ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2010) 3 ΑΑΔ 286

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 9/2008)

(Υπόθ. Αρ. 301/2006)

15 Ιουνίου 2010

[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ,

ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δικαστές]

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ

Εφεσείουσας/Αιτήτριας,

ν.

ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ

Εφεσιβλήτων/Καθ΄Ων η Αίτηση

_________

Κ. Χατζηϊωάννου με Ν. Χατζηϊωάννου (κα), για την Εφεσείουσα.

Α. Σολουκίδου (κα) για Χρ. Τριανταφυλλίδη, για τον Εφεσίβλητο.

_________________

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Δ. Χατζηχαμπής.

__________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Η ΑΤΗΚ, ως ο καθορισθείς Παροχέας Καθολικής Τηλεπικοινωνιακής Υπηρεσίας στα πλαίσια του Ν. 112(Ι)/2004, υπόγραψε συμφωνία με την εταιρεία Telepassport Telecommunications Ltd (TT), ως δικαιούχο φορέα, για την παροχή προς αυτήν από την ΑΤΗΚ του αρχείου του τηλεφωνικού καταλόγου της, ως είναι υποχρεωμένη να πράττει η ΑΤΗΚ δυνάμει του Νόμου, ώστε ο φορέας να μπορεί να προσφέρει και αυτός ανάλογες υπηρεσίες προς τους συνδρομητές του. Η ΤΤ δεν έμεινε ικανοποιημένη με τις πληροφορίες που της προμήθευσε η ΑΤΗΚ και αποτάθηκε στον Επίτροπο Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Επίτροπο) πληροφορώντας τον ότι αυτές ήσαν ελλιπείς αφού δεν περιλάμβαναν επί μέρους υπηρεσίες των συνδρομητών καταλόγου της ΑΤΗΚ. Η ΑΤΗΚ, την οποία πληροφόρησε σχετικά ο Επίτροπος, είχε την άποψη ότι οι προμηθευθείσες πληροφορίες δεν ήσαν ελλιπείς και δεν είχε υποχρέωση παροχής των επί μέρους στοιχείων τα οποία εθεωρούσε πρόσθετα. Κατόπιν τούτου, ο Επίτροπος διεξήγαγε έρευνα στο αρχείο της ΑΤΗΚ, διαπιστώνοντας ότι όντως τούτο περιείχε τις εν λόγω πληροφορίες οι οποίες δεν εδόθησαν στην ΤΤ, ώστε ενδεχομένως να παρεβιάζετο το άρθρο 111(2)(3) του Νόμου και η παράγραφος 14 του Παραρτήματος ΙΙ της ΚΔΠ 138/2005. Κατόπιν τούτου, ο Επίτροπος απεφάσισε την έναρξη διαδικασίας διοικητικού προστίμου, πληροφορώντας σχετικά την ΑΤΗΚ, αποστέλλοντας της όλα τα σχετικά στοιχεία και καλώντας την να υποβάλει τις γραπτές παραστάσεις της. Με τη συμπλήρωση της διαδικασίας, ο Επίτροπος απεφάσισε την επιβολή διοικητικού προστίμου €50.000 στην ΑΤΗΚ. Κατά της απόφασης του ασκήθηκε προσφυγή η οποία απερρίφθη, είναι δε ενώπιον μας η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την ΑΤΗΚ εδέχθη ενώπιον μας ότι, όσον αφορά τους λόγους έφεσης 1 και 2, οι οποίοι αφορούν το θέμα της φυσικής δικαιοσύνης, τη φύση του διοικητικού προστίμου και τη συνταγματικότητα, αυτοί απαντώνται πλήρως εναντίον της ΑΤΗΚ στην πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση ΑΤΗΚ ν. ΕΡΗΕΤ, ΑΕ58/2007, 7.7.2009, η οποία επικύρωσε την εκεί πρωτόδικη απόφαση στην προσφυγή 1339/2005 στην οποία και είχε ιδιαιτέρως βασισθεί, πέραν της άλλης νομολογίας (ίδε και την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης (2004) 3 ΑΑΔ), ο αδελφός μας Δικαστής πρωτοδίκως για να απορρίψει τις σχετικές εισηγήσεις της ΑΤΗΚ. Μας κάλεσε όμως ο κ. Χατζηϊωάννου να αποστούμε από την απόφαση αυτή. Δεν έχουμε λόγο να πράξουμε τούτο, αφού όλες οι διαστάσεις τις οποίες είχε υπ΄όψη του ο κ. Χατζηϊωάννου ελήφθησαν υπ΄όψη στη νομολογία που αναφέρεται και έτσι δεν θα μας απασχολήσουν οι λόγοι έφεσης 1 και 2.

Επί της ουσίας, η ΑΤΗΚ υπεστήριξε πρωτοδίκως ότι ο Επίτροπος ενήργησε υπό πλάνη βασιζόμενος στον κανονισμό 14 αντί στον κανονισμό 10. Η ίδια εισήγηση γίνεται και ενώπιον μας, παραθέτουμε δε τους εν λόγω κανονισμούς:

«10. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στους τηλεφωνικούς καταλόγους ή παρέχονται στο πλαίσιο της υπηρεσίας πληροφοριών καταλόγου είναι οι ελάχιστες αναγκαίες και συνίστανται στο ονοματεπώνυμο, διεύθυνση και τον τηλεφωνικό αριθμό του συνδρομητή.»

«14. Ο πάροχος Καθολικής Τηλεπικοινωνιακής Υπηρεσίας υποχρεούται να ανταποκρίνεται σε κάθε εύλογο αίτημα Δικαιούχου Φορέα ο οποίος επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες του τηλεφωνικού καταλόγου που κρατά ενήμερο ο παροχέας καθολικής Τηλεπικοινωνιακής Υπηρεσίας προκειμένου να παρέχει και ο ίδιος ανάλογες υπηρεσίες, με την επιφύλαξη της παραγράφου 12 του παρόντος παραρτήματος. Ο παροχέας Καθολικής Τηλεπικοινωνιακής Υπηρεσίας υποχρεούται να παρέχει σχετική πρόσβαση στους Δικαιούχους φορείς οι οποίοι θα του κοινοποιήσουν σχετικό αίτημα, με όρους οι οποίοι θα είναι διαφανείς και αμερόληπτοι ενώ η τιμολόγηση των σχετικών υπηρεσιών θα είναι προσανατολισμένη στο κόστος.»

Η ΑΤΗΚ επικαλείται τον κανονισμό 10 για να υποστηρίξει ότι αυτός καθορίζει τις πληροφορίες που όφειλε να δώσει στην ΤΤ και αυτές κατ΄ελάχιστο έδωσε.

Φρονούμε ότι η εισήγηση της ΑΤΗΚ βασίζεται σε λανθασμένη αντίληψη του κανονισμού 10. Ο κανονισμός 10 καθορίζει όχι τις πληροφορίες που η ΑΤΗΚ οφείλει να δώσει στο δικαιούχο φορέα αλλά εκείνες που πρέπει να περιέχονται στον τηλεφωνικό κατάλογο της ΑΤΗΚ. Τούτου δοθέντος, είναι ακριβώς ο κανονισμός 14 που καθορίζει το εύρος της υποχρέωσης της ΑΤΗΚ προς το φορέα και είναι σαφές ότι η ΑΤΗΚ έχει υποχρέωση να παρέχει όλες τις πληροφορίες που η ίδια διαθέτει ώστε και ο φορέας να μπορεί να τις προσφέρει αναλόγως στους δικούς του συνδρομητές. Είναι εξ αρχής καθηκόντως και όχι προσθέτως από καλή θέληση, ως ισχυρίζεται η ΑΤΗΚ, που η ΑΤΗΚ οφείλει να δώσει στο φορέα όλες τις πληροφορίες του τηλεφωνικού καταλόγου της όπως τον έχει συντάξει για δική της χρήση ως προς τους δικούς της συνδρομητές. Η όλη ιδέα είναι ότι ο φορέας, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες του τηλεφωνικού καταλόγου της ΑΤΗΚ, θα μπορεί να προσφέρει στους δικούς του συνδρομητές ανάλογες υπηρεσίες και να μην μειονεκτεί έναντι της ΑΤΗΚ.

Άλλη εισήγηση της ΑΤΗΚ πρωτοδίκως ήταν ότι η υποχρέωση που ο Επίτροπος θεώρησε ότι είχε η ΑΤΗΚ παραβίαζε τα προσωπικά δεδομένα των συνδρομητών της. Η εισήγηση απερρίφθη, με παραπομπή στην προστασία που προσφέρεται στους συνδρομητές από την παράγραφο 5(1)(2) του Παραρτήματος ΙΙ. Πέραν τούτου, να παρατηρήσουμε ότι, εφ΄ όσον η ΑΤΗΚ δεν ισχυρίζεται βεβαίως ότι ο τηλεφωνικός κατάλογος της παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα των συνδρομητών της, και εφ΄όσον αυτός είναι διαθέσιμος στο ευρύ κοινό, δεν μπορεί να ακούεται να μιλά για παράβαση των προσωπικών δεδομένων των συνδρομητών της ως εκ του ότι τον κατάλογο αυτό τον προμηθεύει στο φορέα δυνάμει της εκ του νόμου υποχρέωσής της. Η παραπομπή της ΑΤΗΚ στο άρθρο 105 ως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 113(Ι)/2007 και στο άρθρο 111(2) ουδόλως στηρίζει τη θέση της ότι μόνο με την τροποποίηση του άρθρου 105 ρυθμίζεται το θέμα των προσωπικών δεδομένων. Το άρθρο 105(2) ήδη παρείχε την αναγκαία προστασία (και ασφαλώς η ΑΤΗΚ δεν ισχυρίζεται ότι δεν είχε συμμορφωθεί με αυτό), η δε τροποποίηση του Ν. 113(Ι)/2007 εξειδικεύει περαιτέρω. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι δεν ετηρήθησαν οι πρόνοιες του άρθρου 105(2) ως ίσχυε κατά το σχετικό χρόνο.

Πρωτοδίκως απερρίφθη και άλλη εισήγηση της ΑΤΗΚ, ότι ο Επίτροπος όφειλε να είχε λάβει τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής όπως προνοεί το άρθρο 19(3). Παρετηρήθη από το Δικαστήριο ότι το άρθρο 28(2) επιτρέπει την επιβολή διοικητικού προστίμου χωρίς την προηγούμενη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αφού προνοεί ότι:

«Ο Επίτροπος δεν ζητεί τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής στις περιπτώσεις έκδοσης Αποφάσεων και/ή Διαταγμάτων δια επιβολή συμμόρφωσης, προσωρινών Αποφάσεων και/ή Διαταγμάτων δια θέματα επειγούσης φύσης ή/και επιβολής διοικητικών προστίμων και/ή άλλων διοικητικών κυρώσεων.»

Η ΑΤΗΚ εισηγείται ενώπιον μας ότι το άρθρο 28(2) ισχύει μόνο ως προς προσωρινές αποφάσεις, ότι δηλαδή η αναφορά σε επιβολή προστίμου δεν είναι ανεξάρτητη αλλά συναρτάται προς προσωρινές αποφάσεις. Δεν μπορούμε να συμμερισθούμε την ερμηνευτική αυτή αντίληψη. Στην όψη του άρθρου 28(2), η περίπτωση της επιβολής διοικητικών προστίμων είναι αυτοτελής περίπτωση στα πλαίσια του, ούτε θα ήταν δυνατό να γίνεται λόγος για προσωρινή απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου.

Για το λόγο έφεσης που αφορά τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να ελέγξει το ύψος του διοικητικού προστίμου, να πούμε μόνο ότι στο περίγραμμα, πέραν της εισήγησης ότι το Δικαστήριο διαθέτει τέτοια εξουσία, δεν γίνεται οποιαδήποτε εισήγηση που να δικαιολογούσε παρέμβαση του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση.

Η ΑΤΗΚ παραπονείται τέλος ότι πρωτοδίκως δεν εξετάσθηκε κατά πόσο ο κανονισμός 9, ο οποίος δίδει στον Επίτροπο την εξουσία να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, είναι ultra vires. Τέτοια εισήγηση βεβαίως δεν είχε γίνει στις αγορεύσεις και δεν θα μπορούσε επομένως να εξετάζετο, θεωρούμε όμως την όλη βάση στην οποία στηρίζεται πεπλανημένη αφού πρόδηλο από το κείμενο του είναι ότι ο κανονισμός 9 εθεσπίσθη με αναφορά στο άρθρο 20(κ) του Νόμου, το οποίο μάλιστα το ίδιο παρέχει στον Επίτροπο εξουσία επιβολής διοικητικού προστίμου, έστω και αν η ΚΔΠ 138/2005 αναφέρεται ως εκδοθείσα δυνάμει των άρθρων 20(θ) και 108(2) που δεν αναφέρονται σε διοικητικό πρόστιμο.

Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €2000 έξοδα πλέον ΦΠΑ προς όφελος του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας.

Γ. Κωνσταντινίδης, Δ.

Δ. Χατζηχαμπής, Δ.

Μ. Φωτίου, Δ.

Στ. Ναθαναήλ, Δ.

Α. Πασχαλίδης, Δ.

/ΚΧ»Π


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο