ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2002) 3 ΑΑΔ 861

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 3169

ΕΝΩΠΙΟΝ: ΠΙΚΗ, Π., ΑΡΤΕΜΗ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗ, ΚΡΟΝΙΔΗ, Δ.Δ.

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας,

Εφεσείουσα

- και -

1. Έλπις Χατζηγεωργίου, από τον Άγιο Δομέτιο,

2. Λεωνίδα Κολιαντρή, από τα Λατσιά,

3. Σώτου Μαππουρίδη, από το Καλό Χωριό Κλήρου,

Εφεσιβλήτων

---------------------------

20 Δεκεμβρίου 2002

Για την εφεσείουσα: Α. Μαρκίδης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας,

με Ε. Καρακάννα, Δικηγόρο της Δημοκρατίας.

Για τις εφεσίβλητες: Ι. Νικολάου.

Για τα ενδιαφερόμενα μέρη 2, 3, 4 και 6-10: Μ. Καλλίγερου.

Για τα ενδιαφερόμενα μέρη 1 και 5: Καμιά εμφάνιση.

---------------------------

ΠΙΚΗΣ, Π.: Η απόφαση της πλειοψηφίας (4) θα δοθεί

από τον Νικολάου, Δ. και της μειοψηφίας

από τον Αρτέμη, Δ.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ.: Ξεκίνησε βάσει του περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 1995, (Ν. 107(Ι)/95 όπως τροποποιήθηκε), διαδικασία για την πλήρωση οκτώ κενών θέσεων Βοηθού Λειτουργού Αεροπορικών Κινήσεων, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 31 Οκτωβρίου 1997, και επρόκειτο να διεξαχθεί η προβλεπόμενη γραπτή εξέταση των υποψηφίων που κατείχαν τα προσόντα όταν, στις 30 Ιανουαρίου 1998, δημοσιεύτηκε ο νέος περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμος του 1998 (Ν. 6(Ι)/98) τον οποίο, στις 17 Ιουλίου 1998, ακολούθησε ο τροποποιητικός Ν. 73(Ι)/98. Σύμφωνα με μεταβατική διάταξη του νέου Νόμου (άρθρο 8):

«...... διαδικασίες για πλήρωση θέσεων οι οποίες έχουν αρχίσει πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου και για τις οποίες δεν έχει διεξαχθεί γραπτή εξέταση ...... ολοκληρώνονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου .......»

Η περαιτέρω διαδικασία ρυθμιζόταν επομένως από αυτή τη διάταξη. Διεξήχθη στις 31 Οκτωβρίου 1998 γραπτή εξέταση στην οποία πέτυχαν εβδομήντα εννέα από τους υποψηφίους που κατείχαν τα προσόντα της θέσης. Προτού όμως προχωρήσουμε για να καταγράψουμε την περαιτέρω πορεία, θα αναφερθούμε περιληπτικά στα βασικά γνωρίσματα του νέου, νομοθετικά προβλεπόμενου, μηχανισμού.

Προϋπόθεση για τη συμμετοχή σε διαδικασία διορισμού είναι η επιτυχία σε γραπτή εξέταση, η ύλη της οποίας καθορίζεται σε γενικές γραμμές σε γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (άρθρο 4(1)). Η γραπτή εξέταση διεξάγεται το τελευταίο τετράμηνο κάθε έτους αλλά «...... σε περίπτωση που δεν εξασφαλίζεται ο απαιτούμενος αριθμός επιτυχόντων υποψηφίων για τις κενές θέσεις που δημοσιεύονται, μπορεί να διεξάγεται συμπληρωματική γραπτή εξέταση εκτός της καθορισμένης περιόδου» (άρθρο 3(5)(α)). Καταρτίζεται «κατάλογος επιτυχόντων στη γραπτή εξέταση», ο οποίος επίσης δημοσιεύεται (άρθρο 5(1)). και οι επιτυχόντες «εφοδιάζονται με σχετικό πιστοποιητικό επιτυχίας» το οποίο «συνοδεύει την αίτηση για διορισμό (άρθρο 5(2)). Στην υποβολή αιτήσεων αναφέρεται το άρθρο 5(3) σύμφωνα με το οποίο:

«Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 7, οι επιτυχόντες στη γραπτή εξέταση για θέσεις στη δημόσια υπηρεσία για την οποία εφαρμόζονται οι περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμοι του 1990 έως (Αρ. 2) του 1996 μπορούν να υποβάλουν αίτηση για οποιαδήποτε από τις θέσεις για τις οποίες έχει διεξαχθεί η γραπτή εξέταση, όταν δημοσιευτούν κενές θέσεις στο έτος που έπεται της ημερομηνίας διεξαγωγής της εξέτασης, ή για τις θέσεις για τις οποίες διεξάγεται συμπληρωματική εξέταση, σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (5)(α) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου.»

Το αναφερθέν άρθρο 7(2) επεκτείνει, μεταβατικά, τη χρονική εμβέλεια της σημασίας της γραπτής εξέτασης και πέραν του έτους που έπεται της διεξαγωγής της, όπου αυτή είναι συναρτημένη με θέσεις ήδη κενές κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου. Προβλέπεται ότι:

«7(2) Για την πλήρωση θέσεων στη δημόσια υπηρεσία για την οποία εφαρμόζονται οι περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμοι του 1990 έως (Αρ. 2) του 1996 οι οποίες είναι κενές κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ως προς την υποβολή αιτήσεων από τους επιτυχόντες για τις θέσεις για τις οποίες διεξάγεται η γραπτή εξέταση, οι ενδιαφερόμενοι που θα πετύχουν σε αυτή μπορούν να υποβάλουν αίτηση για τις κενές θέσεις που θα έχουν δημοσιευτεί μέχρι τον καταρτισμό του νέου Πίνακα.»

Στον καταρτισμό του Πίνακα, από τον οποίο γίνονται οι διορισμοί, θα φθάσουμε αφού διατρέξουμε ό,τι ακολουθεί την υποβολή των αιτήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 6(1):

«6(1) Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, αναφορικά με τις θέσεις για τις οποίες είναι αρμόδια, αφού λάβει τις αιτήσεις από τους υποψηφίους για τη θέση που δημοσιεύτηκε, ετοιμάζει κατάλογο των υποψηφίων που κατέχουν τα προσόντα και προχωρεί στη διαδικασία αξιολόγησής τους, με βάση τον παρόντα Νόμο, χωρίς τη βοήθεια συμβουλευτικής επιτροπής. Στον κατάλογο περιλαμβάνονται οι υποψήφιοι κατά σειρά επιτυχίας στη γραπτή εξέταση.»

Η Επιτροπή διατηρεί τη δυνατότητα να διεξάγει και προφορική εξέταση εφόσον τη θεωρήσει αναγκαία. Καλεί τότε, εκ των περιληφθέντων στον εν λόγω κατάλογο, αριθμό υποψηφίων «τετραπλάσιο των κενών θέσεων που έχουν δημοσιευτεί, εκτός αν ο αριθμός των επιτυχόντων αιτητών είναι μικρότερος, οπότε καλούνται όλοι όσοι υπέβαλαν αίτηση». Στο τέλος οι υποψήφιοι βαθμολογούνται - άρθρο 6(4) - με αναφορά στα διάφορα προβλεπόμενα στοιχεία κρίσης, για το καθένα από τα οποία ο νόμος καθορίζει ανώτατο αριθμό μονάδων (άρθρο 3(1)). Εν συνεχεία, σύμφωνα με το άρθρο 6(5)(α), η Επιτροπή:

«....... καταρτίζει Πίνακα (ο οποίος στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο «Πίνακας»), όπου αναγράφονται οι υποψήφιοι κατά σειρά συνολικών μονάδων που ο καθένας από αυτούς συγκέντρωσε, έτσι που, τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, πρώτος στη σειρά να είναι ο υποψήφιος με το μεγαλύτερο αριθμό συνολικών μονάδων.»

Ο Πίνακας χρησιμοποιείται για την πλήρωση κενών θέσεων μιας ορισμένης χρονικής περιόδου. Διαλαμβάνεται στο άρθρο 6(6)(α) ότι:

«Αναφορικά με τη δημόσια υπηρεσία για την οποία εφαρμόζονται οι περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμοι του 1990 έως (Αρ. 2) του 1996, ο Πίνακας χρησιμοποιείται για την πλήρωση:

(i) Θέσεων που είναι κενές κατά την ημερομηνία καταρτισμού του.

(ii) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 7, θέσεων που κενώνονται μετά την ημερομηνία καταρτισμού του και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους:

Νοείται ότι ο Πίνακας που θα καταρτιστεί για την πρώτη πλήρωση θέσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, θα χρησιμοποιηθεί για την πλήρωση θέσεων που θα είναι κενές κατά την ημερομηνία του καταρτισμού του και θέσεων που θα κενωθούν μέχρι τον καταρτισμό του νέου Πίνακα.»

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά τη γραπτή εξέταση κλήθηκαν σε προφορική εξέταση υποψήφιοι σε αριθμό τετραπλάσιο των οκτώ θέσεων, συν ενός αφού ο 31ος, 32ος και 33ος είχαν την ίδια βαθμολογία, συν άλλων δύο βάσει των περί Επαγγελματικής Αποκατάστασης των Παθόντων και των Τέκνων Εγκλωβισμένων Νόμων του 1997-1998. Οι εφεσίβλητοι κατετάγησαν 39η, 53ος και 46ος αντιστοίχως και επομένως δεν κλήθηκαν.

Προτού διεξαχθεί η προφορική εξέταση υπεβλήθη πρόταση από την αρμόδια Αρχή για την πλήρωση ακόμα τριών θέσεων Βοηθού Λειτουργού Αεροπορικών Κινήσεων. Σε συνεδρία της Ε.Δ.Υ. ημερ. 1 Μαρτίου 1999 αποφασίστηκε όπως και αυτές πληρωθούν στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας «σύμφωνα με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας». Ωστόσο, παρά την αύξηση του αριθμού των θέσεων, δεν θεωρήθηκε ότι θα έπρεπε να αυξηθεί ανάλογα και ο αριθμός των κληθέντων στην προφορική εξέταση και αυτό διότι καθώς προβλέπεται (άρθρο 6(3)) καλείται αριθμός τετραπλάσιος μόνο των θέσεων που έχουν δημοσιευτεί. Οι πρώτες οκτώ θέσεις δημοσιεύτηκαν. Όχι όμως και οι τρεις μεταγενέστερες οι οποίες κενώθηκαν, οι δύο στις 29 Απριλίου 1998 και η άλλη στις 22 Ιανουαρίου 1999. Άρχισε λοιπόν η προφορική εξέταση όσων εκ των υποψηφίων διατήρησαν το ενδιαφέρον τους - έξι αποσύρθηκαν ενώ μια δεν παρουσιάστηκε - και όταν, στις 3 Μαρτίου 1999, συμπληρώθηκε η προφορική εξέταση, η Ε.Δ.Υ. προχώρησε κατά την ίδια συνεδρία στην τελική βαθμολογία και κατάρτισε τον Πίνακα διοριστέων.

Στην επόμενη συνεδρία, ημερ. 9 Μαρτίου 1999, η Ε.Δ.Υ. επέλεξε για διορισμό στη μια από τις έντεκα θέσεις τον ένα εκ των υποψηφίων, βάσει των περί Επαγγελματικής Αποκατάστασης των Παθόντων και των Τέκνων των Εγκλωβισμένων Νόμων του 1997-1998. για δε τις άλλες δέκα θέσεις επέλεξε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα με τη σειρά που αναγράφονταν στον Πίνακα.

Απασχόλησε πρωτοδίκως, ως το πρώτο και βασικότερο εκ των τεθέντων ζητημάτων, το κατά πόσο βάσει του Νόμου ήταν ή όχι επιτρεπτή η πλήρωση των τριών θέσεων οι οποίες δεν είχαν δημοσιευτεί και για τις οποίες, επομένως, δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις. Αποφασίστηκε, κατόπιν επισταμένης ανάλυσης των σχετικών διατάξεων του Νόμου, ότι δεν καθίστατο δυνατή η πλήρωση των τριών επιπρόσθετων θέσεων «είτε στα πλαίσια της ολοκλήρωσης της διαδικασίας πλήρωσης των οκτώ θέσεων, είτε άλλως πως αφού δεν είχαν δημοσιευθεί και υποβληθεί αιτήσεις γι΄ αυτές». Ο αδελφός Δικαστής που επιλήφθηκε της υπόθεσης υπέδειξε ότι σύμφωνα με το άρθρο 5(3), το οποίο παραθέσαμε ανωτέρω, παρέχεται στους επιτυχόντες στη γραπτή εξέταση το δικαίωμα «να υποβάλουν αίτηση για οποιαδήποτε από τις θέσεις για τις οποίες έχει διεξαχθεί η γραπτή εξέταση, όταν δημοσιευτούν κενές θέσεις .....» και πρόσθεσε ότι τα άρθρα 7(2) και 6(1) - τα οποία επίσης παραθέσαμε - υποστήριζαν την κατάληξή του ότι η δημοσίευση των θέσεων και η υποβολή αίτησης για αυτές αποτελούσαν προϋποθέσεις για τη νομιμότητα της διαδικασίας διορισμού, ενώ το άρθρο 6(6)(α), στο οποίο κυρίως στηριζόταν η Δημοκρατία, δεν κατέτεινε προς το αντίθετο αφού, καθώς το ερμήνευσε, «δεν αφορά παρά μόνο το εύρος των θέσεων για τις οποίες χρησιμοποιείται ο Πίνακας».

Έπειτα εξετάστηκαν δύο άλλα ζητήματα ως συνδεδεμένα με το πρώτο. Το ένα αφορούσε στον αριθμό των υποψηφίων που κλήθηκαν σε προφορική εξέταση. Αυτό δεν θα χρειαστεί να μας απασχολήσει. Το άλλο αφορούσε στο έννομο συμφέρον των εφεσιβλήτων. Συζητήθηκε από δύο σκοπιές. Πρώτα, κατά πόσο οι εφεσίβλητοι είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την πλήρωση των πρώτων οκτώ θέσεων δεδομένου αφενός ότι στη μια από αυτές ο διορισμός - του Ανδρέα Νικολάου ο οποίος είχε καταταγεί 24ος στον Πίνακα - έγινε βάσει των περί Επαγγελματικής Αποκατάστασης των Παθόντων και των Τέκνων Εγκλωβισμένων Νόμων του 1997-1998 και στις υπόλοιπες επτά θέσεις διορίστηκαν οι πρώτοι επτά του Πίνακα, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει τη ψηλότερη βαθμολογία, και αφετέρου ότι εκείνο που οι εφεσίβλητοι αμφισβητούσαν ήταν μόνο τη νομιμότητα της συμπερίληψης των πρόσθετων τριών θέσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας πλήρωσης των πρώτων οκτώ. Ο αδελφός Δικαστής κατέληξε ότι η διαδικασία κατέστη στο σύνολό της αντικανονική. Το έθεσε ως εξής:

«Η ΕΔΥ όμως δεν διαφοροποίησε μεταξύ των οκτώ θέσεων και των άλλων τριών τις οποίες πλήρωσε αντικανονικά στα πλαίσια της ολοκλήρωσης της διαδικασίας πλήρωσης των οκτώ θέσεων και δεν είναι δυνατό η απόφασή της να διαχωρισθεί έτσι, προκειμένου περί αντικανονικότητας της ενιαίας διαδικασίας η οποία ακολουθήθηκε, ούτε μπορεί να θεωρείται δεδομένη η επιλογή και η σειρά κατάταξης αν μόνο οι οκτώ θέσεις είχαν πληρωθεί.»

Μετά εξετάστηκε το κατά πόσο οι εφεσίβλητοι είχαν έννομο συμφέρον ακόμα και για μόνο τις τρεις μη δημοσιευθείσες θέσεις αφού, κατά τη Δημοκρατία, δεδομένης της σειράς τους στον Πίνακα δεν θα εκαλούντο για προφορική εξέταση. Υποδείχθηκε από τον αδελφό Δικαστή ότι τέτοια αντίκρυση του ζητήματος παραγνώριζε το ότι υποψήφιοι θα ήταν μόνο εκείνοι που θα υπέβαλλαν σχετική αίτηση, οπότε παρέμενε άγνωστο ποιοί εκ των περιληφθέντων στον Πίνακα θα ήταν αυτοί, δηλαδή αν βρίσκονταν ψηλότερα ή χαμηλότερα από τους εφεσίβλητους σε σειρά κατάταξης.

Με τρεις λόγους έφεσης αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν για την κάθε θέση δημοσίευση και εν συνεχεία η υποβολή αίτησης. όπως επίσης αμφισβητείται ότι οι εφεσίβλητοι είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν τη διαδικασία σε ό,τι αφορούσε είτε την πλήρωση των πρώτων οκτώ θέσων είτε των επιπρόσθετων τριών.

Ιδιαίτερη δυσκολία στη λειτουργία του εν λόγω μηχανισμού για διορισμό βάσει του Πίνακα δημιουργεί, κατά την αντίληψή μας, η χρήση του Πίνακα όταν μετά τον καταρτισμό του, κατ΄ ακολουθίαν της πρώτης δημοσίευσης για κενές θέσεις και την υποβολή αιτήσεων, δημοσιεύονται άλλες κενωθείσες θέσεις σε σχέση με τις οποίες υποβάλλονται νέες αιτήσεις. Αυτό βέβαια εφόσον είναι ορθή η άποψη ότι σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η δημοσίευση και η υποβολή αίτησης. Αν τη δεύτερη φορά υποβάλλονται αιτήσεις από υποψηφίους άλλους από εκείνους που περιλήφθηκαν στον Πίνακα, δεν θα είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη η δική τους υποψηφιότητα αν οι διορισμοί περιοριστούν σε μόνο τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον Πίνακα. Για να μπορεί να ληφθεί υπόψη η υποψηφιότητά τους θα πρέπει να διατηρείται η δυνατότητα προφορικής εξέτασης και των νέων υποψηφίων, με αποτέλεσμα πια τον καταρτισμό νέου Πίνακα. Η Δημοκρατία εισηγήθηκε ότι η πρόνοια, στο άρθρο 5(3), για την υποβολή αίτησης «.... για οποιαδήποτε από τις θέσεις για τις οποίες έχει διεξαχθεί η γραπτή εξέταση, όταν δημοσιευτούν κενές θέσεις στο έτος που έπεται της ημερομηνίας διεξαγωγής της εξέτασης ....» σε συνάρτηση με το άρθρο 6(6)(α) θα πρέπει να ερμηνευτεί να σημαίνει ότι αίτηση που υποβάλλεται για τις πρώτες θέσεις που δημοσιεύονται ισχύει και για όλες τις επόμενες που κενώνονται στο ίδιο έτος χωρίς να χρειάζεται δημοσίευσή τους.

Αδυνατούμε να αντιληφθούμε το γιατί οι πρώτες να δημοσιεύονται και οι επόμενες όχι. Αν, ως θέμα αρχής, δεν απαιτείτο η δημοσίευση θέσεων, τότε ούτε για τις πρώτες θα χρειαζόταν. θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί η υποβολή αίτησης για όλες τις θέσεις που ήταν κενές ή θα κενώνονταν εντός του έτους. Θα μπορούσε εξάλλου, με τον ίδιο συλλογισμό, να προβλεφθεί πως ούτε καν η αρχική αίτηση θα χρειαζόταν και, επομένως, όλοι οι επιτυχόντες στη γραπτή εξέταση θα θεωρούντο αυτόματα υποψήφιοι εκτός αν αποσύροντο. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά την απαίτηση για δημοσίευση, δεν διακρίναμε έρεισμα για την άποψη της Δημοκρατίας ότι η σχετική πρόνοια στο άρθρο 5(3), (όπως και αλλού) θέτει αυτή την απαίτηση περιοριστικά με αναφορά σε μόνο τις πρώτες θέσεις. Αλλά και αν ακόμα προσφερόταν αυτή ως μια από τις ερμηνείες, αυτή δεν θα ήταν η ερμηνεία που θα μπορούσε να προκριθεί γιατί θα επρόκειτο για ερμηνεία η οποία βρίσκεται σε αντίθεση με τη νομολογιακά διακηρυχθείσα θεμελιακή αρχή που απαιτεί τη δημοσίευση κενών θέσεων, αρχή η οποία στην Κοφτερού ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2553 ημερ. 1 Μαρτίου 2001 συναρτήθηκε όχι μόνο με την ισότητα και το δημόσιο συμφέρον στην προσέλκυση των καταλληλότερων υποψηφίων αλλά και με την ευρύτερη ιδέα της διαφάνειας που λαμβάνει υπόψη γενικότερα το δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει.

Αναφορά στον καταρτισμό νέου Πίνακα γίνεται στο άρθρο 6(6)(α) όπως και στο άρθρο 7(2) για να προσδιοριστεί η εμβέλεια του, χωρίς όμως να εξειδικεύεται το πότε καταρτίζεται. Το δεύτερο ρυθμίζεται από το άρθρο 6(7)(γ) όπου προβλέπεται ότι:

«Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (8), αν όλοι οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον Πίνακα διοριστούν ή διαγραφούν και υπάρχουν ακόμα κενές θέσεις, η διαδικασία καταρτισμού Πίνακα αρχίζει εκ νέου.»

Σημειώνουμε ότι το εδάφιο (8), στο οποίο γίνεται αναφορά ανωτέρω, δεν ενδιαφέρει στην παρούσα συζήτηση. Επομένως, αν θα μπορούσε να αναζητηθεί λογική στις διατάξεις που αφορούν συγκεκριμένα τη χρήση του πρώτου Πίνακα για την πλήρωση θέσεων που κενώνονται μετά την ημερομηνία καταρτισμού του, θα μπορούσε ίσως να λεχθεί πως εφόσον προκύψει ότι για τις νέες θέσεις υποβάλλονται αιτήσεις και από πρόσωπα που ήδη βρίσκονται στον Πίνακα, αυτοί διορίζονται κατά προτεραιότητα μέχρι την εξάντλησή του, χωρίς να προηγηθεί σύγκριση με τους υποψηφίους που είτε υποβάλλουν αίτηση για πρώτη φορά είτε όχι. και επακόλουθα ότι οι νέες υποψηφιότητες, ή όσες απομένουν, εξετάζονται σε νέα διαδικασία κατόπιν καταρτισμού νέου Πίνακα.

Οι όποιες όμως αδυναμίες του συστήματος - που υπάρχουν όπως και αν αντικρυστεί - δεν είναι δυνατόν να επιδράσουν ώστε να μεταβάλουν την απαίτηση η οποία, κατά τη γνώμη μας, προκύπτει με σαφήνεια από το άρθρο 5(3), και με την οποία άλλωστε συνταιριάζονται οι πρόνοιες των άρθρων 6(1) και 7(2), τόσο για τη δημοσίευση της κάθε κενής θέσης όσο και για την υποβολή αίτησης σε σχέση με την κάθε κενή θέση, ως προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, της διαδικασίας διορισμού.

Εφόσον λοιπόν στην περίπτωση των τριών επιπρόσθετων θέσεων δεν συνέτρεχαν αυτές οι προϋποθέσεις, δεν μπορεί η πλήρωσή τους να θεωρηθεί νόμιμη. Οι εφεσίβλητοι είχαν δε έννομο συμφέρον να θέσουν το ζήτημα προς εξέταση αφού, όπως υποδείχθηκε πρωτοδίκως, η σειρά τους στον Πίνακα θα αποκτούσε σημασία μόνο με την υποβολή αιτήσεων οπότε θα φαινόταν ποιοί από τους περιληφθέντες στον Πίνακα διεκδικούσαν τη θέση.

Όσον αφορά όμως τις πρώτες οκτώ θέσεις δεν συμμεριζόμαστε την πρωτόδικη άποψη ότι η συμπερίληψη των τριών άλλων θα μπορούσε να επιδράσει στην πλήρωσή τους. Θεωρούμε ότι είναι δυνατόν να διαχωρισθεί από το σύνολο της διαδικασίας ως νόμιμο το μέρος που αφορούσε τις πρώτες οκτώ, από το μη νόμιμο μέρος που αφορούσε τις άλλες τρεις. Επισημαίνουμε συναφώς ότι αντίθετα με ό,τι θεωρήθηκε πρωτοδίκως, «η επιλογή και σειρά κατάταξης» για την πλήρωση των πρώτων οκτώ θέσεων ήταν δεδομένη. Η Ε.Δ.Υ. ήταν από το Νόμο δεσμευμένη να προβεί σε διορισμούς με τη σειρά που οι υποψήφιοι αναγράφονταν στον Πίνακα, αφού η σειρά καθοριζόταν από τελική βαθμολογία με την οποία εξαντλείτο το σύνολο του έργου της αξιολόγησης. Για δε τον υποψήφιο που διορίστηκε με βάση τους περί Επαγγελματικής Αποκατάστασης των Παθόντων και των Τέκνων Εγκλωβισμένων Νόμους του 1997-1998* δεν τέθηκε νομικό σημείο αμφισβήτησης.

Η έφεση επιτυγχάνει εν μέρει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στην έκταση που αφορά την πλήρωση των πρώτων οκτώ θέσεων στις οποίες διορίστηκαν οι Μιχαλάκης Λυσάνδρου, Παντελίτσα Έλληνα, Χριστόδουλος Δημητριάδης, Ιωάννης Γ. Χριστοφή, Ανδρέας Νικολάου, Νίκος Α. Παπέττας και Παναγιώτης Α. Παναγιώτου και κατ΄ ακολουθίαν το σχετικό μέρος της προσβληθείσας διοικητικής απόφασης επικυρώνεται βάσει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

Ως προς τα έξοδα θεωρούμε ότι το αποτέλεσμα, υπό το φως των αντίστοιχων θέσεων των μερών, δικαιολογεί τη μη έκδοση διαταγής.

Π.

Δ.

Δ.

Δ.

/ΕΘ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο