|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2011) 3 ΑΑΔ 90
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ Δ/στες]
3 Φεβρουαρίου, 2011
- Και -
ΒΡΑΧΙΜΗ Ι. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ κ.ά.
- - - - - - - -
M.Σπηλιωτοπούλου (κα.), για την Εφεσείουσα
Ο εφεσίβλητος στην προσφυγή 741/05 προσωπικά
Μ.Καλλιγέρου (κα.), για την Εφεσίβλητη στην 870/05
Ξ.Ευγενίου, (κα.), για Α.Σ.Αγγελίδη, για την εφεσίβλητη στην 929/05:
-------- ----------- --------
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Κ.Παμπαλλής.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Είναι πιστεύουμε απαραίτητο να προβούμε σε μια ιστορική αναδρομή της διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων Πρώτου Διοικητικού Λειτουργού Γενικό Διοικητικό Προσωπικό, Τμήμα Διοίκησης και Προσωπικού (η «θέση»), που άρχισε από το 2000.
Με την απόφαση Χ΄Χάννας ν. Δημοκρατίας (2001) 4(Α) Α.Α.Δ. 502, (προσφυγή 1093/2000) κρίθηκε ότι η ύπαρξη σημείωσης, στο τότε Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, ότι, «Για την πλήρωση της θέσης μετά την έγκριση του παρόντος Σχεδίου Υπηρεσίας η θέση θα είναι μόνο προαγωγής», που είχε ως απόρροια τον αποκλεισμό του κ.Χ΄Χάννα, αναιρούσα την ίδια τη φύση της προκήρυξης, ως θέσης πρώτου διορισμού και προαγωγής καθιστώντας τη θέση, μόνο προαγωγής και ο εν προκειμένω αποκλεισμός του τότε αιτητή, κρίθηκε, εξ αρχής, παράνομος. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ακυρώθηκε η προαγωγή των Λ.Λάμπρου και Φ.Φιλίππου.
Οι αιτήτριες, Ελένη Παρούτη και ΄Ολγα Μαυρομμάτη, στις προσφυγές υπ΄αριθμό 1005/2000 και 1115/2000, αμφισβήτησαν με τη σειρά τους, τη νομιμότητα της προαγωγής μεταξύ άλλων των Ελευθέριου Οικονομίδη και Ανδρέα Σάββα. Με την απόφαση στην υπόθεση Αριθ.1005/2000 Παρούτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας, 8 Νοεμβρίου 2001, ακυρώθηκε η προαγωγή των δυο πιο πάνω, ενδιαφερομένων προσώπων.
Αμφότερες οι αποφάσεις εφεσιβλήθηκαν. Με την υπόθεση Δημοκρατία ν. Χ΄Χάννα κ.ά. (2004) 3 Α.Α.Δ. 267 (ΑΕ3277) κρίθηκε ότι η συγκεκριμένη «Σημείωση» στο Σχέδιο Υπηρεσίας απέληγε «σε ανισότητα μεταξύ αυτών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο να διεκδικήσουν τη θέση». Κατέληξε δε το εφετείο με το εξής:
«Η ΕΔΥ θα πρέπει να επανεξετάσει το ζήτημα υπό το φως της απόφασης μας, θεωρώντας τη θέση ως πρώτου διορισμού και προαγωγής, με υποψήφιους βεβαίως αυτούς που ήσαν υποψήφιοι στην ακυρωθείσα διαδικασία».
Τώρα επανερχόμεθα στα γεγονότα που προηγήθηκαν της προσβληθείσας, με τις παρούσες προσφυγές, απόφασης της ΕΔΥ ημερ. 28 Μαρτίου 2005, για επαναπροαγωγή των πιο πάνω τεσσάρων ενδιαφερομένων μερών.
