|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2001) 3 ΑΑΔ 358
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 2638
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΝΙΚΗΤΑ, ΑΡΤΕΜΗ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΡΑΜΒΗ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ, ΔΔ.
Μεταξύ:
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
1. Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας
2. Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού
Εφεσειόντων
και
Ανδρέα Χαραλάμπους
Εφεσίβλητου
------------------------------
9 Απριλίου 2001
Για τους Εφεσείοντες: κα Ε. Παπαγεωργίου-Καρακάννα, δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα.
Για τον Εφεσίβλητο: κ. Α.Σ. Αγγελίδης.
-------------------------
Νικήτας, Δ.: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει
ο Δικαστής Δ. Χατζηχαμπής.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χατζηχαμπής, Δ.: Με την έφεση της η Δημοκρατία παραπονείται για την ακύρωση της προαγωγής των τεσσάρων Ενδιαφερομένων Μερών στη θέση Βοηθού Διευθυντή Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης που έγινε με απόφαση της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Ε.Ε.Υ.) μετά από επανεξέταση συνεπεία ακυρωτικής απόφασης. Η ακυρωτική απόφαση βασίσθηκε στο ότι υπήρξε παράβαση των σχετικών κανονισμών - περί Εκπαιδευτικών Λειτουργών (Επιθεώρησις και Αξιολόγησις) Κανονισμών του 1976, ΚΔΠ 223/76 - καθ΄όσον οι Επιθεωρητές Δημοτικής Εκπαίδευσης είχαν βαθμολογήσει τους υποψηφίους με ανώτερο βαθμό 36 αντί του προβλεπομένου 40.
Στο στάδιο των διευκρινίσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσίβλητο εισηγήθηκε ότι η Έφεση κατέστη άνευ αντικειμένου δεδομένου ότι η διοίκηση είχε συμμορφωθεί με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση και είχε προβεί σε νέα επανεξέταση. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τη Δημοκρατία είχε την άποψη ότι τούτο δεν συνιστούσε κώλυμα για την περαιτέρω προώθηση της έφεσης, παραπέμποντας στην απόφαση στις ΑΕ 2153, 2154, 2155, Χρυσοστόμου κ.α. ν. Δημοκρατίας, 13.4.1998. Ως εκ της περιορισμένης πραγματικής πληροφόρησης που μας δόθηκε και της επίσης περιορισμένης νομικής επιχειρηματολογίας, που δεν φαίνονται να ήσαν άσχετα προς το πολύ καθυστερημένο στάδιο στο οποίο εγέρθη το θέμα, δεν θα επιληφθούμε τούτου, εφ΄όσον μάλιστα, όπως ακολουθεί, δεν διαπιστώνουμε έρεισμα στην ουσία της έφεσης.
Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση βασίσθηκε σε ένα λόγο, ο οποίος συνιστά και το αντικείμενο του μοναδικού λόγου έφεσης - ότι η Ε.Ε.Υ. κατά την επανεξέταση παρέλειψε να προβεί στη δέουσα έρευνα εφ΄όσον, παραπέμποντας το θέμα στη Συμβουλευτική Επιτροπή, ζήτησε να καταρτισθεί νέος κατάλογος με βάση μόνο την αριθμητική αποτίμηση των κριτηρίων των προσόντων και της αρχαιότητας, παραλείποντας έτσι να αποτιμήσει το κριτήριο της αξίας και να δει συνολικά το όλο θέμα. Και ιδιαίτερα, δεν εξέτασε το ενδεχόμενο εκ νέου σύνταξης των εκθέσεων για τους υποψηφίους στα πλαίσια των Κανονισμών.
Η βασική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τη Δημοκρατία είναι ότι η Ε.Ε.Υ. έκαμε όλα όσα είχε υποχρέωση να κάμει κατά την επανεξέταση, δεδομένου μάλιστα ότι είχε ζητήσει και σχετική γνωμάτευση από το Γενικό Εισαγγελέα με βάση την οποία και ενήργησε κατά την επανεξέταση. Αυτό όμως, όπως υποδεικνύει και ο κ. Αγγελίδης, δεν είναι το θέμα, που ήταν, όπως προέκυπτε από την ακυρωτική απόφαση, το τρωτό της βαθμολόγησης των υποψηφίων που επηρέαζε θεμελιακά τη νόμιμη αξιολόγηση ως καθοριστική των περαιτέρω, όπως υπεδείχθη στην ίδια την ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, 743/93, 8.3.1995, που οδήγησε στην επανεξέταση. Η θεραπεία τούτου κατά την επανεξέταση συνίστατο, κατ΄αρχή μεν στη διερεύνηση της δυνατότητας διαχωρισμού του περιγραφικού (ή αξιολογικού) από το βαθμολογικό μέρος των εκθέσεων, που διέπει την απόφαση στην Δημοκρατία ν. Κεπεγιάννη, Α.Ε. 2451, 4.2.2000, (ο Αρτεμίδης, Δ., έδωσε διαφορετική απόφαση), όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρχε τέτοια αλληλεξάρτηση των δύο που δικαιολογούσε την πρωτόδικη κατάληξη για το αδιαχώριστο τους (Κεπεγιάννη ν. Δημοκρατίας, 260/96, 19.5.1997), με αποτέλεσμα να μην ήταν επιτρεπτό στην ΕΕΥ να βασισθεί έστω και στο περιγραφικό μέρος των εκθέσεων αγνοώντας το βαθμολογικό. Και στη συνέχεια, εφ΄όσον διαπιστώνετο τέτοια αδυναμία διαχωρισμού, στη διερεύνηση της δυνατότητας συντάξεως νέων εκθέσεων, όπως έκρινε και ο αδελφός μας δικαστής που απεφάσισε την υπόθεση πρωτόδικα. Εδώ η ΕΕΥ όχι μόνο δεν διερεύνησε οποιοδήποτε από τα θέματα αυτά αλλά, ουσιαστικά εκλαμβάνοντας ως δεδομένο το αδιαχώριστο του περιγραφικού από το βαθμολογικό μέρος των εκθέσεων, απεφάσισε να αγνοήσει εντελώς το κριτήριο της αξίας όπως αυτό αντανακλάται στις εκθέσεις και να βασισθεί σε νέο κατάλογο της Συμβουλευτικής Επιτροπής που περιορίζετο, σύμφωνα με τις δικές της οδηγίες, μόνο στα κριτήρια των προσόντων και της αρχαιότητας και δεν κάλυπτε το κριτήριο της αξίας. Το αποτέλεσμα τούτου ήταν βέβαια όχι μόνο η παράλειψη διεξαγωγής δέουσας έρευνας, όπως διαπιστώθηκε από τον αδελφό μας δικαστή, αλλά και η ύπαρξη πλάνης ως προς το ίδιο το κριτήριο της αξίας το οποίο ουσιαστικά απεκλείσθη.
Δεν διαπιστώνουμε λοιπόν λόγο ανατροπής της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα.
Δ.
Δ.
Δ.
Δ.
Δ.
/ΚΧ"Π