|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Κυπριακή νομοθεσία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Μεταγενέστερη νομολογία η οποία κάνει αναφορά στην απόφαση αυτή:
Δεν έχει εντοπιστεί απόφαση η οποία να κάνει αναφορά στην απόφαση αυτή
(2000) 3 ΑΑΔ 772
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 2649
ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΠΙΚΗ, ΧΡ. ΑΡΤΕΜΙΔΗ, ΦΡ. ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ, Τ. ΗΛΙΑΔΗ, Ρ.ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, Δ.Δ.
Χρ. Σ. Χριστοφίδης Λτδ., εκ Λευκωσίας
Εφεσείοντες
- και -
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
1. Υπουργού Οικονομικών
2. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών
Προσόδων
Εφεσίβλητοι
_______
12 Δεκεμβρίου, 2000
Για τους εφεσείοντες: κα Αλ. Λυκούργου, για κ.κ. ΄Αντη Τριανταφυλλίδη και Υιούς
Για τους εφεσίβλητους : κα Λ. Χριστοδουλίδου - Ζαννέτου, Δικηγόρος της
Δημοκρατίας Α΄, για Γεν. Εισαγγελέα της
Δημοκρατίας.
_______
ΠΙΚΗΣ, Π. : Την απόφαση του Δικαστηρίου θα απαγγείλει ο
Φρ. Νικολαΐδης, Δ.
_______
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, Δ.: Οι εφεσείοντες παρέλειψαν να καταβάλουν τον βεβαιωθέντα φόρο εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 1981 και 1982, συνολικού ύψους £22.068,67. Ο ΄Εφορος Φόρου Εισοδήματος αξίωσε την καταβολή τόκου με βάση τη σχετική νομοθεσία. Οι εφεσείοντες, με προσφυγές που καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, αμφισβήτησαν τόσο το κύρος της φορολογίας που τους επιβλήθηκε, όσο και την, με βάση το άρθρο 39(2) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου του 1978 (Ν.4/78), όπως τροποποιήθηκε, επιβολή τόκου.
Το άρθρο 39(2) προβλέπει ότι όταν η καθυστέρηση στη διενέργεια βεβαίωσης οφείλεται σε αδικαιολόγητη παράλειψη του φορολογούμενου καταβάλλεται ποσό εκ 5% επί του ποσού του οφειλόμενου φόρου, ως και τόκος προς 9% ετησίως από της πρώτης ημέρας του Δεκέμβρη του έτους στο οποίο αναφέρεται η βεβαίωση.
Αντίθετα, με το άρθρο 39(1) προβλέπεται ότι αν ο φόρος δεν καταβληθεί μέχρι την καθοριζόμενη από το άρθρο 38 ημερομηνία, εισπράττεται μαζί με ποσό ίσο προς 5% ετησίως επί του ποσού του πληρωτέου φόρου, εφ΄ όσον ο φόρος κατατεθεί μέσα σε έξι μήνες από της καθοριζόμενης ημερομηνίας, σε περίπτωση δε μη καταβολής μέσα στην πιο πάνω προθεσμία των έξι μηνών, ο τόκος αυξάνεται σε 9% ετησίως.
Το Δικαστήριο επικύρωσε μεν την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφόρου, αλλά ακύρωσε την επιβολή τόκου προς 9% ετησίως, γιατί όπως είχαν δεχτεί και οι καθ΄ ων η αίτηση, δεν είχε παρατηρηθεί οποιαδήποτε αδικαιολόγητη παράλειψη εκ μέρους των εφεσειόντων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 39(2).
Οι εφεσείοντες απέσυραν την έφεση που καταχώρησαν εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, δηλώνοντας την πρόθεσή τους να εξοφλήσουν αμέσως τις εκκρεμούσες φορολογίες, νοουμένου ότι δεν θα τους επιβαλλόταν η καταβολή οποιουδήποτε τόκου. Η πρότασή τους απορρίφθηκε από τον ΄Εφορο και στη συνέχεια οι εφεσείοντες πλήρωσαν τα οφειλόμενα ποσά και καταχώρησαν προσφυγή.
Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, γιατί κατέληξε ότι η αξίωση τόκου που ευθέως επιβάλλει ο σχετικός νόμος, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη. Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε η παρούσα έφεση.
Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι εσφαλμένο. Είναι ο ισχυρισμός τους ότι μπορεί ο Νόμος 4/78 να επιβάλλει την υποχρέωση καταβολής τόκου, αλλά η υποχρέωση αυτή υλοποιείται με την αποστολή ειδοποίησης επιβολής φορολογίας. Ισχυρίζονται ότι τα άρθρα 39(1) και 39(2) προβλέπουν την επιβολή τόκου ανάλογα με τη συμπεριφορά του φορολογούμενου σε σχέση με τη βεβαίωση. Αυτό σημαίνει ότι ο ΄Εφορος, όταν καταλήγει σε απόφαση κατά πόσο θα εφαρμόσει τις πρόνοιες του άρθρου 39(1) ή του άρθρου 39(2), ασκεί διακριτική ευχέρεια. Η ύπαρξη ακριβώς αυτής της ευχέρειας καθιστά την απόφαση του Εφόρου εκτελεστή διοικητική πράξη που υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο. ΄Ομως ακόμα κι΄ αν ο Νόμος προέβλεπε μόνο ένα τρόπο επιβολής τόκου, συνεχίζει το επιχείρημα των εφεσειόντων, η επιβολή της φορολογίας αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, γιατί η νομική υποχρέωση του φορολογούμενου για καταβολή τόκου υλοποιείται μόνο μέσω της ειδοποίησης επιβολής φορολογίας. Με άλλα λόγια η υποχρέωση του φορολογούμενου μπορεί να πηγάζει από το νόμο, αλλά εκδηλώνεται μέσω της ειδοποίησης επιβολής φορολογίας.
Το επιχείρημα δεν ευσταθεί. Πράξη είναι εκτελεστή εφ΄ όσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο, που δεν υφίστανται πριν την έκδοσή της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη διοίκηση να επικαλεστεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεσή τους. Ο τόκος και η πρόσθετη επιβάρυνση προβλέπονται άμεσα από το Νόμο 4/78 και δεν συνιστούν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου (βλέπε Παξιόλας ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 988/96, ημερ. 21.4.99 και Καλαπαλίκκης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 704/96 κ.α., ημερ. 5.2.1999. Βλέπε επίσης Κώστας Γαβριηλίδης και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 767/95, ημερ. 20.6.1996, όπου υποστηρίχτηκε ότι η σχετική επιβολή επιβάρυνσης ήταν πληροφοριακού περιεχομένου και όχι εκτελεστή πράξη). Εξ άλλου η υποχρέωση προς καταβολή τόκων ή πρόσθετων τελών συνιστά επέκταση της αρχικής φορολογικής υποχρέωσης (Η. Γ. Κυριακόπουλος, Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον, Τόμος Γ΄, Τέταρτη ΄Εκδοση, σελ. 353).
Δεν νοείται κατά το νόμο καταβολή οφειλόμενου φόρου μετά την καθοριζόμενη ημερομηνία χωρίς την καταβολή πρόσθετης επιβάρυνσης ή τόκου. ΄Οπως επισημαίνεται και στην πρωτόδικη απόφαση, το άρθρο 39(1) καθορίζει το ελάχιστο και δεν χρειάζεται παρεμβολή του Εφόρου για να λειτουργήσει. Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 39 επιβάρυνση εισπράττεται χωρίς άλλο και ο ΄Εφορος δεν ασκεί οποιανδήποτε διακριτική ευχέρεια. Απλώς φροντίζει για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού.
΄Οσον αφορά το επιχείρημα για την επιλογή από τον ΄Εφορο μεταξύ της εφαρμογής του εδαφίου (1) ή (2) του άρθρου 39, αρκεί να επαναλάβουμε ένα απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση του Κωνσταντινίδη, Δ. με το οποίο συμφωνούμε απόλυτα:
" Είναι ορθό πως σε κάθε περίπτωση ο ΄Εφορος μπορεί να προσανατολιστεί προς την εφαρμογή του άρθρου 39(2). Οπότε, θα τίθεται ζήτημα διοικητικής κρίσης ως προς τα προαπαιτούμενα για την εφαρμογή του άρθρου, η οποία ασφαλώς θα υπόκειται σε αναθεώρηση. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει την υφή του άρθρου 39(1). Και δεν μπορώ να δεχθώ πως η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας χρηματικής υποχρέωσης που επιβάλλει ο Νόμος, είναι δυνατό να προωθηθεί μόνο στο πλαίσιο του ελέγχου εκτελεστής διοικητικής πράξης.
Ο τόκος του άρθρου 39(1) είναι έννοια διάφορη από τη φορολογία αυτή καθ΄ εαυτή. Την προϋποθέτει, όπως και το υπερήμερο της. Εφόσον θα ίσχυε ο τόκος δυνάμει του άρθρου 39(2) δεν θα υπήρχε περιθώριο εφαρμογής του άρθρου 39(1), το οποίο σε τέτοια περίπτωση θα υπερκαλυπτόταν. Η επικύρωση της φορολογίας από τη μια και η ακύρωση της κρίσης πως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 39(2) από την άλλη, ενεργοποίησαν αυτομάτως το άρθρο 39(1). Και η αξίωση πλέον τόκου δυνάμει του, δεν ταξινομείται ως βεβαίωση φορολογίας για την οποία θα ίσχυαν οι αναφερθέντες χρονικοί περιορισμοί."
Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εφεσειόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή.
Γ. Πικής, Π.
Χρ. Αρτεμίδης, Δ.
Φρ. Νικολαΐδης, Δ.
Τ. Ηλιάδης, Δ.
Ρ. Γαβριηλίδης, Δ.
/ΜΔ