|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2002) 3 ΑΑΔ 785
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3055
ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. ΝΙΚΗΤΑ, Π. ΑΡΤΕΜΗ, Π. ΚΑΛΛΗ, Μ. ΚΡΟΝΙΔΗ,
Ρ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, Δ.Δ.
Μεταξύ:
Ρολάνδου Κατσιαούνη
Εφεσείοντα/Αιτητή
- και -
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Εφεσιβλήτων/Καθ΄ων η αίτηση
- - - - - -
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Νοεμβρίου, 2002.
Για τον εφεσείοντα: Μ. Τριανταφυλλίδης.
Για τους εφεσίβλητους: Στ. Χριστοδουλίδου (κα).
- - - - - -
ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ.: Η απόφαση δεν είναι ομόφωνη. Την απόφαση της πλειοψηφίας θα δώσει ο Κρονίδης, Δ. με την οποία συμφωνώ τόσο εγώ όσο και ο Αρτέμης, Δ. Την απόφαση της μειοψηφίας θα δώσει ο Καλλής, Δ. με την οποία συμφωνεί ο Γαβριηλίδης, Δ.
- - - - - -
Α Π Ο Φ Α Σ Η
M. ΚΡΟΝΙΔΗΣ, Δ.: Η έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης αδελφού Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του εφεσείοντα ως εκπρόθεσμη.
Στην ειδοποίηση έφεσης προβάλλεται ένας και μόνο λόγος έφεσης ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι η προσφυγή του εφεσείοντα ήταν εκπρόθεσμη.
Ο εφεσείων είναι Ερευνητής στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (Κ.Ε.Ε.), Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Τα γεγονότα, τα οποία θα ρίξουν φως στο υπό εξέταση θέμα, όπως προκύπτουν τόσο από το περιεχόμενο της προσφυγής του όσο και από την ένορκη μαρτυρία του που δόθηκε κατόπιν άδειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι τα εξής:-
Το Δεκέμβριο του 1996 το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού αποφάσισε να εκδώσει το έργο του «Labour, Society and Politics in Cyprus during the Second Half of the Nineteenth Century" στο οποίο όμως η πνευματική ιδιοκτησία θα ανήκει αποκλειστικά στο Κ.Ε.Ε., χωρίς οποιαδήποτε αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος και στον ίδιο.
Ήταν ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι ο Διευθυντής του Κ.Ε.Ε. του υποσχέθηκε στις 21.8.1996, πολύ πριν από την απόφαση του Υπουργείου για την έκδοση του έργου, ότι η πνευματική ιδιοκτησία στην έκδοση της εργασίας του από το Κ.Ε.Ε. θα ανήκε εξ ίσου τόσο στο Κ.Ε.Ε. όσο και στον ίδιο. Παρά ταύτα, όπως ο ίδιος ο εφεσείων παραδέχεται ότι στις 10.10.1996 ο Διευθυντής του Κ.Ε.Ε. του κοινοποίησε ρητά και απερίφραστα την απόφαση του πως η πνευματική ιδιοκτησία από την έκδοση του έργου του θα ανήκε αποκλειστικά στο Κέντρο και τούτο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμου του 1976 (Νόμος 59/76 όπως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 63/77 και 18(1)/93). Ο εφεσείων με επιστολή του ημερ. 25.11.1996 διαμαρτυρήθηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού για την πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή του Κ.Ε.Ε. και επικαλέσθηκε προς τούτο απόσπασμα από γνωμάτευση του πρώην γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Τορναρίτη.
Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω επιστολής του εφεσείοντα, το Υπουργείο Παιδείας, διά του διευθυντού του Κ.Ε.Ε., ζήτησε γνωμάτευση από τον Γενικό Εισαγγελέα, η οποία δόθηκε στις 4.12.1996. Με αυτή επιβεβαιώθηκε η ληφθείσα και κοινοποιηθείσα στον εφεσείοντα απόφαση του Διευθυντή του Κ.Ε.Ε. στις 10.10.1996. Αναφέρεται στη γνωμάτευση ότι «το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί της συγκεκριμένης διατριβής ανήκει στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, το οποίο θεωρείται «ο δημιουργός» του έργου δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 11 του Νόμου 59/76 ως έχει τροποποιηθεί.»
