ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2004) 3 ΑΑΔ 134

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Υποθέσεις Αρ. 320/99, 809/00, 299/01, 300/01, 301/01, 302/01, 303/01, 304/01, 348/01, 448/01, 912/01, 913/01, 914/01, 922/01, 966/01, 1097/01, 279/02, 328/02, 330/02, 331/02, 445/02, 663/02, 803/02, 815/02, 817/02, 819/02 )

24 Φεβρουαρίου, 2004

[ΠΙΚΗΣ, Π/δρος, ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, ΑΡΤΕΜΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑ?ΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΗΛΙΑΔΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΑΡΕΣΤΗΣ, /στές]

(Υποθέσεις Αρ. 320/99, 809/00, 299/01, 300/01, 301/01,

302/01, 303/01, 304/01, 348/01, 448/01, 912/01, 913/01,

914/01, 966/01, 1097/01, 279/02, 328/02, 330/02, 331/02,

445/02, 663/02, 803/02, 815/02, 817/02, 819/02)

SIGMA RADIO T.V. LTD,

Αιτητές,

v.

ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ,

Καθ΄ ων η αίτηση.

____________

(Υπόθεση Αρ 922/01)

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΔΙΑΣ,

Αιτητές,

v.

ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ,

Καθ΄ ων η αίτηση.

__________

Α. Σ. Αγγελίδης με την Στ. Αγγελίδου(κα), για τους Αιτητές σε όλες τις υποθέσεις.

Ν. Χαραλάμπους με τον Γ. Χριστοφίδη και Βικτ. Χριστοδουλίδου(κα)

για τους Καθ΄ ων η αίτηση σε όλες τις υποθέσεις.

___________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΝΙΚΟΛΑ?ΔΗΣ, Δ.: Η αιτήτρια εταιρεία, που είναι ιδιοκτήτρια τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού σταθμού, προσβάλλει την εγκυρότητα αριθμού αποφάσεων της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (στο εξής «η Αρχή»), με τις οποίες της επιβλήθηκαν διάφορες κυρώσεις, χρηματικές ποινές, για παράβαση προνοιών του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου του 1998, Ν.7(Ι)/98, όπως τροποποιήθηκε και των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Κανονισμών του 2000, Κ.Δ.Π. 10/2000. Λόγω της έγερσης, σε όλες τις προσφυγές, των ίδιων συνταγματικών θεμάτων, αποφασίστηκε η συνεκδίκασή τους από την Πλήρη Ολομέλεια.

Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις παραβιάζεται αριθμός άρθρων του Συντάγματος (΄Αρθρα 19, 26, 12 και 30), καθώς και οι αρχές φυσικής δικαιοσύνης. Ο κύριος κορμός της επιχειρηματολογίας του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας βασίζεται στο γεγονός ότι, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων, η Αρχή συγκεντρώνει πολλές ιδιότητες. Κατά τη διερεύνηση της ενδεχόμενης παραβίασης της νομοθεσίας διορίζεται ερευνών λειτουργός, υπάλληλος της Αρχής. Στη συνέχεια η Αρχή ενεργεί ως κατηγορούσα αρχή, ενώ τα μέλη της εκδικάζουν την υπόθεση. Τέλος, η χρηματική ποινή που θα επιβληθεί καταλήγει στο ταμείο της Αρχής.

Το δικαίωμα δίκαιης δίκης, όπως εξασφαλίζεται τόσο από το ΄Αρθρο 30 του Συντάγματος, όσο και από το άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απαιτεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει εγκαθιδρυθεί διά νόμου. Το δικαίωμα αυτό ισχύει τόσο σε ποινικές, όσο και υποθέσεις που κρίνουν αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Πολλές αποφάσεις καθοριστικές για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις ιδιώτη, λαμβάνονται από την εκτελεστική εξουσία ή κάποιο άλλο σώμα που δεν είναι δικαστήριο εντός της εννοίας του άρθρου 6. Σε μια τέτοια περίπτωση, για να εξασφαλίζεται το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, θα πρέπει να υφίσταται τρόπος αμφισβήτησης της απόφασης ενώπιον δικαστηρίου που εξασφαλίζει τις εγγυήσεις του άρθρου 6 (Le Compte, Van Leuven and De Meyere v. Belgium A 43 para 51 (1981)).

Το δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του άρθρου 6(1) της Συνθήκης ορίζεται με την ουσιαστική έννοια του όρου από τη δικαστική του λειτουργία. Δηλαδή θα πρέπει να αποφασίζει θέματα εντός της αρμοδιότητάς του, επί τη βάσει νομοθετικών κανόνων και με καθορισμένες διαδικασίες. Το δικαστήριο θα πρέπει επίσης να ικανοποιεί μια σειρά περαιτέρω προϋποθέσεων, πολλές από τις οποίες αναφέρονται και στο ίδιο το άρθρο 6(1) (Belilos v. Switzerland A 132 para 64 (1988)). Θα πρέπει να έχει ανεξαρτησία, αμεροληψία και εξασφαλίσεις που προκύπτουν από τη διαδικασία που ακολουθεί.

Το μεγαλύτερο μέρος της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καθορίζει τι συνιστά «ανεξάρτητο δικαστήριο» προκύπτει από εξέταση αποφάσεων διοικητικών ή πειθαρχικών δικαστηρίων και φανερώνει ότι σε τέτοιου είδους δικαστήρια, σε ορισμένα θέματα, δεν απαιτούνται τα ίδια ψηλά επίπεδα που δυνατόν να εφαρμόζονται στα ποινικά και πολιτικά δικαστήρια. Αυτό κυρίως ισχύει ως προς τη διάρκεια της θητείας των μελών του δικαστηρίου και την προστασία τους από εξωτερικές παρεμβάσεις. ΄Ομως και τα διοικητικά δικαστήρια θα πρέπει να είναι ανεξάρτητα όχι μόνο από την εκτελεστική εξουσία, αλλά επίσης και από τους μετέχοντες στη διαδικασία, τους διάδικους (Ringeisen v. Austria A 13 para 95 (1971)).

Στην υπόθεση Campbell and Fell v. UK A 80 para 78 (1984)) το Δικαστήριο αφού επανέλαβε την πιο πάνω αρχή, εξέτασε όχι μόνο κατά πόσο το υπό αμφισβήτηση δικαστήριο ήταν ανεξάρτητο, αλλά και κατά πόσο έδιδε μια τέτοια εντύπωση.

Η εμφάνιση του δικαστηρίου ως ανεξάρτητου ελέγχεται αντικειμενικά. Αρκεί να εγείρεται λογική, θεμιτή, αμφιβολία σε κάποιον από τους διαδίκους, ως προς την ανεξαρτησία συγκεκριμένου μέλους (Sramek v. Austria A 84 (1984)).

Ακόμα στην υπόθεση Belilos v. Switzerland, ανωτέρω, όπου ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί για ασήμαντο ποινικό αδίκημα από Αστυνομική Επιτροπή, επειδή μέλος της Επιτροπής ήταν δικηγόρος στο Αρχηγείο Αστυνομίας, άνκαι εκδίκασε την υπόθεση υπό την προσωπική του ιδιότητα, χωρίς να υπόκειται σε διαταγές και χωρίς να μπορεί να απολυθεί κατά τη διάρκεια της τετρατετούς θητείας του, θεωρήθηκε ότι ο μέσος πολίτης έτεινε να τον βλέπει ως μέλος της αστυνομικής δύναμης, υποκείμενο στους ανωτέρους του και πιστό στους συναδέλφους του, κατάσταση η οποία δυνατόν εύλογα εγείρει αμφιβολίες για την ανεξαρτησία και αμεροληψία της Αστυνομικής Επιτροπής. Κρίθηκε ότι είχε σημειωθεί παράβαση του άρθρου 6(1) της Συνθήκης (βλέπε αντίθετα Campbell and Fell v. UK, ανωτέρω).

Στο σύγγραμμα των Harris, O΄ Boyle και Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, Butterworths, 1995, σελ.234, επισημαίνεται η στενή σχέση μεταξύ της εγγύησης για ανεξαρτησία και αμεροληψία. Δικαστήριο το οποίο δεν είναι ανεξάρτητο, δεν ικανοποιεί ούτε τις προϋποθέσεις αμεροληψίας. Μέλος δικαστηρίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητο ή αμερόληπτο, αν έχει κάποιο δεσμό με διάδικο.

Το αντικειμενικό κριτήριο της αμεροληψίας συνάδει με την αγγλική νομική αρχή ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά πρέπει επίσης και να φαίνεται ότι απονέμεται. Από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τονίζεται εμφαντικά η σημασία της τήρησης των προσχημάτων και την αυξημένη ευαισθησία του κοινού στη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης (βλέπε σχετικά Borgers v. Belgium A 214-B (1991)). Αλλιώς, τονίζεται, διακυβεύεται η εμπιστοσύνη την οποία τα δικαστήρια σε μια δημοκρατική κοινωνία θα πρέπει να εμπνέουν στο κοινό (Fey v. Austria A 255-A para 30 (1993)).

Κατά την εφαρμογή του κριτηρίου η γνώμη του διάδικου που εγείρει θέμα αμεροληψίας είναι μεν σημαντική, αλλά όχι αποφασιστικής σημασίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η αμφιβολία ως προς την αμεροληψία είναι θεμιτή και μπορεί αντικειμενικά να δικαιολογηθεί (Hauschildt v. Denmark A 154 para 48 (1989)).

Το αντικειμενικό κριτήριο παραβιάζεται αν δικαστής έχει συμφέρον στην υπόθεση. Οικονομικό συμφέρον τον αποκλείει ως μη αμερόληπτο, άνκαι θεωρείται ότι δεν χωρεί παράβαση του άρθρου 6(1) της Συνθήκης αν το συμφέρον αποκαλυφθεί και δοθεί η ευκαιρία στο διάδικο να ενστεί (D v. Ireland No 11489/85, 51 DR 117 (1986)). Μη οικονομικά ενδιαφέροντα είναι επίσης σχετικά (Demicoli v. Malta A 210 (1991)). Βλέπε ακόμα Langborger v. Sweden A 155 (1989) και Le Compte, Van Leuven and De Meyere v. Belgium, ανωτέρω).

Στις παρούσες υποθέσεις η Αρχή αρχίζει την εξέταση ενδεχόμενης παράβασης της σχετικής νομοθεσίας είτε κατόπιν παραπόνου, είτε αυτεπαγγέλτως. Την εξέταση αναλαμβάνει ερευνών λειτουργός, υπάλληλος της Αρχής. Η Αρχή ασκεί ακόμα τα καθήκοντα της κατηγορούσας αρχής και η εξακρίβωση της παράβασης της νομοθεσίας γίνεται από τα μέλη της Αρχής που λειτουργούν ως δικαστήριο. Τέλος, το πρόστιμο που επιβάλλεται καταλήγει στο δικό της ταμείο.

Η διαδικασία θα πρέπει να εξετάζεται σφαιρικά και ως σύνολο. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου δεν παρουσιάζεται παραβίαση συγκεκριμένου δικαιώματος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μπορεί, εξετάζοντας τη διαδικασία ως σύνολο να καταλήξει παρά ταύτα, σε διαπίστωση παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (Harris, O΄ Boyle και Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, ανωτέρω, σελ.202 και 203).

Ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα στην Αρχή είτε να ακολουθήσει την πιο πάνω διαδικασία και να εκδικάσει η ίδια την υπόθεση ή να την παραπέμψει στα τακτικά ποινικά δικαστήρια. Σε μια τέτοια περίπτωση το πρόστιμο όμως καταλήγει στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.

Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η Αρχή είναι θεσμικό όργανο, τα μέλη του οποίου διορίζονται από την εκτελεστική εξουσία για σκοπούς που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και τα οποία κανένα προσωπικό συμφέρον δεν έχουν από το αποτέλεσμα. ΄Ομως, κατά την εξέταση του κατά πόσο το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη έχει παραβιαστεί, το αθροιστικό αποτέλεσμα της σύγκλησης τόσων διαφορετικών αρμοδιοτήτων και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η επιβληθείσα χρηματική ποινή εισπράττεται από την ίδια, δυνατόν εύλογα να δημιουργεί αμφιβολίες για την ανεξαρτησία και αμεροληψία της.

Το όλο κλίμα επιδεινώνεται αν προσθέσουμε ότι η απόφαση της Αρχής υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο μόνο, χωρίς δικαίωμα αμφισβήτησης της ουσίας ενώπιον δικαστηρίου που παρέχει τις εγγυήσεις του ΄Αρθρου 6(1) (Le Compte, Van Leuven and De Meyere v. Belgium, ανωτέρω, Benthem v. Netherlands A 97 (1985). Βλέπε ακόμα Obermeier v. Austria A 179 para 70 (1990) και Zumtobel v. Austria A 268-A para 32 (1993)). Βλέπε ακόμα W v. U.K. A 121 (1987) όπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επεσήμανε τον περιορισμένο έλεγχο που γίνεται στην ακυρωτική διαδικασία).

Η αδυναμία άσκησης πλήρους δικαστικού ελέγχου που να εκτείνεται και στην ουσία της υπόθεσης τονίζει την ανάγκη διατήρησης της εμπιστοσύνης του διοικούμενου στην αμεροληψία και ανεξαρτησία του αποφασίζοντος οργάνου.

Η προσφυγή κάτω από το ΄Αρθρο 146 του Συντάγματος έχει μόνο ακυρωτικό χαρακτήρα και ασφαλώς δεν μπορεί να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Δεν μπορεί για παράδειγμα να ερευνηθεί το ύψος του προστίμου με βάση την αρχή της αναλογικότητας. ΄Ενας τέτοιος πλήρης δικαστικός έλεγχος θα ήταν δυνατός αν η Αρχή επέλεγε να προσφύγει, όπως της επιτρέπει το άρθρο 48(6) του Νόμου, στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο.΄Ετσι θα εξασφαλιζόταν από τη μια ο έλεγχος της ουσίας της υπόθεσης, αλλά και από την άλλη η εκδίκασή της, τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ΄ έφεση από δικαστήριο ουσίας. Ακόμα θα ήταν αδιαμφισβήτητη η αμεροληψία του οργάνου που θα επέβαλλε την κύρωση, αφού θα ήταν ανεξάρτητο δικαστήριο, ενώ η οποιαδήποτε επιβληθησόμενη ποινή δεν θα κατέληγε στο ταμείο της εκδικαζούσης Αρχής.

΄Οσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω για την έλλειψη πλήρους δικαστικού ελέγχου δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως εγκατάλειψη της νομολογίας που θεμελιώνεται στη Δημοκρατία ν. Demand Shipping Co Ltd (1994) 3 A.A.Δ. 460 για τη συνταγματικότητα των διοικητικών προστίμων. Απλώς λέχθηκαν για να τονιστεί η ανάγκη, ακριβώς λόγω και της έλλειψης πλήρους δικαστικού ελέγχου, για διατήρηση των προσχημάτων αμεροληψίας και ανεξαρτησίας του σώματος που παίρνει την απόφαση.

Κάτω από τις περιστάσεις θεωρούμε ότι η προσβαλλόμενη διαδικασία παραβιάζει το ΄Αρθρο 30 του Συντάγματος και το ΄Αρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και συνεπώς θα πρέπει να ακυρωθεί.

Οι προσφυγές επιτυγχάνουν και οι προσβαλλόμενες πράξεις ακυρώνονται, με έξοδα εναντίον των καθ΄ων η αίτηση.

Αρτέμης, Δ.

Νικολαΐδης, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο