ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2007) 3 ΑΑΔ 18

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 3687, 3688 και 3689)

24 Ιανουαρίου, 2007

[ΧΡ. ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Πρόεδρος]

[Γ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Μ. ΚΡΟΝΙΔΗΣ, Ρ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ,

Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στές]

(Αναθεωρητική ΄Εφεση Αρ. 3687)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΩΣΤΑΣ,

Εφεσείων-Ενδιαφερόμενο Μέρος 6,

ν.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΝΙΚΟΛΑΟΥ,

Εφεσίβλητου-Αιτητή,

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,

Καθ' ων η Αίτηση.

________________________

(Αναθεωρητική ΄Εφεση Αρ. 3688)

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ,

Εφεσείων-Ενδιαφερόμενο Μέρος 1,

ν.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΝΙΚΟΛΑΟΥ,

Εφεσίβλητου-Αιτητή,

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,

Καθ' ων η Αίτηση.

________________________

(Αναθεωρητική ΄Εφεση Αρ. 3689)

ΑΝΤΡΕΑΣ Ν. ΕΥΘΥΜΙΟΥ

ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ,

Εφεσείοντες-Ενδιαφερόμενα Μέρη 4 και 8,

ν.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΝΙΚΟΛΑΟΥ,

Εφεσίβλητου-Αιτητή,

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,

Καθ' ων η Αίτηση.

________________________

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 3687

Ξ. Ευγενίου (κα), για Α.Σ. Αγγελίδη, για τον Εφεσείοντα.

Α. Ευσταθίου (κα), για τον Εφεσίβλητο.

Κ. Σταυρινός, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ' ων η Αίτηση.

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 3688

Μ. Καλλίγερου (κα), για τον Εφεσείοντα.

Α. Ευσταθίου (κα), για τον Εφεσίβλητο.

Κ. Σταυρινός, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ' ων η Αίτηση.

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 3689

Μ. Δαμιανού (κα), για Μ. Χριστοφίδη, για τους Εφεσείοντες.

Α. Ευσταθίου (κα), για τον Εφεσίβλητο.

Κ. Σταυρινός, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ' ων η Αίτηση.

________________________

ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Π.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει η Δικαστής Ε. Παπαδοπούλου.

________________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Η πλήρωση 14 θέσεων Βοηθού Λειτουργού Πολιτικής ΄Αμυνας, Υπουργείο Εσωτερικών, έδωσε αφορμή στην καταχώριση της Προσφυγής Αρ. 201/02. Με αυτήν, αμφισβητήθηκε από τον εφεσίβλητο - αιτητή στην πρωτόδικη διαδικασία - η νομιμότητα της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (η «Ε.Δ.Υ.»), ημερομηνίας 19/10/2001, αναφορικά με το διορισμό των πιο κάτω εφεσειόντων: Αριστοτέλη Αντωνίου (ε.μ. 1), Πολυχρόνη Βουρή (ε.μ. 2), Κωνσταντίνου Α. Γεωργίου (ε.μ. 3), Αντρέα Ν. Ευθυμίου (ε.μ. 4), Κώστα Κωνσταντίνου (ε.μ. 6), Παναγιώτη Λιασίδη (ε.μ. 7), Βαλεντίνου Πάγκαλου (ε.μ. 8) και Μιχάλη Ρούβα (ε.μ. 11).

Συνάδελφός μας, που άκουσε πρωτόδικα την υπόθεση, ακύρωσε την επίδικη απόφαση, λόγω πλημμελούς αιτιολογίας και «αναγωγής των αποτελεσμάτων των συνεντεύξεων ως το καθοριστικό κριτήριο της τελικής επιλογής».

Θεωρούμε χρήσιμο, προτού αναφερθούμε στους λόγους των εφέσεων, να παραθέσουμε σε συντομία τα γεγονότα και τις επί μέρους καταλήξεις, οι οποίες οδήγησαν στην ακύρωση της επίδικης διοικητικής απόφασης:-

Για την πλήρωση των θέσεων, που είναι θέσεις Πρώτου Διορισμού, Συνδυασμένες Κλίμακες Α2-Α5-Α7, τέθηκαν σε εφαρμογή οι πρόνοιες των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως (Αρ. 2) του 1996, (Ν. 1/90, όπως τροποποιήθηκε), (ο «Νόμος»). ΄Εγιναν γραπτές εξετάσεις από την Υπηρεσία Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και τη Συμβουλευτική Επιτροπή, (η «Συμβουλευτική»). Ακολούθησε προφορική εξέταση από τη Συμβουλευτική όλων όσοι παρακάθισαν στις εξετάσεις και αποφασίστηκε όπως, για τον καθορισμό του συνολικού βαθμού του κάθε υποψηφίου, δοθεί βαθμός βαρύτητας στη γραπτή και στην προφορική εξέταση ίσος με 60% και 40%, αντίστοιχα. Η Συμβουλευτική, στην ΄Εκθεσή της προς την Ε.Δ.Υ., σύστησε για διορισμό τετραπλάσιο των κενών θέσεων αριθμό υποψηφίων. αυτούς που συγκέντρωσαν την ψηλότερη συνολική βαθμολογία. Μεταξύ τους ήταν ο εφεσίβλητος και τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Ακολούθησε από την Ε.Δ.Υ. η διεξαγωγή προφορικής εξέτασης, παρευρισκομένου και του Διοικητή της Πολιτικής ΄Αμυνας, ο οποίος, αφού αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων σ' αυτές, αποχώρησε. Χαρακτήρισε τον εφεσίβλητο: πάρα πολύ καλό, τα ενδιαφερόμενα μέρη 1, 2, 3, 6, 7 και 8: σχεδόν εξαίρετα, το ενδιαφερόμενο μέρος 11: πάρα πολύ καλό και το ενδιαφερόμενο μέρος 4: σχεδόν πάρα πολύ καλό.

Η Ε.Δ.Υ., υπό το φως των όσων ο Διοικητής ανέφερε, αξιολόγησε και η ίδια την απόδοση τωn υποψηφίων. Χαρακτήρισε τον εφεσίβλητο πολύ καλό, ενώ στα ενδιαφερόμενα μέρη έδωσε καλύτερους χαρακτηρισμούς. Στη συνέχεια, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της - αποτελέσματα γραπτής και προφορικής εξέτασης, προσόντα υποψηφίων, στοιχεία των αιτήσεων και των προσωπικών φακέλων, απόδοση στην ενώπιόν της προφορική εξέταση - επέλεξε τα ενδιαφερόμενα μέρη, με το εξής αιτιολογικό:-

«Η Επιτροπή, κατά τη λήψη της πιο πάνω απόφασης, δεν παρέλειψε να παρατηρήσει ότι μεταξύ των υποψηφίων που προσήλθαν στην ενώπιόν της προφορική εξέταση υπήρχαν διαφοροποιήσεις σ' ό,τι αφορά στη συνολική βαθμολογία που συγκέντρωσαν κατά τη γραπτή και προφορική εξέταση που διεξήγαγε η Συμβουλευτική Επιτροπή, λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι όλοι οι υποψήφιοι συγκέντρωσαν αρκετά ψηλή βαθμολογία από τη Συμβουλευτική Επιτροπή και η διαφορά στη μεταξύ τους βαθμολογία ήταν πολύ μικρή, δε θεώρησε ότι κάποιοι από τους υποψηφίους είχαν σοβαρό προβάδισμα έναντι των υπολοίπων και ως εκ τούτου επέλεξε τους πιο πάνω υποψηφίους ως τους καταλληλότερους για την υπό πλήρωση θέση, με βάση το σύνολο των ενώπιον της στοιχείων, περιλαμβανομένης της υψηλότερης απόδοσής τους έναντι των υπολοίπων κατά την ενώπιόν της προφορική εξέταση.

Η Επιτροπή δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι ορισμένοι από τους υποψηφίους κατέχουν προσόντα Ανώτερου ή Ανώτατου επιπέδου, πέραν των απαιτουμένων από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, τα οποία όμως δεν είναι σε σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης θέματα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν το αποφασιστικό κριτήριο επιλογής μεταξύ των υποψηφίων, λήφθηκαν όμως υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά την επιλογή των καταλληλοτέρων, αφού αποδόθηκε σ' αυτά η ανάλογη βαρύτητα.»

Ο αδελφός Δικαστής, ο οποίος ασχολήθηκε σε πρώτο βαθμό με την υπόθεση, έκρινε την πιο πάνω αιτιολογία ανεπαρκή και μη δυναμένη να συμπληρωθεί από τους φακέλους. Με αναφορά στις Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1993) 4 Α.Α.Δ. 263. Αναστασιάδου-Vantieghem ν. Δημοκρατίας (1994) 4 Α.Α.Δ. 959. Παπαχριστοδούλου ν. Ε.Δ.Υ., Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 414/00 κ.ά., 9/7/02, όπου τονίζεται η σημασία που πρέπει να αποδίδεται στο γραπτό διαγωνισμό, κατέληξε, δεδομένης της ψηλότερης απόδοσης του εφεσίβλητου - κατετάγη πρώτος στη συνολική βαθμολογία και δεύτερος στις προφορικές εξετάσεις ενώπιον της Συμβουλευτικής - ότι η Ε.Δ.Υ. διαμόρφωσε την τελική της κρίση με βάση, κυρίως, την υψηλότερη απόδοση των ενδιαφερομένων μερών στην ενώπιόν της προφορική εξέταση. Σημείωσε, μάλιστα, ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη 1 και 8 απέτυχαν στις γραπτές εξετάσεις. Με αναφορά, στη συνέχεια, στις Μικελλίδου ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 105, Πούρος κ.ά., ν. Χατζηστεφάνου κ.ά. (2001) 3 Α.Α.Δ. 374, όπου τονίστηκε ότι, σε θέσεις ψηλά στην ιεραρχία, δικαιολογείται η απόδοση αυξημένης βαρύτητας στα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης, κατέληξε ότι στην παρούσα περίπτωση - πρόκειται για θέση χαμηλά στην ιεραρχία - η προσωπικότητα των υποψηφίων δε συναρτάται άμεσα με τα καθήκοντα της θέσης και ούτε, καθ' οποιοδήποτε τρόπο, επενεργεί στην εκτέλεση των καθηκόντων του σχεδίου υπηρεσίας, ώστε να δικαιολογείται απόδοση αυξημένης βαρύτητας στην προφορική εξέταση.

Με τρεις χωριστές εφέσεις, αμφισβητήθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη 1, 4, 6 και 8 η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Αργότερα, οι εφέσεις εκ μέρους των ενδιαφερομένων μερών 2, 7 και 11 αποσύρθηκαν. Συνοψίζουμε τους λόγους έφεσης και όσα οι συνήγοροι, με τις γραπτές αγορεύσεις τους, συζητούν προς υποστήριξη των θέσεών τους:-

Εσφαλμένα, διατείνονται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αναφορές περί αποτυχίας των ενδιαφερομένων μερών 1 και 8 στις γραπτές εξετάσεις. Ούτε η Συμβουλευτική ούτε η Ε.Δ.Υ. στηρίχθηκαν στους χαρακτηρισμούς των εξεταστών αλλά στο γενικό αποτέλεσμα του διαγωνισμού. Επίσης, διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι η Ε.Δ.Υ. είχε αποστεί χωρίς αιτιολογία από τη σύσταση της Συμβουλευτικής. ΄Αλλο παράπονο των εφεσειόντων είναι ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως δόθηκε από την Ε.Δ.Υ. υπέρμετρη βαρύτητα στην ενώπιόν της προφορική εξέταση, με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής της εξουσίας.

Με κάθε εκτίμηση προς το συνάδελφό μας που εκδίκασε πρωτόδικα την υπόθεση, οι δικές μας απόψεις στα διάφορα επί μέρους θέματα που αναφέραμε πιο πάνω είναι διαφορετικές. Ο γραπτός διαγωνισμός, ο οποίος έγινε, προβλέπεται ειδικά στο ΄Αρθρο 33 του Νόμου ως δυνατότητα για πλήρωση θέσεων πρώτου διορισμού στη Δημόσια Υπηρεσία και τα αποτελέσματά του λαμβάνονται υπόψη τόσο από τη Συμβουλευτική κατά την ετοιμασία του προκαταρκτικού καταλόγου όσο και από την Ε.Δ.Υ. κατά την τελική επιλογή. ΄Οπως είχε αποφασιστεί από τη Συμβουλευτική, καθορίστηκε συνολική βαθμολογία και αυτή λήφθηκε υπόψη από την Ε.Δ.Υ., χωρίς να παραγνωριστούν οι διαφοροποιήσεις κατά τη γραπτή και προφορική εξέταση. Εσφαλμένα, συνεπώς, δόθηκε από το συνάδελφό μας σημασία στις αναφορές για επιτυχία ή αποτυχία στις γραπτές εξετάσεις.

Ούτε συμμεριζόμαστε την πρωτόδικη άποψη ότι η Ε.Δ.Υ. είχε αδικαιολόγητα αποστεί από τη σύσταση της Συμβουλευτικής. Ο Νόμος δεν απαιτεί συμμόρφωση της Ε.Δ.Υ. με τις συστάσεις της Συμβουλευτικής, η οποία, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της - ΄Αρθρο 33(6) του Νόμου, συστήνει μεγαλύτερο αριθμό υποψηφίων από τις κενές θέσεις. Η σύσταση της Συμβουλευτικής, ένα από τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη της η Ε.Δ.Υ., δεν περιορίζει τη διακριτική της εξουσία. Εκείνο που απαιτείται, είναι οι συστάσεις της Συμβουλευτικής να λαμβάνονται υπόψη και, σε περίπτωση διαφωνίας της Ε.Δ.Υ. με αυτές - κάτι που εδώ δε συμβαίνει, δεδομένου ότι εφεσίβλητος και εφεσείοντες συστήνονται - να αιτιολογείται η απόκλιση, της τελικής απόφασης βέβαια ανήκουσας στην Ε.Δ.Υ., ως το όργανο με αποφασιστική αρμοδιότητα. Η Ε.Δ.Υ. ενήργησε εντός των ορίων της εξουσίας της και δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραγνώριση της σύστασης της Συμβουλευτικής. Θεωρούμε ότι παρείχετο έδαφος η πλάστιγγα να κλίνει υπέρ των ενδιαφερομένων μερών, παρά την ψηλότερη συνολική βαθμολογία του εφεσίβλητου από τη Συμβουλευτική.

Εξετάζοντας το τελευταίο παράπονο των εφεσειόντων, βρίσκουμε και αυτό να είναι δικαιολογημένο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η απόδοση των υποψηφίων κατά την ενώπιον της Ε.Δ.Υ. προφορική εξέταση λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης και διακρίβωσης της αξίας τους. Η υπεροχή τους στην προφορική εξέταση ενώπιόν της ήταν στοιχείο που ανάγεται στην αξία, η οποία αποτελεί βασικό κριτήριο. Συμφωνούμε ότι οι θέσεις δεν ήταν από τις ψηλές στην ιεραρχία, αυτό όμως δε μείωνε τη σημασία των αποτελεσμάτων της προφορικής εξέτασης ενώπιον της Ε.Δ.Υ., ενόψει των καθηκόντων και ευθυνών της θέσης στην κρινόμενη υπόθεση. Κατά την άποψή μας, δεν υπήρξε πλημμέλεια. Η Ε.Δ.Υ. αντίκρισε τα δεδομένα μέσα στα όρια της πλατιάς διακριτικής εξουσίας την οποία έχει και, επομένως, δε δικαιολογείται δικαστική επέμβαση.

Οι εφέσεις επιτυγχάνουν.

Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται, περιλαμβανομένης και της διαταγής για τα έξοδα. Η επίδικη διοικητική απόφαση επικυρώνεται.

Τα έξοδα, κατ' έφεση, βαρύνουν τον εφεσίβλητο και καθορίζονται σε ποσό £600,00 σε κάθε έφεση.

Χρ. Αρτεμίδης, Π.

Γ. Νικολάου, Δ.

Μ. Κρονίδης, Δ.

Ρ. Γαβριηλίδης, Δ.

Ε. Παπαδοπούλου, Δ.

/ΜΠ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο