|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2000) 4 ΑΑΔ 680
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Υπόθεση αρ. 1215/98
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΚΡΟΝΙΔΗ, Δ.
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος.
Μεταξύ:
CCC LAUNDRIES LTD.
Αιτητώ ν
- και -
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
1. Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού
2. Υπουργού Οικονομικών
3. Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
Καθ'ων η αίτηση
- - - - - -
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Ιουλίου, 2000.
Για τους αιτητές: Θ. Ευαγγέλου (κα).
Για τους καθ΄ων η αίτηση: Γ. Ερωτοκρίτου (κα).
- - - - - -
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές ζητούν τις πιο κάτω θεραπείες:-
"Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συνεχιζόμενη παράλειψη και/ή άρνηση των καθ΄ων η αίτηση να συμπεριλάβουν την Αιτήτρια εταιρεία στα σχέδια χορηγίας για τεχνολογική αναβάθμιση της βιομηχανίας σε αντίθεση με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 18.2.1998, σύμφωνα με την οποία εγκρίθηκε όπως περιληφθεί η βιομηχανία της Αιτήτριας στα σχέδια χορηγίας για τεχνολογική αναβάθμιση της βιομηχανίας ("Η απόφαση"), είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα.
Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μεταγενέστερη πράξη και/ή απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου σύμφωνα με την οποία ανακλήθηκε η απόφαση ημερ. 18.2.1998 είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα.".
Το Υπουργικό Συμβούλιο με απόφαση του με αρ. 14.177 ημερομηνίας 17.4.96 ενέκρινε:-
(α) Σχέδιο παροχής κυβερνητικών χορηγιών για τεχνολογική αναβάθμιση του μεταποιητικού τομέα της βιομηχανίας, και
(β) Σχέδιο επιδότησης επιτοκίου των δανείων για τεχνολογική αναβάθμιση της μεταποιητικής βιομηχανίας.
Το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού με ανακοίνωση του ημερ. 23.4.96 κάλεσε τους ενδιαφερομένους βιομηχάνους να προμηθευθούν τα σχετικά έντυπα που αφορούσαν τα σχέδια και να υποβάλουν τις αιτήσεις τους μέχρι τις 31.12.96 για το επιτόκιο. Οι αιτήσεις που θα υποβάλλοντο θα αφορούσαν επενδύσεις των ετών 1995 και 1996 και δάνεια των ετών 1994, 1995 και 1996. Με νέα ανακοίνωση του το Υπουργείο Εμπορίου παρέτεινε την προθεσμία για υποβολή αιτήσεων για το σχέδιο χορηγίας μέχρι τις 30.9.96. Για επενδύσεις ή δάνεια των ετών 1996 και 1997 το Υπουργείο με ανακοίνωση του στις 8.5.97 κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν αιτήσεις, μέσα στα πλαίσια των δύο σχεδίων από την 1.9.97 μέχρι τις 28.11.97.
Στις 29.7.97 παραλήφθηκε από το Υπουργείο Εμπορίου επιστολή της αιτήτριας ημερ. 25.7.97 με την οποία υπεβάλλετο έντυπο αίτησης μαζί με άλλα δικαιολογητικά στοιχεία για εξασφάλιση χορηγίας από το σχέδιο παροχής χορηγιών για τεχνολογική αναβάθμιση της μεταποιητικής βιομηχανίας.
Το Υπουργείο Εμπορίου με επιστολή ημερ. 19.8.97 πληροφόρησε την αιτήτρια ότι η αίτηση της απορρίφθηκε γιατί:-
(α) Η περίοδος υποβολής των αιτήσεων στα πλαίσια των εν λόγω σχεδίων ήταν από 1.9.97 μέχρι 28.11.97, και
(β) Οι δραστηριότητες της αφορούν πλυντήρια και συνεπώς δεν περιλαμβάνονται σε αυτές του μεταποιητικού τομέα όπως αυτές καθορίζονται στο NACE, Rev. 1, Section D (Council Regulation (E.E.C.) No. 3037/90 και No. 761/97, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εναντίον της διοικητικής αυτής απόφασης οι αιτητές καταχώρησαν την προσφυγή αρ. 907/97. Στις 31.3.2000 αδελφός Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου απέρριψε την προσφυγή για το λόγο ότι οι αιτητές δεν είχαν έννομο συμφέρον αφού δεν πληρούσαν τα τεθέντα κριτήρια ούτε διαπιστώθηκε άνιση μεταχείριση όπως ισχυρίζοντο οι αιτητές.
