|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(1997) 4 ΑΑΔ 1811
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
< FONT FACE="Arial,Arial">ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
< FONT FACE="Arial,Arial">ΑΡ. 643/96, 644/96 και 645/96.
ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. ΚΑΛΛΗ, Δ.
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος.
< FONT FACE="Arial,Arial">ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 643/96.
Μεταξύ:
Προκόπη Χριστοφή,
Αιτητή,
και
Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου,
Καθ΄ ων η αίτηση.
________________
< FONT FACE="Arial,Arial">ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 644/96.
Μεταξύ:
Παναγιώτη Χριστοφόρου,
Αιτητή,
και
Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου,
Καθ΄ ων η αίτηση.
________________
< FONT FACE="Arial,Arial">ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 645/96.
Μεταξύ:
Χαμπή Νικόλα,
Αιτητή
και
Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου,
Καθ΄ ων η αίτηση.
__________________
31 Ιουλίου, 1997.
Για τους αιτητές : Α. Ευσταθίου (κα.)
Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Κ. Μιχαηλίδης.
___________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι αιτητές προσβάλλουν την απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση με την οποία τερματίσθηκαν οι υπηρεσίες τους ως φορτωτές στο Κεντρικό Σφαγείο Κοφίνου. ΄Εχουν συνεκδικαστεί επειδή παρουσιάζουν τα αυτά νομικά και πραγματικά ζητήματα.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις προσφυγές έχουν ως πιο κάτω:
Οι αιτητές προσλήφθηκαν ως φορτωτές-εκφορτωτές στο Κεντρικό Σφαγείο Κοφίνου μεταξύ 15.6.1989 και 12.9.1989. Με επιστολή του Διευθυντή του Κεντρικού Σφαγείου τερματίσθηκε η απασχόληση τους από την 3.7.1996. Λόγος του τερματισμού της απασχόλησης ήταν: Μη ανταπόκριση στα καθήκοντα τους και μη εκτέλεση κατά ικανοποιητικό τρόπο της εργασίας τους ως φορτωτές, θέση για την οποία είχαν προσληφθεί.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση με σχετική προδικαστική ένσταση υποστήριξε ότι η απόλυση των αιτητών "δεν εμπίπτει εις την σφαίραν του Δημοσίου Δικαίου και κατά συνέπεια το Ανώτατον Δικαστήριον δεν έχει δικαιοδοσίαν". Ανέπτυξε ως πιο κάτω την προδικαστική ένσταση του με τη γραπτή του αγόρευση:
Οι αιτητές ήταν εργάτες που είχαν διορισθεί από τους καθ΄ ων η αίτηση. Ασκούσαν την εργασία ενός εργάτη. Δεν "κατείχαν οποιανδήποτε θέσιν εις την υπηρεσίαν του Συμβουλίου. Η εργοδότησις τους ερυθμίζετο από την συλλογικήν σύμβασιν, που ήταν σε ισχύν για τους εργάτες του Συμβουλίου. Η εργοδότησις τους ετερματίσθη γιατί δεν εκτελούσαν κατά τρόπον ικανοποιητικόν την εργασίαν τους".
Ο τερματισμός της απασχόλησης των αιτητών δεν εμπίπτει εις την σφαίραν του Δημοσίου Δικαίου έστω και εάν το Συμβούλιο του Κεντρικού Σφαγείου είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Τούτο - σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ΄ ων η αίτηση - δεν εξυπακούει το αυθαίρετο συμπέρασμα ότι οι αιτητές απολαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 122 του Συντάγματος, τα δικαιώματα που απολαμβάνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι γιατί ένας εργάτης του Κεντρικού Σφαγείου δεν απολαμβάνει τα δικαιώματα ενός δημόσιου υπαλλήλου. Ισχυρίσθηκε ότι οι περί Κεντρικού Σφαγείου (΄Οροι Υπηρεσίας Υπαλλήλων) Κανονισμοί, του 1989 (Κ.Δ.Π. 88/99) εφαρμόζονται "επί απάντων των υπαλλήλων της υπηρεσίας του Συμβουλίου" (βλ. καν. 3). Σύμφωνα με τον καν. 2 "υπάλληλος" σημαίνει τον κατέχοντα θέσιν είτε μονίμως είτε προσωρινώς είτε αναπληρωματικώς εν τη υπηρεσία" και δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ένας εργάτης κατέχει θέση στην υπηρεσία του Συμβουλίου. Για να ενισχύσει αυτή την θέση του έκαμε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Patikkis and Another v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103, 108:
"Counsel for the appellants submitted the 1976 Regulations applied indistinguishably to all employees of the Municipality and no exception could be made in the case of labourers. The answer to this contention, a fairly obvious one, is the one advanced by counsel for the Municipality, that is, that the Regulations have no application to appellants as a matter of construction of the definition of 'municipal employees' furnished by s.2 of the Regulations. A municipal employee is defined as one who holds permanently, temporarily or on an acting basis, a position in the establishment of the Municipality. The appellants did not belong to that class of personnel. Had that been the case the contract of their employment would have been governed by public law and review of its breach would lie exclusively with the Supreme Court under Article 146 in the exercise of its revisional jurisdiction."
Μετάφραση στα ελληνικά:
"Ο συνήγορος των εφεσειόντων υπέβαλε ότι οι κανονισμοί του 1976 εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλους τους υπαλλήλους του Δημαρχείου και δεν μπορούσε να γίνει εξαίρεση στην περίπτωση των εργατών. Η απάντηση σε αυτό τον ισχυρισμό, η οποία είναι αυτονόητη, είναι εκείνη
που έχει προβάλει ο συνήγορος του Δημαρχείου, δηλαδή ότι οι κανονισμοί δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση των εφεσειόντων σαν θέμα ερμηνείας του ορισμού του όρου 'δημοτικός υπάλληλος' στον καν. 2 των Κανονισμών.
'Δημοτικός υπάλληλος' σύμφωνα με τον Κανονισμό είναι εκείνος ο οποίος κατέχει μονίμως, προσωρινώς ή αναπληρωματικώς θέση στην υπηρεσία του Δημαρχείου. Οι εφεσείοντες δεν ανήκαν σε εκείνη την τάξη του προσωπικού. Εάν έτσι ήταν η περίπτωση τους η σύμβαση εργοδότησης τους θα διεπόταν από το δημόσιο δικαίο και αναθεώρηση της παράβασης της θα ενέπιπτε αποκλειστικώς εντός της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 146, στην άσκηση της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του."
Υποστήριξε ότι η υπόθεση Patikkis (πιο πάνω) τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Είχε ερμηνεύσει τον όρο "δημοτικός υπάλληλος" στον καν. 2 των περί Δημοτικής Υπηρεσίας Κανονισμών του Δήμου Λευκωσίας του 1976 (Κ.Δ.Π. 11/77) του οποίου η ερμηνεία είναι η ίδια με εκείνη του όρου "υπάλληλος" στον καν. 2 της Κ.Δ.Π. 88/89.
Από την άλλη η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών έκαμε αναφορά στο άρθρο 122 του Συντάγματος και υποστήριξε ότι "η ενασχόληση των αιτητών σε μόνιμη και τακτική εργασία σε μόνιμη υπηρεσία της Δημοκρατίας προσδίδει σε αυτούς την ιδιότητα την οποία το άρθρο 122 του Συντάγματος προσδίδει στους δημόσιους υπάλληλους και κατ΄ ακολουθία απονέμει εις αυτούς όλα τα δικαιώματα τα οποία απολαμβάνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους συνάδοντας προς αυτόν νόμους".
΄Εχω εξετάσει προσεκτικά τον ορισμό του όρου "υπάλληλος" στην πιο πάνω Κ.Δ.Π. 88/89 και τον ορισμό του όρου "δημοτικός υπάλληλος" στην πιο πάνω Κ.Δ.Π. 11/77.
Είναι η διαπίστωση μου ότι το περιεχόμενο των δύο ορισμών είναι ταυτόσημο. Υιοθετώ την απόφαση στην Patikkis (πιο πάνω). Κρίνω ότι η σύμβαση εργασίας των αιτητών δεν διέπεται από το δημόσιο δίκαιο αλλά από το ιδιωτικό δίκαιο. Επομένως η αναθεώρηση της νομιμότητας της δεν εμπίπτει εντός της, δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι καλώς γνωστό ότι μόνο διοικητικές πράξεις που λαμβάνονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου εμπίπτουν εντός της πιο πάνω δικαιοδοσίας (Βλ. Valana v. Republic, 3 R.S.C.C. 91, HadjiKyriacou v. HadjiApostolou, 3 R.S.C.C. 89).
Ανεξάρτητα από τα νομολογηθέντα στην Patikkis (πιο πάνω) έχοντας υπόψη τη φύση της εργασίας των αιτητών και τη σχετική θέση της νομολογίας (Βλ. Loizou and Another v. Cyprus Inland Telecommunications Authority, 4 R.S.C.C. 48, Ioannou and Others v. Republic (1967) 3 C.L.R. 279 και Papakyriacou v. Health Services of Cyprus (1970) 3 C.L.R. 351) κρίνω ότι οι αιτητές, οι οποίοι υπηρετούσαν ως εργάτες (φορτωτές/εκφορτωτές), δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι "απασχολούνται τακτικώς ως εργάται εις μόνιμα έργα της Δημοκρατίας" εντός της έννοιας του πιο πάνω άρθρου 122 του Συντάγματος.
Για τους πιο πάνω λόγους το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί των προσφυγών. Η προδικαστική ένσταση γίνεται δεκτή και οι προσφυγές απορρίπτονται. Ο καθένας από τους αιτητές να πληρώσει ποσό £70 έναντι των εξόδων των καθ΄ ων η αίτηση.
Π. ΚΑΛΛΗΣ,
Δ.
/ΕΑΠ.