Οι ενέργειες της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (στο εξής ΕΔΥ) στο στάδιο της επανεξέτασης της πλήρωσης των τεσσάρων θέσεων, όπως οριζόταν στην πιο πάνω ΑΕ3277, παρατίθενται στην απόφαση του συναδέλφου μας Κραμβή, Δ., που εκδίκασε τις προσφυγές πρωτοδίκως και είναι οι εξής:
«οι θέσεις δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα και οι 28 αιτήσεις που υποβλήθηκαν μαζί με τον κατάλογο των υποψηφίων για προαγωγή στην διαδικασία που ακυρώθηκε, αποστάληκαν στη Συμβουλευτική Επιτροπή. Η Συμβουλευτική Επιτροπή προέβη στη διενέργεια προφορικών συνεντεύξεων και ακολούθησε τη διαδικασία που προνοεί το άρθρο 34 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας νόμου Ν.1/90, για την πλήρωση θέσεων πρώτου διορισμού και προαγωγής. Σύστησε 16 υποψηφίους προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ), ανάμεσα στους οποίους ήταν οι αιτητές και τα 4 ενδ. μέρη. Η ΕΔΥ, στη συνεδρία της ημερομηνίας 11.3.05 εξέτασε την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής και υιοθέτησε τα πορίσματα της. Στην επόμενη συνεδρία ημερ. 28.3.05 η ΕΔΥ πήρε τη σύσταση του Διευθυντή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού κ. Παπαγεωργίου, η οποία ήταν υπέρ των ενδ. μερών χωρίς περαιτέρω αιτιολογία. Μετά την αποχώρηση του διευθυντή, η ΕΔΥ αφού έλαβε υπόψη τα πορίσματα της Συμβουλευτικής Επιτροπής και υπό το φως των εν γένει ενώπιον της ουσιωδών στοιχείων, έκρινε ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα υπερέχουν γενικά των άλλων υποψηφίων ως οι πιο κατάλληλοι για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης και αποφάσισε να τους προσφέρει προαγωγή στη θέση Πρώτου Διοικητικού Λειτουργού, Γενικό Διοικητικό Προσωπικό Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και προσωπικού, αναδρομικά από 1.6.00.»
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η ΕΔΥ προχώρησε στην επαναπροαγωγή και των τεσσάρων ενδιαφερομένων μερών, ήτοι των 1. Ανδρέα Μ.Σάββα, 2. Ελευθέριου Οικονομίδη, 3. Φίλιππου Φιλίππου και 4. Λάμπρου Λάμπρου.
Αμφισβητώντας τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης καταχωρίστηκαν οι συνεκδικαζόμενες προσφυγές (870/2005, 741/2005 και 929/2005). Η αιτήτρια στην προσφυγή 870/2005 προσβάλλει την επαναπροαγωγή και των τεσσάρων ενδιαφερομένων μερών, ο αιτητής στην προσφυγή 741/2005 προσβάλλει την επαναπροαγωγή των ενδιαφερομένων μερών 1, 3 και 4. Στην προσφυγή 929/05, η αιτήτρια στις 8 Μαϊου 2006 απέσυρε την αίτηση εναντίον του ενδιαφερομένου μέρους 1, και προώθησε το αίτημα της για τους υπόλοιπους.
Η ακρόαση των προσφυγών είχε αποπερατωθεί, με την έκδοση της απόφασης στην Υποθ.αριθ. 741/05 Βραχίμης Χ΄Χάννας κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 13 Ιουνίου 2007. Η πιο πάνω απόφαση της ΕΔΥ, ημερ. 28 Μαρτίου 2005, για επαναπροαγωγή των ενδιαφερομένων μερών, κρίθηκε ακυρωτέα λόγω κακής συγκρότησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής Επιλογής. Αμφισβητήθηκε η ορθότητα της απόφασης και το εφετείο στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Χ΄Χάννα Α.Ε. 113/2007 ημερ. 18 Ιουνίου 2010, αποφάσισε ότι ορθώς προήδρευσε της Συμβουλευτικής Επιτροπής ο Διευθυντής Δημοσίας Διοίκησης και Προσωπικού θεωρώντας τη συγκρότηση νόμιμη, που είχε ως συνέπεια τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης, επί του προκειμένου.