Εν τω μεταξύ στις 18.2.98 το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν εισήγησης των Υπουργών Εμπορίου και Οικονομικών, απεφάσισε όπως κατ΄ εξαίρεση περιλάβει τους αιτητές στο σχέδιο παροχής χορηγίας για τεχνολογική αναβάθμιση γιατί είναι δυνατό να χαρακτηρισθούν οι υπηρεσίες που προσφέρει ως βιομηχανία. Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου έχει ως εξής:-
"Με εισήγηση των Υπουργών Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και Οικονομικών, το Συμβούλιο αποφάσισε να εγκρίνει, κατ΄ εξαίρεση, την αίτηση της εταιρείας "C.C.C. Laundries Ltd.", με βάση το σχέδιο παροχής κυβερνητικών χορηγιών για τεχνολογική αναβάθμιση, επειδή η εν λόγω εταιρεία έχει ουσιαστικά καταταγεί στις βιομηχανίες με τη στέγασή της σε βιομηχανική περιοχή και επειδή με βάση όλα τα ουσιαστικά της στοιχεία και δεδομένα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βιομηχανία.".
Στις 14.10.98 το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα, ανακάλεσε την απόφαση του. Το σχετικό πρακτικό της ανάκλησης έχει ως εξής:-
"Το Συμβούλιο έλαβε γνώση της επιστολής που απέστειλε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προς το Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. φακ. Γ.Ε./Υποθ./Αριθ./907/97 και ημερ. 29.9.1998, η οποία περιλαμβάνει γνωμάτευσή του αναφορικά με το θέμα της εξέτασης της αίτησης της εταιρείας "C.C.C. Laundries Ltd." από το σχέδιο παροχής κυβερνητικών χορηγιών για τεχνολογική αναβάθμιση και αποφάσισε να ανακαλέσει την Απόφασή του με αρ. 5/98 και ημερ. 18.2.1998, σύμφωνα με την προαναφερόμενη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.".
Στη γνωμάτευσή του ο Γενικός Εισαγγελέας, όπου διατυπώνεται και η αιτιολογία της απόφασης, αφού αναφέρει ότι όπως έχει διαπιστώσει η απόφαση της 18.2.98 του Υπουργικού Συμβουλίου δεν είχε κοινοποιηθεί στους αιτητές, γνωματεύει ότι η απόφαση πρέπει να ανακληθεί γιατί τα Σχέδια Παροχής Χορηγιών και Επιδότησης Επιτοκίων αναφέρονται μόνο στη μεταποιητική βιομηχανία και όχι σε άλλη βιομηχανία, όπως είναι οι αιτητές οι δραστηριότητες της οποίας, σύμφωνα με το NACE (Statistical Clasification of Economic Activities) της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT), περιλαμβάνονται στις Υπηρεσίες. Καταλήγει δε ως εξής:-
"(iii) Το Υπουργικό Συμβούλιο δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να εγκρίνει κατ΄ εξαίρεση την ένταξη της εταιρείας C.C.C. Laundries Ltd. στα πιο πάνω σχέδια απλώς και μόνο επειδή μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν βιομηχανία.
Εν όψει των όσων αναφέρω πιο πάνω η απόφαση ημερομηνίας 8 Φεβρουαρίου 1998 θα πρέπει να ανακληθεί ως εκδοθείσα καθ΄ υπέρβαση εξουσίας.":
Το πρώτο αίτημα της προσφυγής δεν μπορεί να εξετασθεί στην παρούσα υπόθεση. Αφ΄ ενός η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 18.2.98 ουδέποτε κοινοποιήθηκε επίσημα στους αιτητές και αφ΄ ετέρου η προσφυγή αυτή καταχωρήθηκε 2½ μήνες μετά την ανάκληση της που έγινε στις 14.10.98.
Στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των αιτητών προβάλλει τον ισχυρισμό ότι στην παρούσα υπόθεση προσβάλλεται η αρχή της ισότητας όπως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος.
Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Οι αιτητές παραγνωρίζουν μια σημαντική λεπτομέρεια. Το σχέδιο χορηγίας, όπως είχε εγκριθεί, αναφέρεται σε μεταποιητικές βιομηχανίες και όχι σε όλες τις βιομηχανίες. Οι δραστηριότητες των αιτητών παραδεδεγμένα δεν ανήκουν στον μεταποιητικό τομέα και συνεπώς δεν περιλαμβάνονται σ΄ αυτές που καθορίζονται από το σχέδιο χορηγίας.
Οι αιτητές σε καμιά περίπτωση δεν ισχυρίστηκαν ότι η βιομηχανία τους είναι μεταποιητική ή ότι ικανοποιούν τα κριτήρια που τέθηκαν για την παροχή χορηγίας. Ισχυρίζονται μόνο ότι η άρνηση παροχής σ΄ αυτούς συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, αφού άλλες βιομηχανίες, μη μεταποιητικές, όπως τα συσκευαστήρια εσπεριδοειδών, είχαν επωφεληθεί των ρυθμίσεων αυτών.
Κατ΄ αρχή πρέπει να σημειωθεί ότι στην εισήγηση των Υπουργών Εμπορίου και Οικονομικών γίνεται σαφές ότι οι αιτητές δεν δικαιούνται χορηγίας γιατί δεν είναι μεταποιητική βιομηχανία, όπως καθορίζεται στο NACE Rev. 1 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εισήγηση τους περιορίζεται σε πρόταση για έγκριση άλλου ειδικού σχεδίου παροχής χορηγιών. Η μη έγκριση, όμως, του ειδικού σχεδίου δεν θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της ισότητας.
Το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα της ισότητας μεταξύ ομοίων περιπτώσεων. Το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης περιορίζεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις και δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου χωρούν εύλογες διαφοροποιήσεις μεταξύ διαφορετικών περιπτώσεων. Αποκλείεται η διάκριση των ομοιογενών ως και η εξομοίωση των ανομοιογενών υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου. (Βλέπε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (1991) 3 ΑΑΔ 611, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη και Άλλων (1991) 3 ΑΑΔ 159, KANIKA Hotels Ltd. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος, Α.Ε. 1491, ημερ. 17.11.97, Ανδρέας Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2023, ημερ. 28.12.98).
Στην παρούσα περίπτωση πασιφανώς χωρούν εύλογες διαφοροποιήσεις μεταξύ μεταποιητικών βιομηχανιών και μη μεταποιητικών βιομηχανιών.
Οι αιτητές προβάλλουν επίσης την αρχή της καλής πίστης σε σχέση με την ανάκληση από το Υπουργικό Συμβούλιο της διοικητικής απόφασης του ημερ. 18.2.98. Ισχυρίζονται ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερ. 18.2.98, ήταν νόμιμη και δεν εγέρθηκε θέμα προηγούμενης απατηλής ενέργειας εκ μέρους των αιτητών.
Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της 18.2.98 είναι παράνομη διοικητική πράξη η οποία λήφθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. Ενέκρινε χορηγία σε μη μεταποιητική βιομηχανία με την παραπλανητική αιτιολογία ότι πρόκειται για βιομηχανία επειδή στεγάζεται σε βιομηχανική περιοχή. Η απόφαση αυτή ήταν εκτός των κριτηρίων που έθεσε το Σχέδιο και εκτός των κριτηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανάκληση διοικητικής πράξης, νόμιμης ή παράνομης, είναι επιτρεπτή, υπόκειται όμως σε προσβολή προς το σκοπό αναθεώρησης της νομιμότητάς της.
Οι αρχές του δικαίου και της νομολογίας που επικρατούν στην ανάκληση διοικητικών πράξεων έχει διατυπώσει με σαφήνεια ο Πικής, Π. στην Hawaii Hotels Limited v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 273/94, ημερ. 29.12.95. Στις σελίδες 11-12 αναφέρονται τα εξής:-
"Η ανάκληση διοικητικής πράξης ή απόφασης αποτελεί σύμφυτη εξουσία της αρχής ή οργάνου το οποίο την εκδίδει. Συνιστά αυτοτελή διοικητική πράξη υποκείμενη όπως και κάθε εκτελεστή πράξη, σε προσβολή προς το σκοπό αναθεώρησης της νομιμότητας της (βλ. Dir of Customs v. Grecian Hotel [1985] 1 C.L.R. 476). Χωρεί ανάκληση τόσο παράνομων όσο και νόμιμων διοικητικών πράξεων. Δεν θα μας απασχολήσουν οι περιορισμοί που θέτουν οι αρχές της καλής πίστης στην ανάκληση νομίμων πράξεων ευμενών για τον ιδιώτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση για τη χορήγηση χαλαρώσεων ανακλήθηκε λόγω του παράνομου χαρακτήρα της χάριν του δημοσίου συμφέροντος προς διαφύλαξη του πολεοδομικού σχεδιασμού και της τουριστικής πολιτικής.
Καθολική είναι η άποψη ότι παρέχεται η ευχέρεια ανάκλησης παράνομης διοικητικής πράξης. Η άσκηση της εξουσίας, όπως και κάθε διοικητικής αρμοδιότητας, υπόκειται στους κανόνες της χρηστής διοίκησης. Ένας από αυτούς, είναι η τήρηση της εμπιστοσύνης που πρέπει να περιβάλλει τη σχέση διοίκησης και διοικουμένου. Η αρχή της καλής πίστης έχει τις ρίζες της, όπως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα του καθηγητή Π.Δ. Δαγτόγλου, "Γενικό Διοικητικό Δίκαιο", β΄ έκδοση, σελ. 92, στο ιδιωτικό δίκαιο, και όπως επισημαίνεται, εύλογα παραλληλίζεται με την αρχή του "estoppel" όπως είναι γνωστό στο αγγλικό δίκαιο της επιείκειας. Η αρχή της καλής πίστης μπορεί να θεμελιώσει κώλυμα για την ανάκληση. Κατά πόσο η αρχή αυτή μπορεί να επενεργεί υπέρ του διοικουμένου στην ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης, υπάρχει κάποια διάσταση στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην άσκηση της πρωτογενούς αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. [βλ. Moschovakis v. C.B.C. (Υπόθεση αρ. 315/88, 7.4.88)] και Ν.Σ. Πισσαρίδης Λτδ. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 493/86, 28.7.1990)]. Γίνεται όμως καθολικά δεκτό όπως επισημάναμε στην πρόσφατη απόφαση Αλέξανδρος Σολέας και Υιός Λτδ. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 395/92, 8.4.1993), ότι "... η διαρροή του χρόνου δεν αποτελεί κώλυμα για την ανάκληση όπου η παράνομη διοικητική πράξη αντιστρατεύεται το δημόσιο συμφέρον...".
Και στη σελίδα 13:-
"Η Ελληνική νομολογία δέχεται ότι περιορίζεται η δυνατότητα ανάκλησης παράνομων διοικητικών πράξεων, ευμενών για το διοικούμενο, εφόσον η εξουσία ασκείται μέσα σε εύλογο χρόνο. Ο ελληνικός νόμος 261/68 θεσμοθέτησε κανόνα βάσει του οποίου ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης μέσα σε χρονική περίοδο πέντε ετών, θεωρείται κατά τεκμήριο ότι διενεργήθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο. Ο νόμος αυτός δεν ισχύει στην Κύπρο και το εύλογο του χρόνου συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, και κατά κύριο λόγο, με τη φύση και την έκταση του επηρεασμού τον οποίο θα υποστεί ο διοικούμενος ως αποτέλεσμα της ανάκλησης της ευμενούς για τον ίδιο παράνομης διοικητικής πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα από την παρεμβολή του στοιχείου του χρόνου της ανάκλησης ως παράγοντα ανατρεπτικού της δυνατότητας ανάκλησης παράνομης διοικητικής πράξης, η ανάκληση διενεργήθηκε μέσα σε χρονική περίοδο μικρότερη του ενός έτους, περίοδος που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπέρμετρη με κανένα κριτήριο.".
Στην παρούσα υπόθεση η ανάκληση έγινε εντός οκτώ μηνών, χρόνος ο οποίος με τα δεδομένα της υπόθεσης θεωρείται εύλογος. Η αιτιολογία της ανάκλησης φαίνεται στο φάκελο της υπόθεσης και διατυπώνεται με σαφήνεια στη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα με βάση την οποία το Υπουργικό Συμβούλιο ενήργησε. Η ανάκληση της παράνομης διοικητικής απόφασης ήταν εύλογη και αιτιολογημένη.
Η προσφυγή ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα.
Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται.
(Υπ.) Μ. Κρονίδης, Δ.
/ΕΠσ