκεται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 15, 54, 54(ζ), 61, 80.2, 112.2, 112.4, 115.2, 115.3, 133.12, 153.12, 169 και 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προς την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και προς την Αρχή της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και/ή των Δικαστηρίων και/ή των Δικαστικών Αρχών της Δημοκρατίας.
Β. Ειδικότερα Γνωμάτευση κατά πόσο:
(α) Το άρθρο 11 του επίδικου Νόμου με το οποίο προβλέπεται η δημοσιοποίηση των δυνάμει του άρθρου 5 του εν λόγω Νόμου υποβαλλομένων δηλώσεων των ελεγχομένων βάσει του επιδίκου Νόμου προσώπων και/ή τα άρθρα 11, 5, 6, 2 και 4 του επιδίκου νόμου και/ή οποιαδήποτε ή οποιοδήποτε απ' αυτά ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με το Άρθρο 15 και/ή το Άρθρο 15.1 και/ή το Άρθρο 15.2 του Συντάγματος.
(β) Τα άρθρα 2, 4, 5, 6 και 11 του επιδίκου Νόμου και/ή οποιαδήποτε και/ή οποιοδήποτε απ' αυτά, στην έκταση που αφορούν άτομα που δεν ασκούν κρατικήν ή οιονεί κρατικήν εξουσία, ήτοι ιδιώτες, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με το Άρθρο 15 του Συντάγματος και/ή το Άρθρο 15.1 και/ή το Άρθρο 15.2 του Συντάγματος.
(γ) Τα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15 και/ή 19 του επιδίκου Νόμου και/ή οποιοδήποτε και/ή οποιαδήποτε απ' αυτά, στην έκταση που αφορούν τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τους Προέδρους και Δικαστές των Επαρχιακών Δικαστηρίων, τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Οικογενειακού Δικαστηρίου, τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και τον Πρόεδρο του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με την Αρχή της Διακρίσεως των Εξουσιών και/ή την Αρχή της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και/ή των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας, ως οι εν λόγω Αρχές κατοχυρώνονται και/ή απορρέουν από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας.
(δ) Τα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15 και/ή 19 του επιδίκου Νόμου και/ή οποιοδήποτε και/ή οποιαδήποτε απ' αυτά, στην έκταση που αφορούν τον νυν Πρόεδρο και τα νυν Μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με τα Άρθρα 133.12 και/ή 153.12 του Συντάγματος.
(ε) Τα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15 και/ή 19 του επιδίκου Νόμου και/ή οποιοδήποτε και/ή οποιαδήποτε απ' αυτά, στην έκταση που αφορούν τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με τα Άρθρα 112.2 και 112.4 του Συντάγματος.
(στ) Τα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15 και/ή 19 του επιδίκου Νόμου και/ή οποιοδήποτε και/ή οποιαδήποτε απ' αυτά, στην έκταση που αφορούν τον νυν Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον νυν Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με τα Άρθρα 112.4 και/ή 133.12 και/ή 153.12 του Συντάγματος.
(ζ) Τα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15 και/ή 19 του επιδίκου Νόμου και/ή οποιοδήποτε και/ή οποιαδήποτε απ' αυτά, στην έκταση που αφορούν τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ευρίσκονται κατά το μέτρο και/ή έκταση που τυχόν θα κριθούν αντισυνταγματικά στην Γνωμάτευση για το ερώτημα υπό (γ) ανωτέρω, όσον αφορά τα Μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με το Άρθρο 112.4 του Συντάγματος.
(η) Τα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15 και/ή 19 του επιδίκου Νόμου και/ή οποιοδήποτε και/ή οποιαδήποτε απ' αυτά, στην έκταση που αφορούν τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και τον Βοηθό Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με τα Άρθρα 115.2 και 115.3 του Συντάγματος.
(θ) Η προβλεπομένη από το άρθρο 8(2) του επίδικου Νόμου έγκριση της Βουλής των Αντιπροσώπων και/ή εν γένει το άρθρο 8(2) αυτού εκφεύγει των ορίων της δυνάμει του Άρθρου 61 του Συντάγματος Νομοθετικής Εξουσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων και συγκρούεται με την Αρχή της Διάκρισης της Εξουσιών.
(ι) Η προβλεπομένη από το άρθρο 8(4) του επίδικου Νόμου έγκριση της Βουλής των Αντιπροσώπων και/ή εν γένει το άρθρο 8(4) αυτού εκφεύγει των ορίων της δυνάμει του Άρθρου 61 του Συντάγματος Νομοθετικής Εξουσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων και συγκρούεται με την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και/ή το Άρθρο 54(ζ) του Συντάγματος.
(κ) Η προβλεπομένη από το άρθρο 18 του επίδικου Νόμου έγκριση της Βουλής των Αντιπροσώπων και/ή εν γένει το άρθρο 18 αυτού εκφεύγει των ορίων της δυνάμει του Άρθρου 61 του Συντάγματος Νομοθετικής Εξουσίας της Βουλής των Αντιπροσώπων και συγκρούεται με την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και/ή το Άρθρο 54(ζ) του Συντάγματος.
(λ) Ο επίδικος Νόμος και/ή το άρθρο 8(4) αυτού αυξάνει τις προβλεπόμενες στον τρέχοντα και μελλοντικούς προϋπολογισμούς δαπάνες και ως εκ τούτου, εφόσον προήλθε από πρόταση ή προήλθε ουσιαστικά από πρόταση βουλευτών, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος.
(μ) Ο επίδικος Νόμος και/ή το άρθρο 8(4) αυτού απαιτούν αυξημένες δαπάνες σε σχέση με τις δαπάνες, που θα απαιτούντο αν το αρχικό Κυβερνητικό Νομοσχέδιο του 1993 ψηφίζετο σε νόμο άνευ ή μετά μη ουσιωδών τροποποιήσεων και ως εκ τούτου ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνα με το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος.
(ν) Κατά το μέτρον, που ο επίδικος νόμος και/ή διατάξεις του ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνες με τα Άρθρα 15 και/ή 15.1 και/ή 15.2 του Συντάγματος, ευρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνες με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ν. 39/62) και κατ' επέκταση με το Άρθρο 169 του Συντάγματος."
Ο Νόμος ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 10 Ιουνίου 1999. Καταρτίστηκε από αυτήν υπό μορφή "σχεδίου νόμου", όπως το ονόμασε, σε αντικατάσταση νομοσχεδίου επί του αυτού θέματος, του ευρέως γνωστού ως "πόθεν έσχες". Βέβαια στο Σύνταγμα γίνεται πρόνοια για προτάσεις νόμου και νομοσχέδια. Και ορίζεται στο Άρθρο 80.1 ότι: "Το δικαίωμα της υποβολής προτάσεων νόμων ανήκει εις τους βουλευτάς και νομοσχεδίων εις τους υπουργούς." Το νομοσχέδιο, που ετιτλοφορείτο ως "ο περί της Προστασίας της Τιμής, του Ελέγχου και του Κολασμού Αξιωματούχων του Κράτους και Πολιτικών Προσώπων, Νόμος του 1993" είχε κατατεθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ως αποτέλεσμα μακράς προϊστορίας στο θέμα. Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών δεν το θεώρησε ικανοποιητικό. Ανέφερε γενικά, προτού προχωρήσει σε εξειδικεύσεις, ότι:
".... αυτό πάσχει σοβαρά από νομοτεχνικής πλευράς, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει μεγάλα κενά και άλλες σημαντικές ουσιαστικές αδυναμίες που χρήζουν περαιτέρω επεξεργασίας και ενδελεχούς μελέτης."
Εξήγησε εν τέλει γιατί πλέον θα αναλάμβανε την πρωτοβουλία:
"Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και επισημάνσεών της η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την αναγκαιότητα θέσπισης μιας αποτελεσματικής νομοθεσίας για το "πόθεν έσχες" των αξιωματούχων του κράτους και άλλων προσώπων που κατέχουν δημόσια αξιώματα, έτσι που να ικανοποιηθεί απόλυτα η λαϊκή επιταγή για κατάθεση και έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω προσώπων, αποφάσισε ότι η ψήφιση του κυβερνητικού νομοσχεδίου σε νόμο δεν εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό και ότι σε τέτοια περίπτωση ο νόμος που θα προκύψει λόγω των αδυναμιών που παρουσιάζει θα αποτελέσει γράμμα κενό, θα καταστεί τελικά ανενεργός και χωρίς κανένα ουσιαστικό εκτόπισμα.
Με βάση την ομόφωνη αυτή διαπίστωσή της, η επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει αυτεπάγγελτα σε σύνταξη εξ υπαρχής νέου κειμένου σχεδίου νόμου."
Στις 15 Ιουνίου 1999 η Βουλή των Αντιπροσώπων κοινοποίησε το Νόμο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δυνάμει του Άρθρου 52 του Συντάγματος, για έκδοση. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας άσκησε την εξουσία που του παρέχει το Άρθρο 51.1 του Συντάγματος και στις 30 Ιουνίου 1999, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο Άρθρο 52, ανέπεμψε το Νόμο για επανεξέταση.
Στις 8 Ιουλίου 1999 η Βουλή των Αντιπροσώπων επανεξέτασε το Νόμο και αποφάσισε να εμμείνει σε αυτόν χωρίς καμιά μεταβολή. Πληροφόρησε περί τούτου τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις 12 Ιουλίου 1999.
Ο Νόμος έχει ως κεντρικό άξονα διατάξεις βάσει των οποίων το υπ' αυτού συσταθέν Συμβούλιο Ελέγχου παρακολουθεί και εξετάζει την οικονομική κατάσταση των προσώπων τα οποία ορίζονται ως ελεγχόμενα με αναφορά στη θέση που κατέχουν ή την ιδιότητα λειτουργίας τους. Και τούτο προς διακρίβωση του κατά πόσο απέκτησαν ή όχι περιουσιακό όφελος με αθέμιτα μέσα. Η κτήση τέτοιου οφέλους καθίσταται ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου 3. Το άρθρο 4 καθορίζει, σε εκτενή κατάλογο, ποιοί είναι οι υπό του Νόμου ελεγχόμενοι. Είναι αρκετό εδώ να λεχθεί γενικά ότι στον κατάλογο περιλαμβάνονται οι αξιωματούχοι που συνθέτουν τις τρεις εξουσίες του Κράτους· οι ονομαζόμενοι στο Σύνταγμα ως ανεξάρτητοι αξιωματούχοι· υψηλόβαθμοι στην Κρατική μηχανή σε όλο της το εύρος · οι επι κεφαλής και τα μέλη φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης· οι αρχηγοί πολιτικών κομμάτων· οι αρχισυντάκτες και εκδότες εφημερίδων, όπως και οι μέτοχοι με ορισμένου ύψους συμφέρον σε εταιρείες που έχουν αντικείμενο της δραστηριότητας τους τα μέσα μαζικής ενημέρωσης· και, τέλος, οι πρόεδροι και τα μέλη οργανισμών δημοσίου δικαίου αλλά και νομικών προσώπων όπου μετέχει το κράτος με ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό. Με το άρθρο 5 επιβάλλεται η υποχρέωση για τη δήλωση περιουσιακών στοιχείων. Ενώ με το άρθρο 6, επικουρικό του άρθρου 5, προσδιορίζονται οι λεπτομέρειες που απαιτούνται στη δήλωση αλλά και προβλέπεται ότι η υποχρέωση καλύπτει επίσης όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων. Αυτά τα δύο άρθρα θεωρούμε χρήσιμο να τα παραθέσουμε για να γίνει έτσι καταληπτή η έκταση της υποχρέωσης για υποβολή δήλωσης:
"5.(1) Όλοι οι ελεγχόμενοι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Νόμου, έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν ανά τριετία δήλωση στο Συμβούλιο Ελέγχου που καθιδρύεται με βάση το άρθρο 8 του παρόντος Νόμου·
(2) Επιπρόσθετα από την πιο πάνω υποχρέωση, όλοι οι ελεγχόμενοι, υποχρεούνται από την ανάληψη του πολιτειακού τους αξιώματος ή το διορισμό τους στη συγκεκριμένη θέση ή από τη λήξη της θητείας τους ή την παραίτηση τους από το αξίωμα ή τη θέση τους ή την αφυπηρέτησή τους από αυτή ή από την ημερομηνία απώλειας της ιδιότητας ή του αξιώματος τους για οποιοδήποτε άλλο λόγο, να υποβάλουν δήλωση μέσα σε περίοδο τριών μηνών από την ημερομηνία που θα κληθούν προς τούτο από το Συμβούλιο Ελέγχου.
6. (1) Η δήλωση υποβάλλεται σε ειδικό έντυπο ο τύπος του οποίου καθορίζεται με Κανονισμούς που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και το οποίο περιέχει όλα τα περιουσιακά στοιχεία εντός και εκτός της Δημοκρατίας του ελεγχομένου, του ή της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του ως ακολούθως:
(α) Την ακίνητη ιδιοκτησία, περιλαμβανομένων των εμπραγμάτων δικαιωμάτων και βαρών επ' αυτής με πλήρη περιγραφή του είδους, της έκτασης, των τοπογραφικών στοιχείων και της τρέχουσας αξίας της:
Νοείται ότι η τρέχουσα αξία μπορεί να ορισθεί από:
(i) το κόστος αγοράς (να δηλωθεί η ημερομηνία
αγοράς)· ή
(ii) την πρόσφατη εκτίμηση· ή
(iii) την εκτιμημένη αξία για σκοπούς φόρου
εισοδήματος· ή
(iv) την οποιαδήποτε άλλη αναγνωρισμένη
μέθοδο εκτίμησης·
(β) τα πάσης φύσεως μεταφορικά μέσα·
(γ) τα τιμαλφή, τους πολύτιμους λίθους και τα
μέταλλα, τους ζωγραφικούς πίνακες και αντίκες
συνολικής αξίας πέραν των £20.000 (είκοσι
χιλιάδων λιρών)·
(δ) το ουσιαστικό ίδιον οικονομικό συμφέρον σε
οποιαδήποτε επιχείρηση·
(ε) τα κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία που
αποτιμώνται σε χρεόγραφα, χρεωστικά ομόλογα,
μετοχές και μερίσματα προς ίδιον οικονομικό
συμφέρον σε ιδιωτικές και δημόσιες εταιρείες,
τις καταθέσεις σε εμπορικές τράπεζες,
ταμιευτήρια ή συνεργατικές εταιρείες, τα
εισοδήματα από ασφαλιστικά συμβόλαια και
οποιαδήποτε άλλα εισοδήματα·
(στ) τα εισοδήματα των οικονομικών ετών
οποιασδήποτε άλλης μορφής και από
οποιαδήποτε πηγή κι αν προέρχονται τα οποία
αποκτήθηκαν στο διάστημα που μεσολαβεί
μεταξύ δύο δηλώσεων·
(ζ) τις δωρεές οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου
αξίας πέραν των £1000 από τα αναφερόμενα στις
παραγράφους (α), (β), (γ), (δ), (ε) και (στ) του
παρόντος εδαφίου, που έγιναν κατά την περίοδο
που μεσολαβεί μεταξύ της πρώτης και κάθε
επόμενης δήλωσης απ΄ οποιοδήποτε φυσικό ή
νομικό πρόσωπο προς τον ελεγχόμενο, τον ή τη
σύζυγο ή προς τα ανήλικα τέκνα του και τις
δωρεές αντίστοιχα που έγιναν από τον
ελεγχόμενο προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό
πρόσωπο.
(2) Η δήλωση επιπρόσθετα περιλαμβάνει:
(α) Τα προσωπικά στοιχεία του ελεγχομένου και του ή της συζύγου του.
(β) Τα ονοματεπώνυμα:
(i) των κατιόντων συγγενών του ελεγχομένου
μέχρι δευτέρου βαθμού συγγενείας και των
συζύγων τους·
(ii) των ανιόντων συγγενών του ελεγχομένου
μέχρι πρώτου βαθμού συγγενείας εξ αίματος·
(iii) των ανιόντων πρώτου βαθμού συγγενείας
του/της συζύγου του ελεγχομένου.
(γ) Οποιαδήποτε επελθούσα διαφοροποίηση των
περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου, του
ή της συζύγου του και των ανήλικων τέκνων του
η οποία έχει μεσολαβήσει από την αμέσως
προηγούμενη δήλωση μαζί με επαρκείς
επεξηγήσεις που να δικαιολογούν τις
διαφοροποιήσεις αυτές.
(δ) Κατάσταση των χρεών του ελεγχομένου και
του ή της συζύγου του."
Έπειτα, το άρθρο 11(1) ορίζει ότι το Συμβούλιο Ελέγχου δημοσιεύει τις δηλώσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 12, με το οποίο συμπληρώνουμε εδώ την εικόνα, η παράλειψη υποβολής δήλωσης όπως και η υποβολή ψευδούς δήλωσης αποτελούν ποινικά αδικήματα.
Το Ανώτατο Δικαστήριο ερεύνησε ό,τι τέθηκε, με την Αναφορά, υπό την κρίση του. Άκουσε δε τις απόψεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Η Γνωμάτευση αυτή περιορίζεται σε μόνο ένα από τα τεθέντα ζητήματα. Το οποίο εμπεριέχεται στην πρώτη παράγραφο της Αναφοράς. Είναι το κατά πόσο η υποχρέωση υποβολής δήλωσης βάσει του άρθρου 5 του Νόμου ευρίσκεται σε αντίθεση ή είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις του Άρθρου 15 του Συντάγματος. Η καταφατική απάντηση αποβαίνει κρίσιμη για ολόκληρο το Νόμο αφού χωρίς υποχρέωση υποβολής δήλωσης ο Νόμος στερείται αντικειμένου. Και καθιστά αχρείαστη την επέκταση σε άλλα ζητήματα, ανεξάρτητα από τη θεωρητική τους σημασία.
Η υποχρέωση για την υποβολή δήλωσης βάσει του Άρθρου 5 του Νόμου αποτελεί καταφανή επέμβαση στο δικαίωμα ιδιωτικής ζωής το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 15.1 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το οποίο:
"15. 1 Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού."
Την επέμβαση αναγνώρισε και η Βουλή των Αντιπροσώπων μέσω του συνηγόρου της.
Εξετάζεται επομένως το κατά πόσο η επέμβαση δικαιολογείται δυνάμει του Άρθρου 15.2 του Συντάγματος. Όπου διαλαμβάνεται ότι:
"15.2 Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον."
Απόκειται στη Βουλή των Αντιπροσώπων, πρώτο, να προσδιορίσει τον τομέα προς το συμφέρον του οποίου γίνεται η επέμβαση· και, δεύτερο, να στοιχειοθετήσει την ανάγκη για την οποία γίνεται η επέμβαση στον προσδιορισθέντα τομέα ή τομείς. Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων φωτίζουν τις βασικές παραμέτρους με αναφορά προς τις οποίες αντικρύζεται το θέμα: βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις στις υποθέσεις Niemietz A. 251, paras 27-37, (1992), Murray A. 300, paras 90-94, (1994), Leander A. 116, paras 58-60, (1987), Dudgeon A. 45, paras 50-54 (1981). Για να δικαιολογείται η επέμβαση πρέπει να προκύπτει "πιεστική κοινωνική ανάγκη" ενόψει της οποίας επιβάλλεται να υποχωρήσει το ατομικό δικαίωμα για χάρη του συνόλου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Για την προστασία της από διακριβωθέντα σοβαρό κίνδυνο στους τομείς που εξειδικεύονται στο Άρθρο. Η στάθμιση αγαθών φέρει από τη φύση της εγγενείς δυσκολίες. Ενόψει των οποίων παρέχονται λογικά περιθώρια εκτίμησης. Πάντως η θυσία του ενός αγαθού πρέπει να δικαιώνεται από τη διαφύλαξη του άλλου. Κι αυτό με αναφορά στο σκοπό και στη μεταξύ τους αναλογία.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων εισηγήθηκε, μέσω του συνηγόρου της, ότι εν προκειμένω έχει στοιχειοθετηθεί πιεστική κοινωνική ανάγκη ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση προς το συμφέρον της συνταγματικής τάξης· της δημόσιας τάξης· των δημοσίων ηθών· και της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που το Σύνταγμα εγγυάται σε κάθε πρόσωπο. Χωρίς όμως εξειδικεύσεις και συσχετισμούς.
Κρίνουμε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε, με αναφορά σε οποιονδήποτε από τους αναφερθέντες τομείς, πιεστική κοινωνική ανάγκη που να δικαιολογεί ως μέτρο την επέμβαση στο δικαίωμα ιδιωτικής ζωής το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 15.1 του Συντάγματος. Μια επέμβαση υπέρμετρα δραστική ακόμα και για άτομα τα οποία επέλεξαν να αναλάβουν δημόσια αξιώματα. Αλλά και που επιτείνεται, καθώς είναι αυτονόητο, εξ αιτίας της συμπερίληψης στους ελεγχομένους και μη δημοσίων προσώπων, των συζύγων και ανηλίκων τέκνων, όπως και της δημοσιοποίησης της δήλωσης. Καθώς αναφέραμε, επί μέρους ζητήματα που αναφύονται ένεκα της φύσης ορισμένων εκ των περιληφθέντων αξιωμάτων δεν χρειάζεται να απασχολήσουν.
Γνωματεύουμε ότι ο Νόμος αντίκειται στο Άρθρο 15 του Συντάγματος.
Η παρούσα Γνωμάτευση κοινοποιείται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, σύμφωνα με το Άρθρο 140.2 του Συντάγματος.
Χρ. Αρτεμίδης, Δ.
Φρ. Νικολαΐδης, Δ.
Γ.Κ. Νικολάου, Δ.
Ρ. Γαβριηλίδης, Δ.
/ΕΘ