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα τόσο στο γραπτό περίγραμμα του όσο και προφορικά ενώπιον μας εισηγήθηκε ότι η απόφαση του Διευθυντή στις 10.10.1996 δεν ήταν τελική αλλά προκαταρκτική και αυτό διαφαίνεται από τα μεταγενέστερα διαβήματα του να ζητήσει γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα. Μας παρέπεμψε στην αυθεντία Ibrahim Nedim v. The Turkish Communal Chamber (1963) R.S.C.C. 1. Έχουμε μελετήσει την πιο πάνω αυθεντία και είναι η πεποίθηση μας ότι τα γεγονότα διαφέρουν από την παρούσα υπόθεση ουσιωδώς. Σ΄ εκείνη την περίπτωση η ίδια η διοίκηση πληροφορούσε τον αιτητή ότι η απόφαση της ήταν προκαταρκτική και θα ακολουθούσε η τελική απόφαση η οποία θα του κοινοποιείτο. Ενώ στην παρούσα υπόθεση, με αφορμή την επιστολή του εφεσείοντα προς το Υπουργείο Παιδείας, ο Διευθυντής του Κ.Ε.Ε. ζήτησε την γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα για να επιβεβαιώσει την τελική απόφαση που έλαβε και κοινοποίησε ρητά και απερίφραστα στον εφεσείοντα. Σε καμιά νέα έρευνα δεν είχε προβεί ο Διευθυντής, αφού όλα τα γεγονότα ήσαν σε γνώση του ούτε και ετέθησαν από τον εφεσείοντα τέτοια νέα γεγονότα. Απλώς ο Διευθυντής ζήτησε τη γνωμάτευση για τη νομική και μόνο πλευρά του θέματος και την ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας. Μια τέτοια εξέταση, εκ των υστέρων, της νομικής πλευράς του θέματος δεν οδηγεί σε εκτελεστή διοικητική πράξη (Βλέπε: Papasavvas v. E.A.C. (1986) 3 CLR 2194, Pieris v. Republic (1983) 3 CLR 1054, Photis Kelpis v. Republic (1970) 3 CLR 196).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας την προσφυγή του εφεσείοντα ανέφερε στη σελίδα 6 της απόφασης του ότι:-
«Η αλήθεια των γεγονότων είναι αναμφισβήτητη και τεκμηριώνεται με τα στοιχεία, που προέρχονται από τον ίδιο τον αιτητή, όπως αυτά εμφαίνονται στο δικό του έγγραφο, που παραθέτω πιο πάνω, αλλά και τη δική του μαρτυρία. Το νομικό δε αποτέλεσμα αναπόφευκτο.»
Έχουμε εξετάσει το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και έχουμε καταλήξει ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντα ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κ.Ε.Ε. της 10.10.1996 ήταν προκαταρκτική δεν ευσταθεί. Αντίθετα ήταν τελική, διοικητική πράξη η οποία εκφράστηκε ρητά και απερίφραστα. Η μεταγενέστερη πράξη του Διευθυντού του Κ.Ε.Ε. να ζητήσει γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα για την ερμηνεία του νόμου και το νομικό πλαίσιο της δεν αναιρεί τον τελειωτικό χαρακτήρα της, ούτε και οδήγησε στην έκδοση νέας εκτελεστής πράξης.
Κατά συνέπεια ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως εκπρόθεσμη αφού είναι δεδομένο ότι από την κοινοποίηση της επίδικης απόφασης στις 10.10.1996 μέχρι την καταχώρηση της προσφυγής στις 18.2.1997 είχε παρέλθει κατά πολύ η ανατρεπτική προθεσμία των 75 ημερών που προνοεί το Άρθρο 146.3 του Συντάγματος.
Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα.
Δ.
Δ.
Δ.
/ΕΠσ