Ταυτοχρόνως, στο πλαίσιο της πιο πάνω αναθεωρητικής έφεσης, εξετάστηκε ο δεύτερος προβληθείς λόγος έφεσης που προωθήθηκε από τη Δημοκρατία, ο οποίος αφορούσε την πρωτοδίκως ακυρωθείσα προαγωγή του ενδιαφερομένου μέρους Ανδρέα Σάββα, επειδή, όπως υποστηρίχθηκε από την αιτήτρια στην προσφυγή 870/05, η επιλογή του δεν στηρίχθηκε σε ενιαίο μέτρο κρίσης, αφού ο εν λόγω επαναδιορισθείς είχε προαποβιώσει. Το εφετείο απέρριψε αυτό το λόγο έφεσης αναφέροντας σχετικά.
«Ανάγνωση των αποσπασμάτων της αξιολόγησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, κάθε άλλο παρά αποκαλύπτει αυτό που οι εφεσείοντες εισηγούνται. Η σύγκριση της αιτήτριας με το ενδιαφερόμενο μέρος 1, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, έγινε κατά παράβαση του ενιαίου μέτρου κρίσης, αφού, ενώ σε όλα τα άλλα στοιχεία τα εν λόγω πρόσωπα εμφανίζονται στην αξιολόγηση τους να είναι ίσα, το ενδιαφερόμενο μέρος 1, το οποίο δεν υπεβλήθη σε προφορική εξέταση, χαρακτηρίστηκε ως «Εξαίρετο», ενώ η αιτήτρια, η οποία στην προφορική εξέταση έκανε «πολύ καλή» εντύπωση, χαρακτηρίστηκε ως «Πάρα πολύ Καλή».
Μέσα σ΄αυτό το πραγματικό πλαίσιο θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία των προσφυγών.
Κατ΄αρχάς θα ασχοληθούμε με ένα θέμα που είναι θεμελιακό και άπτεται της νομιμότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στη Συμβουλευτική Επιτροπή, αυτό της σύνθεσης της εν λόγω Επιτροπής. Ακολουθώντας τις οδηγίες της ΕΔΥ, όπως αυτές καθορίζονται στην επιστολή ημερ. 6 Αυγούστου 2004, συστάθηκε πενταμελής Συμβουλευτική Επιτροπή.
Στις 14 Γενάρη 2005 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρία της Επιτροπής. Από το περιεχόμενο της έκθεσης, που επισυνάπτεται στην ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, εκτός από την προκαταρκτική εργασία, στην οποία θα επανέλθουμε μεταγενέστερα, προγραμματίστηκε η διενέργεια προφορικών συνεντεύξεων των υποψηφίων, που θα λάμβαναν χώραν στις 2 και 5 Φεβρουαρίου.
Η έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ημερ. 16 Φεβρουαρίου 2005 υπογράφεται τελικώς, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, από τα τέσσερα από τα πέντε καθορισθέντα μέλη της, αφού μόνο αυτά είχαν λάβει μέρος στην όλη διαδικασία.
Το πέμπτο μέλος της Επιτροπής η κα.Γεωργία Αιμιλιανίδου, όπως καταγράφεται στην έκθεση, απουσίαζε από την πρώτη συνεδρία (14 Γενάρη 2005) για υπηρεσιακούς λόγους. ΄Εκτοτε δεν επανήλθε ούτε ξαναεμφανίζεται να λαμβάνει μέρος στα εναπομείναντα στάδια της διαδικασίας επιλογής. Ο λόγος εμφανώς καταγράφεται.
Αποκλείστηκε, το εν λόγω μέλος από του να συμμετάσχει στη διαδικασία, υποστήριξε η αιτήτρια Παρούτη. Δεν ήταν αναγκαία η συμμετοχή της αφού απουσίαζε στην πρώτη συνεδρία λόγω υπηρεσιακού κωλύματος, αντιπρότεινε η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση και εν πάση περιπτώσει, τρία μέλη συνιστούσαν απαρτία, και ορθώς προχώρησε η διαδικασία.
Οποιοσδήποτε και αν ήταν ο λόγος μη κλήτευσης της κας.Αιμιλιανίδου να συμμετάσχει εκ νέου στη διαδικασία, και η συνακόλουθη απουσία επηρέασε τη διαδικασία. Από την ανάγνωση των πρακτικών των εργασιών της Συμβουλευτικής Επιτροπής στις 14 Γενάρη 2005, που αποτελούν και τα πρακτικά, όπως υποστήριξε η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση, δεν οδηγούμεθα σ΄άλλο συμπέρασμα παρά στο ότι, ήταν μια προκαταρκτική ενημέρωση για τις προηγηθείσες νομικές διαδικασίες, (εκδοθεισών ακυρωτικών αποφάσεων), των εγγενών προβλημάτων της συγκεκριμένης περίπτωσης, με το θάνατο ενός υποψηφίου και του εισηγηθέντος από το Γενικό Εισαγγελέα τρόπου αντιμετώπισης του, όπως επίσης και η εξέταση των αιτήσεων. Είναι φανερό ότι τα πλείστα, αν όχι όλα των θεμάτων, ήταν ήδη καταγραμμένα σ΄έγγραφα.
Συνεπώς δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο καταδειχθεί η αδυναμία πλήρους ενημέρωσης της κας.Αιμιλιανίδου σχετικά με όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία ώστε να μπορεί να συνεχίσει να εκτελεί το ανατεθέν σ΄αυτήν καθήκον συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής, ως μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Η πιο πάνω λύση έχει νομοθετικώς θεσμοθετηθεί με το άρθρο 22 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/99).
Ταυτοχρόνως, η νομολογία προκαθορίζει την αναγκαιότητα εξέτασης ενός θέματος από συλλογικό όργανο, όπως αυτό συγκροτείται νόμιμα. Kyprianou v. Republic (1976) 3 CLR 210, Mytides v. Republic (1988) 3 CLR 737, Κόρτας κ.ά. ν. ΡΙΚ (2007) 3 Α.Α.Δ. 67, Στυλιανού κ.ά. ν. ΡΙΚ (2007) 3 Α.Α.Δ. 308. Η συγκρότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, όπως καθορίζεται με βάση το εδαφ.(δ) του αρθρο.32 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, (Ν.1/90), είναι πενταμελής. Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη οποιασδήποτε φύσεως κωλύματος για την περαιτέρω παρουσία του εν λόγω μέλους στη μετέπειτα διαδικασία. Είναι έκδηλο ότι η μη συμμετοχή του εν λόγω μέλους οφείλεται σε πλάνη ως προς τη δυνατότητα συμμετοχής του, όπως καταγράφεται στο πρακτικό.
«Το μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής κα.Γεωργία Αιμιλιανίδου δεν έλαβε μέρος λόγω απουσίας για υπηρεσιακούς λόγους και, ως εκ τούτου, δεν θα συμμετάσχει στη συνέχεια της διαδικασίας.»
Από το πιο πάνω λεκτικό καταδεικνύεται ότι η απόφαση για μη περαιτέρω κλήτευση του πιο πάνω μέλους, λήφθηκε εκ των προτέρων, χωρίς να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενημέρωσης του, όπως προβλέπει η καταληκτική πρόνοια (proviso) του άρθρου 22 του Ν.158(Ι)/99. Γεγονός που οδηγεί σε παράνομη σύνθεση. (βλ. Mytides (ανωτέρω), Κόρτας (ανωτέρω) και Στυλιανού (ανωτέρω). Θα ήταν επίσης παράνομη η σύνθεση της Επιτροπής και αν ακόμη η μη συμμετοχή οφειλόταν σε εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν παράνομη και στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας που διαπερνά το εύρος της όλης διαδικασίας και δεν δικαιολογείται η εξέταση άλλων θεμάτων,που εγείρονται με την προσφυγή της αιτήτριας Παρούτη ή των αιτητών Χ΄Χάννα και Μαυρομμάτη.
Θεωρούμε ότι είναι επωφελές να σχολιάσουμε το θέμα της συμπερίληψης, στο Σχέδιο Υπηρεσίας της συγκεκριμένης θέσης, της «πείρας στο Γενικό Διοικητικό Προσωπικό», η ύπαρξη της οποίας ανάγεται σε «πλεονέκτημα» και το προβληθέν επιχείρημα από τον αιτητή Χ΄Χάννα, ότι πλήττει το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων και πρέπει να κριθεί ως ultra vires.
Ανάλογο ζήτημα προβλεφθείσας, σε Σχέδιο Υπηρεσίας, πείρας και μάλιστα με πιο εξειδικευμένη απαίτηση υπηρεσίας σε συγκεκριμένο τμήμα του Δημοσίου, απασχόλησε το εφετείο στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ιακώβου κ.ά. (2005) 3 Α.Α.Δ. 35, όπου ανατρέποντας πρωτόδικη απόφαση επί του προκειμένου, λέχθηκαν τα εξής:
«΄Οσον αφορά το δεύτερο λόγο έφεσης, το κρίσιμο προσόν είναι το υπ΄αρ.(2) στο Σχέδιο Υπηρεσίας το οποίο έχει ως εξής:
«απαιτούμενα προσόντα:
(1) .......
(2) Δεκαεξαετής τουλάχιστον πείρα στην επίβλεψη ή/και εκτέλεση κατασκευαστικών έργων οδοποιίας και κτιρίων, από την οποία δεκαετής τουλάχιστον υπηρεσία στον προγραμματισμό, οργάνωση, καθοδήγηση, συντονισμό και έλεγχο εργασιών και προσωπικού στην Επαρχιακή διοίκηση.»
Δεν βλέπουμε γιατί ο πιο πάνω περιορισμός πάσχει είτε γιατί, όπως έκρινε ο συνάδελφος μας Δικαστής, «έχει τεθεί καθ΄υπέρβαση εξουσίας» είτε γιατί «συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση». Ο περιορισμός τέθηκε, προφανώς, στη βάση των αναγκών της Υπηρεσίας. Για δε τη συγκεκριμένη πλήρωση η θέση καθορίστηκε, όπως αναφέραμε, ως «πρώτου διορισμού και προαγωγής». Ο περιορισμός δεν αναίρεσε το χαρακτήρα της θέσης ως θέσης «πρώτου διορισμού και προαγωγής.» ΄Αφησε ανοικτή τη δυνατότητα υποβολής υποψηφιότητας, όχι μόνο από τους δημόσιους υπάλληλους που κατέχουν την αμέσως κατώτερη θέση, αλλά και από τους δημόσιους υπάλληλους που, αν και δεν κατέχουν την αμέσως κατώτερη θέσης, εν τούτοις, έχουν δεκαεξαετή τουλάχιστον πείρα στην επίβλεψη κλπ. έργων οδοποιίας και κτιρίων από την οποία δεκαεξαετή τουλάχιστον υπηρεσία στον προγραμματισμό κλπ. Στην Επαρχιακή Διοίκηση. ΄Αφησε, επίσης, ανοικτή τη δυνατότητα υποβολής υποψηφιότητας και από εξωτερικούς υποψήφιους εφόσον και αυτοί έχουν δεκαεξαετή τουλάχιστον πείρα στην επίβλεψη κλ.π. έργων οδοποιίας και κτιρίων από την οποία δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία στον προγραμματισμό κλπ. στην Επαρχιακή Διοίκηση.»
Με γνώμονα τα πιο πάνω οι προσφυγές έχουν επιτυχή κατάληξη. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. H προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή, πλέον ΦΠΑ, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για τις αιτήτριες Παρούτη και Μαυρομμάτη. Για τον αιτητή Χ΄Χάννα επιδικάζονται μόνο τα πραγματικά έξοδα αφού εμφανίστηκε αυτοπροσώπως.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.
ΝΙΚΟΛΑ?ΔΗΣ, Δ.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ.
ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.