ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2001) 4 ΑΑΔ 198

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1161/99

ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. ΗΛΙΑΔΗ, Δ.

Αναφορικά με το Αρθρο 146 του Συντάγματος.

ΜΕΤΑΞΥ:

Γεώργιου Χριστοδούλου, από την Πάφο,

Αιτητή

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

(α) Υπουργικού Συμβουλίου,

(β) Υπουργού Δικαιοσύνης & Δημόσιας Τάξης,

Καθ'ων η αίτηση

-----------------------------------

23 Μαρτίου 2001

Για τον Αιτητή: κ. Αργυριάδης για κ. Ευτυχίου.

Για τους Καθ'ων η αίτηση: κ. Χριστοφόρου, Δικηγόρος της

Δημοκρατίας Α΄.

---------------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(α) Τα γεγονότα

Ο αιτητής υπηρετούσε ως Λοχίας στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου. Μετά το θάνατο του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ΄ στις 3/8/77, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι και τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης φέρουν μαύρο περιβραχιόνιο. Επειδή ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε διώχθηκε πειθαρχικά και απολύθηκε από τις τάξεις της Αστυνομίας. Ο αιτητής εφεσίβαλε την πιο πάνω απόφαση προς το Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο επικύρωσε την ποινή που είχε επιβληθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την πιο πάνω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου γιατί δεν δόθηκε στον αιτητή η ευκαιρία να ακουστεί. Στην επανεξέταση που επακολούθησε δόθηκε η ευχέρεια στον αιτητή να προβάλει τις απόψεις του μέσω του δικηγόρου του. Το Υπουργικό Συμβούλιο αφού έλαβε υπόψη τις παραστάσεις του αιτητή, απέρριψε στις 22/10/81 την έφεση εναντίον της καταδίκης του και επικύρωσε την ποινή της απόλυσης.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα και πιο συγκεκριμένα στις 5/2/96, ο αιτητής με επιστολή του δικηγόρου του ζήτησε την αναθεώρηση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, την ακύρωση της ποινής απόλυσης και την απόδοση σε αυτόν των συνταξιοδοτικών του ωφελημάτων. Το Υπουργικό Συμβούλιο με σχετική απόφαση του ημερομηνίας 24/6/99, που κοινοποιήθηκε στο δικηγόρο του αιτητή, τον πληροφόρησε ότι,

"Το Συμβούλιο αποφάσισε όπως στο μέλλον δε θα επιλαμβάνεται αιτημάτων πρώην μελών της Αστυνομίας για παραχώρηση "κατά χάριν" συνταξιοδοτικών ωφελημάτων και ότι, εκεί όπου υποβάλλονται τέτοια αιτήματα, οι αιτητές συμβουλεύονται να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για τη διεκδίκησή τους, εάν αυτό είναι η επιθυμία τους."

Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής αμφισβητεί την ορθότητα της πιο πάνω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου γιατί,

(1) Η μεταβολή της πρακτικής του Υπουργικού Συμβουλίου να παραχωρεί "κατά χάριν" συνταξιοδοτικά ωφελήματα σε απολυθέντα ή παραιτηθέντα μέλη της Αστυνομίας έγινε χωρίς σχετική αιτιολογία και

(2) Η αίτηση δεν εξετάστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο.

Οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι το αίτημα του αιτητή δεν έχει νομικό υπόβαθρο αφού κανένας νόμος που ίσχυε κατά την απόλυση του αιτητή δεν προέβλεπε για την καταβολή "κατά χάριν" συνταξιοδοτικών ωφελημάτων.

(β) Η αίτηση δεν εξετάστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο

Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην εξέταση του αιτήματος του επηρέασε δυσμενώς τη θέση του. Ειδικότερα η καθυστέρηση που σημειώθηκε από την υποβολή της αίτησης (9/2/96) μέχρι την απόφαση των καθ'ων η αίτηση (24/6/99), δηλαδή μετά από 3 χρόνια και 4 μήνες, είχε ως αποτέλεσμα την εν τω μεταξύ αλλαγή της πρακτικής του Υπουργικού Συμβουλίου στην εξέταση παρόμοιων αιτήσεων, με άμεσο επακόλουθο την απόρριψη της αίτησης του. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή έχοντας υπόψη την προηγούμενη κατάληξη του Δικαστηρίου. Και αν ακόμα η εξέταση του αιτήματος του αιτητή ελάμβανε χώρα πριν από τη μεταβολή της πρακτικής, τίποτε δεν μπορούσε να προεξοφλήσει ποιά θα ήταν η θέση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η απόδοση "κατά χάριν" συνταξιοδοτικών ωφελημάτων δεν ήταν θέμα που θα μπορούσε να βασιστεί αποκλειστικά σε μαθηματικές εξισώσεις, αλλά επέβαλλε την εξέταση όλων των πραγματικών περιστατικών, σε βαθμό που η αποδοχή της αίτησης του αιτητή να μην θεωρείται ως βέβαιη. Συνεπώς η καθυστέρηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι τον επηρέασε δυσμενώς.

(γ) Η αλλαγή της πρακτικής του Υπουργικού Συμβουλίου

Η αλλαγή της πρακτικής που ακολουθεί το Υπουργικό Συμβούλιο εξετάστηκε σε αριθμό υποθέσεων. (Ιδε Ayios Andronikos Development Co. Ltd. v. Republic [1984] 3 CLR 1176, 1181, P.M. Tseriotis Ltd and others v. Republic [1970] 3 CLR 135, 143 και Makrides v. Republic [1979] 3 CLR 584, 601). Πρόσφατα στη Ζαχ. Ζαχαριάδη Λτδ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Α.Ε. 2483 της 21/7/2000) τονίσθηκε ότι η υιοθέτηση διοικητικής πρακτικής που δεν συνάδει με τη σωστή εφαρμογή οποιουδήποτε νόμου, δεν δημιουργεί έννομες καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν στην αποδοχή μιας προσφυγής που βασίζεται σε διοικητική πρακτική. Μια διοικητική πρακτική μπορεί να μεταβληθεί ή ακόμα να εγκαταλειφθεί, αν βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία ενός νόμου. (Ιδε Μ. Στασινόπουλου "Δίκαιον Διοικητικών Πράξεων" 1951, σ. 19). Εστω και αν το Υπουργικό Συμβούλιο παραχωρούσε στο παρελθόν "κατά χάριν" συνταξιοδοτικά ωφελήματα, η πρακτική αυτή δεν το εμποδίζει να μεταβάλει την προσέγγιση του στο μέλλον, χωρίς να υπάρχει η ανάγκη της παράθεσης οποιασδήποτε αιτιολογίας για την αλλαγή της πρακτικής που υιοθετείται.

Στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής απολύθηκε από την Αστυνομική Δύναμη στις 27/9/77. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο προέβηκε στην απόρριψη του αιτήματος χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της αίτησης, αφού αποφάσισε την παρέκκλιση από την πρακτική που ακολουθείτο μέχρι τότε. Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις που ίσχυαν τότε δεν προέβλεπαν παροχή συνταξιοδοτικών ωφελημάτων σε μέλη της Αστυνομίας στα οποία επιβαλλόταν πειθαρχική ποινή. Είναι ορθό ότι οι Περί Αστυνομίας (Πειθαρχικοί) (Τροποποιητικοί Κανονισμοί του 1993, ΚΔΠ 127/93) τροποποίησαν τον Κανονισμό 53 των παλαιών Κανονισμών του 1989 και προέβλεψαν για την καταβολή σύνταξης στον ή στη σύζυγο και τα τέκνα του απολυθέντος με βάση τα πραγματικά έτη υπηρεσίας του σαν αυτός να είχε πεθάνει κατά την ημερομηνία της απόλυσης του. Ομως θα πρέπει να τονιστεί ότι ο τροποποιημένος Κανονισμός δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του αιτητή που απολύθηκε το 1977. Με βάση τη σχετική νομολογία ότι μια διοικητική πρακτική μπορεί να διαφοροποιηθεί, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εισήγηση του αιτητή ότι η μεταβολή της πρακτικής του Υπουργικού Συμβουλίου έγινε χωρίς αιτιολογία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Εχοντας υπόψη την πιο πάνω κατάληξη δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τους άλλους λόγους που προβλήθηκαν για την ακύρωση της επίδικης απόφασης.

Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα.

Τ. ΗΛΙΑΔΗΣ,

Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο