ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(1998) 4 ΑΑΔ 512

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΡ. 638/97

ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Δ.

Αναφορικά με το ΄Αρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

GOODY'S EVAGOROU LTD από Λευκωσία

Αιτητές

και

Κυπριακής Δημοκρατίας δια του

Εφόρου Εμπορικών Σημάτων

Καθ΄ου η αίτηση

---------------------

30 Ιουνίου 1998.

Για τους αιτητές: Β. Πέτρου-Πιερίδου.

Για τους καθ΄ων η αίτηση: Λ. Χριστοδουλίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.

Για την ενδιαφερόμενη εταιρεία: Ξ. Ξενόπουλος.

--------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Οι αιτητές και η ενδιαφερόμενη εταιρεία διεκδίκησαν, η κάθε μια για τον εαυτό της, εγγραφή της λέξης Goody's και σχεδίου ως εμπορικού σήματος τους στο Μέρος Α του Μητρώου. Η ΄Εφορος Εμπορικών Σημάτων τα ενέγραψε, και για τους δυο, στο Μέρος Β υπό όρους και επιφυλάξεις. Ακολούθησαν ενστάσεις, προσαγωγή μαρτυρίας με ένορκες δηλώσεις και ανάπτυξη επιχειρημάτων από τις δυο πλευρές. Η ΄Εφορος, με επιστολή της τους πληροφόρησε ως εξής:

"Μετά από προσεκτική μελέτη όλων των υποβληθέντων επιχειρημάτων, καταχωρηθέντων γραπτών αγορεύσεων και μαρτυρίας έχω καταλήξει ότι η φύση των υποθέσεων αυτών είναι τέτοιας μορφής ώστε να μή δύναμαι να αποδεχθώ καμιά αίτηση και συνεπάκόλουθα να μη δύναμαι να αποδεχθώ και/ή απορρίψω καμία ένσταση μέχρις ότου τα δικαιώματα αμφοτέρων των πλευρών δηλαδή της GOODY'S EVAGOROU LTD από τη Κύπρο και GOODY'S A.E. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΠΙΣΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ από την Ελλάδα καθοριστούν/αποφασιστούν/κριθούν από το Δικαστήριο".

΄Ασκησε συναφώς την εξουσία που της παρέχει το άρθρο 14(3) του περι Εμπορικών Σημάτων Νόμου Κεφ. 268, όπως τροποποιήθηκε. ΄Εδωσε στις δυο πλευρές χρόνο δυο μηνών για να προσφύγουν στο Δικαστήριο "για καθορισμό των δικαιωμάτων τους" εξηγώντας τους ταυτόχρονα πως αν παρέλειπαν να ενεργήσουν, οι αιτήσεις τους θα θεωρούνταν ως εγκαταλειφθείσες και θα απορρίπτονταν λόγω μή προώθησής τους.

Οι αιτητές, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε, απευθύνθηκαν με αίτησή τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Παράλληλα, αμφισβητούν με την προσφυγή τους το κύρος του χειρισμού που προέκρινε η ΄Εφορος.

Πρώτα επιδιώκουν δήλωση πως η απόφαση/πράξη της Εφόρου "με την οποία παρέλειψε να αποφασίσει" αναφορικά με το αίτημα και με την οποία τους παρέπεμψε στο Δικαστήριο για καθορισμό των δικαιωμάτων τους, είναι "άκυρη, αντισυνταγματική και παράνομη". Μετά, δηλώσεις πως η μή εγγραφή του σήματος στο όνομά τους και η μή απόρριψη της ένστασης της ενδιαφερόμενης εταιρείας είναι "παράνομη και άκυρη". Αυτό το δεύτερο σκέλος του αιτητικού, για το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αναπτύχθηκαν επιχειρήματα, είναι εξ ορισμού απαράδεκτο. Εμφανίζει ουσιαστικά την έγκριση της αίτησης των αιτητών και την απόρριψη της ένστασης σ΄αυτή να είναι οφειλόμενη ενέργεια. Που δεν είναι. Αυτό μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της άσκησης της διακριτικής εξουσίας της Εφόρου, τηρουμένων των προϋποθέσεων του Νόμου. (Βλ. Δήμος Λάρνακος ν. Mobil Oil Ltd (1995) 3 ΑΑΔ 400.

Οι αιτητές δεν αμφισβήτησαν πως στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του Κεφ. 267 συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις προς ενεργοποίηση της εξουσίας που άσκησε η ΄Εφορος. Στο επίκεντρο της εισήγησής τους βρίσκεται η άποψη πως το άρθρο 14(3) του Κεφ. 268, ενόψει του ΄Αρθρου 188 του Συντάγματος, έχει "αδρανήσει". Θεωρούν ότι η εξουσία που παρέχει στον ΄Εφορο ισοδυναμεί με ανάθεση της δικής του αρμοδιότητας για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Επικαλέστηκαν συναφώς την πάγια νομολογία πως η εγγραφή εμπορικού σήματος εμπίπτει στο τομέα του δημοσίου δικαίου και πως οι αποφάσεις ως προς αυτές αναθεωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Ας σημειωθεί πως το άρθρο 14(3) του Κεφ. 267 έχει τροποποιηθεί με νόμο της Βουλής των Αντιπροσώπων (βλ. Ν. 206/90) και, βέβαια, θα ετίθετο ζήτημα αναφορικά με την εμπλοκή του ΄Αρθρου 188 του Συντάγματος στην περίπτωση. Η διαφορά θα έγκειτο στο γεγονός ότι, προκειμένου για νόμους που έχουν τη σφραγίδα της Βουλής των Αντιπροσώπων ισχύει τεκμήριο συνταγματικότητας. (βλ. Γεν. Εισαγγελέας ν. Λαζαρίδη & άλλου (1992) 2 ΑΑΔ 8).

Οι καθ΄ων η αίτηση και η ενδιαφερόμενη εταιρεία υποστηρίζουν πως τα αιτήματα ως προς την επιλογή του Εφόρου είναι απαράδεκτα γιατί στρέφονται κατά πράξης προπαρασκευαστικής της πράγματι εκτελεστής πράξης που θα εκδιδόταν σε σχέση με τη τελική τύχη των αιτήσεων που υποβλήθηκαν. Αυτό, γιατί δεν είχε παράξει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Με τη σειρά τους παρέπεμψαν στη σταθερή νομολογία και στη βιβλιογραφία αναφορικά με την έννοια της προπαρασκευαστικής πράξης.

Οι αιτητές αντέτειναν πως σε τέτοια περίπτωση, σε τελική ανάλυση, θα μετατρεπόταν το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκαν, σε ενδιάμεσο ή προπαρασκευαστικό όργανο, κατ΄αντίθεση προς το Σύνταγμα. Αφού η απόφασή του, εφόσον η τελική εξουσία για εγγραφή θα ανήκε στον ΄Εφορο, θα απέληγε να μήν είναι δεσμευτική αλλά να υπέκειτο σε αξιολόγηση στο πλαίσιο και των άλλων στοιχείων. Ενώ, από την άλλη, αν εθεωρείτο δεσμευτική θα παραβιαζόταν το Σύνταγμα αφού η απόφαση για εγγραφή ή μή ανήκει στον ΄Εφορο και υπόκειται σε αναθεώρηση ως εκτελεστή διοικητική πράξη.

Εκτελεστή και αναθεωρήσιμη είναι η απόφαση της Εφόρου για εγγραφή ή μή εμπορικού σήματος. Η ενέργεια της Εφόρου δεν έχει παράξει αφ΄εαυτής τέτοιο ή οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. (βλ. συναφώς Four Seasons Hotels Inc. και άλλοι ν. Κυπριακή Δημοκρατία Προσφυγή 180/95 25.2.98). Οι αιτήσεις για εγγραφή εξακολουθούν να εκκρεμούν ενώπιον της Εφόρου και παραμένει απροσδιόριστη η τύχη τους. Αν δεν υποβαλλόταν από τους αιτητές αίτηση στο Επαρχιακό Διαστήριο μέσα στην προθεσμία και η ΄Εφορος απέρριπτε τις αιτήσεις, θα ήταν παραδεκτή η άσκηση προσφυγής. Και στο πλαίσιο της θα ήταν επιτρεπτή η συζήτηση θεμάτων σε σχέση με ό,τι θα αφορούσε στο αιτιολογικό στήριγμα της απόρριψης. Η υποβολή αίτησης στος Επαρχιακό Δικαστήριο από τους αιτητές δεν αλλοιώνει τη φύση της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία πράγματι προβάλλει προπαρασκευαστική.

Δεν γνωρίζουμε ποιά είναι η φύση της θεραπείας που επιδιώκεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο ούτε νομίζω πως μπορούμε να συζητούμε σ΄αυτή τη διαδικασία αν το Επαρχιακό Δικαστήριο εχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αίτηση που εκκρεμεί ενώπιόν του. Ως προς τους αιτητές, η αίτησή τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο σημαίνει υπαγωγή στη δικαιοδοσία του. Οι αιτητές ουσιαστικά από τη μια επιδοκιμάζουν αφού, ενεργώντας στο πλαίσιο του χειρισμού της Εφόρου, προκαλούν την παράταση της εκκρεμότητας ως προς τη λήψη τελικής απόφασης και από την άλλη αποδοκιμάζουν αφού προσβάλλουν το κύρος του χειρισμού της Εφόρου τον οποίο με δική τους ενέργεια υλοποιούν, αποδίδοντας του παράλειψη να αποφασίσει. Ενώ κατ΄επανάληψη κρίθηκε ανεπίτρεπτη η ταυτόχρονη επιδοκιμασία και αποδοκιμασία της ίδιας πράξης. (Βλ.μεταξύ άλλων, Platis (1978) 3 CLR 384, Ekklisia tou Theou tis Prophetias v. Republic Προσφυγή 235/87 26.5.88, Σαββίδης ν. Κυπριακή Δημοκρατία, (1993) 3 ΑΑΔ 249 , Δημήτρη Κουππάρη ν. Κυπριακή Δημοκρατία Προσφυγή 267/93 ημερομηνίας 11.3.94 και Γεώργιου Καπετάνιου κ.α. ν. ΑΗΚ Προσφυγή 882/95 ημερομηνίας 28.1.97).

Η προσφυγή είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται με έξοδα.

Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ

/ΜΣι.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο