ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2001) 4 ΑΑΔ 650

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 172/99

ΕΝΩΠΙΟΝ: ΚΡΑΜΒΗ, Δ.

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος.

Μεταξύ:

Γεώργιου Σκούλλου, από τη Λάρνακα,

Αιτητή,

- και -

1. Υπουργού Οικονομικών, Λευκωσία,

2. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Λευκωσία,

Καθ΄ων η αίτηση.

- - - - - -

27 Ιουλίου, 2001.

Για τον αιτητή: κα Καλλένου για κ. Α. Ανδρέου.

Για τους καθ΄ων η αίτηση: κ. Στ. Θεοδούλου.

- - - - - -

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο αιτητής, ο οποίος ασχολείται με εισαγωγές και αγοραπωλησίες αυτοκινήτων, προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή τη νομιμότητα της πράξης και/ή απόφασης των καθ΄ων η αίτηση με την οποία επαναπροσδιόρισαν τη δασμολογητέα αξία 12 αυτοκινήτων τύπου BMW τα οποία εισήξε κατά το έτος 1997 από τη Νότιο Αφρική. Η προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή του Τμήματος Τελωνείων ημερ. 25.1.1999.

Τα γεγονότα της υπόθεσης συνοψίζονται ως ακολούθως:

Ο αιτητής εισήγαγε για σκοπούς αποταμίευσης 14 αυτοκίνητα στις 21.5.1997 και 4.9.1997 από τη Νότια Αφρική εκ των οποίων τα 12 είναι τα επίδικα. Μαζί με τις διασαφήσεις αποταμίευσης, κατέθεσε και τιμολόγια αγοράς των αυτοκινήτων στα οποία αναφερόταν η τιμή CIF του κάθε αυτοκινήτου.

Σε διάφορες ημερομηνίες κατέθεσε διασαφήσεις εισαγωγής για τον τελωνισμό των επίδικων αυτοκινήτων για εσωτερική κατανάλωση. Τα αυτοκίνητα τελωνίστηκαν και ακολούθως πωλήθηκαν από τον αιτητή σε καλόπιστους τρίτους αγοραστές. Ως δασμολογητέα αξία δηλώθηκε η συναλλακτική αξία που αναφερόταν στα τιμολόγια αγοράς τα οποία ήταν επισυνημμένα στις διασαφήσεις αποταμίευσης. Με βάση τις εν λόγω αξίες, οι οποίες μετατράπηκαν σε λίρες Κύπρου, υπολογίσθηκαν οι δασμοί και φόροι κατανάλωσης καθώς και ο φόρος προστιθέμενης αξίας.

Κατά το χρόνο τελωνισμού των αυτοκινήτων προέκυψαν αμφιβολίες αναφορικά με το κύρος και την ορθότητα των τιμών επί των τιμολογίων που αφορούσαν τα εν λόγω αυτοκίνητα οι οποίες, συγκρινόμενες με τις ενδεικτικές τιμές παρόμοιων αυτοκινήτων ήταν χαμηλότερες.

Ενόψει των αμφιβολιών που προέκυψαν, κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή έρευνας, στα πλαίσια της οποίας, στάληκε τηλεομοιοτυπικό μήνυμα ημερομηνίας 3.10.1997 προς τις Τελωνειακές Αρχές της Νότιας Αφρικής.

Οι Τελωνειακές Αρχές της Νότιας Αφρικής με επιστολή τους επί του θέματος ανέφεραν ότι:

(ι) Οι αξίες των αυτοκινήτων είχαν χωρίς αμφιβολία υποτιμολογηθεί.

(ιι) Οι τιμές που πληρώθηκαν από τον αιτητή προς τους προμηθευτές δεν ήταν CIF.

(ιιι) Είχαν γίνει διευθετήσεις από τους προμηθευτές για την έκδοση πλαστών τιμολογίων με σκοπό την εξαπάτηση των τελωνειακών αρχών της Κύπρου.

Στην πιο πάνω επιστολή είχε επισυναφθεί πίνακας στον οποίο φαίνονται οι τιμές που αναφέρονταν στα τιμολόγια που είχαν υποβληθεί στο Τμήμα Τελωνείων και οι τιμές των πραγματικών τιμολογίων που εντόπισαν οι τελωνειακές αρχές της Νότιας Αφρικής.

Με βάση την πιο πάνω πληροφόρηση το Τμήμα Τελωνείων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής προέβη σε αναληθείς δηλώσεις ως προς την αξία των αυτοκινήτων. Ενόψει τούτου, και με βάση το αποτέλεσμα της διερεύνησης το Τμήμα Τελωνείων προχώρησε στον προσδιορισμό της πραγματικής δασμολογητέας αξίας και σε υπολογισμό των αναλογούντων δασμών για κάθε ένα από τα 7 αυτοκίνητα για τα οποία είχαν εντοπιστεί τα πραγματικά έγγραφα.

Για τα υπόλοιπα 5 αυτοκίνητα, το Τμήμα Τελωνείων προχώρησε στον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας δυνάμει των προνοιών των άρθρων 156 και 159 του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου (Ν.82/67 όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 98/89).

Ο καθορισμός της τελωνειακής αξίας των επίδικων αυτοκινήτων έγινε στη βάση της CIF αξίας που είχαν τα αυτοκίνητα κατά τη χρονική στιγμή της πρώτης εγγραφής τους όπως αυτές γνωστοποιούνται, σύμφωνα με την ακολουθητέα πρακτική, στα Επαρχιακά Τελωνεία από το Αρχιτελωνείο σε εξαμηνιαίους καταλόγους μείον αποσβέσεις για συνήθη χρήση.

Για τα επτά (7) από τα επίδικα αυτοκίνητα, για τα οποία ανευρέθηκαν τα αυθεντικά τιμολόγια οι αποφευχθέντες δασμοί και φόροι υπολογίστηκαν ως ακολούθως:

Τιμολόγια

Αυτοκίνητο

Δηλωθείσα τιμή

Πραγματική τιμή

Αποφευχθείς

δασμός

BMW 320i BHB 873 EC

R36.000,00

R58.000,00

ΛΚ4.532,00

BMW 320i RYF 484 T

R36.500,00

R70.000,00

ΛΚ6.420,00

BMW 320i RZF 283 T

R37.000,00

R70.000,00

ΛΚ6.319,00

BMW 320i RVM 458 T

R36.300,00

R71.000,00

ΛΚ6.660,00

BMW 320i SKM 738 T

R39.500,00

R67.000,00

ΛΚ5.390,00

BMW 320i PRL 079 AT

R35.000,00

R66.500,00

ΛΚ102,00

BMW 320 SNN 695 T

R39.100,00

R69.000,00

ΛΚ5.728,00

Για τα άλλα πέντε αυτοκίνητα που δεν υπήρχαν στοιχεία και ο καθορισμός της τελωνειακής τους αξίας έγινε στην προαναφερθείσα βάση, οι αποφευχθέντες δασμοί και φόροι υπολογίστηκαν ως ακολούθως:

Αυτοκίνητο

ΣΙΦ αξία

Αποφευχθείς δασμός

BMW 320i RVJ 138 T

ΛΚ11.360,00

-26% αποσβέσεις

ΛΚ8.304,00

ΛΚ5.552,00

BMW 320i RXW 261 T

ΛΚ11.545,00

-26% αποσβέσεις

ΛΚ8.439,00

ΛΚ5.611,00

BMW 320i RVM 120 T

ΛΚ11.035,00

-43,3% αποσβέσεις

ΛΚ6.257,00

ΛΚ3.404,00

BMW 320i RSW 978 T

ΛΚ11.045,00

-28.3% αποσβέσεις

ΛΚ7.919,00

ΛΚ5.848,00

BMW 320i RPR 264 T

ΛΚ11.100,00

-23.7% αποσβέσεις

ΛΚ8.469,00

ΛΚ6.479,00

Με διπλοσυστημένη επιστολή του ημερομηνίας 25.1.1999 το Τμήμα Τελωνείων:

(i) γνωστοποίησε στον αιτητή το ποσό της οφειλόμενης διαφοράς δασμών για κάθε αυτοκίνητο, μετά το νέο προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας του,

(ii) γνωστοποίησε στον αιτητή τη ρευστοποίηση τραπεζικής εγγύησης που είχε κατατεθεί για σκοπούς τελωνισμού ενός από τα αυτοκίνητα,

(iii) καλούσε τον αιτητή να καταβάλει το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 62.069, το οποίο είχε προκύψει ως διαφορά μεταξύ των καταβληθέντων και των πράγματι οφειλόμενων δασμών μετά την έρευνα, και

(iv) γνωστοποιούσε στον αιτητή ότι ο Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ήταν πρόθυμος να αποδεχτεί πρόταση για συμβιβασμό του διαπραχθέντος τελωνειακού αδικήματος με την καταβολή από μέρους του αιτητή συμβιβαστικού ποσού ύψους Λ.Κ. 10.000.

Το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής του Διευθυντή Τελωνείων προς τον αιτητή αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής με την οποία ο αιτητής ζητά την εξής θεραπεία:

"(α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση ημερ. 25.1.1999 με την οποίαν αύξησαν τις τιμές 12 αυτοκινήτων και επέβαλαν επιπρόσθετο δασμό Λ.Κ.62.069.- πρόστιμο Λ.Κ.10.000.- και ρευστοποίησαν εγγυητικήν επιστολήν με αριθμό LG5015/041/97 είναι άκυρη ή/και χωρίς νομικό αποτέλεσμα.

(β) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η ως άνω απόφαση."

Προβλήθηκε ισχυρισμός ότι οι καθ΄ ων η αίτηση επέβαλαν τον επιπρόσθετο δασμό ενεργώντας αυθαίρετα. Είναι η θέση του αιτητή ότι οι καθ΄ ων η αίτηση τότε μόνο θα είχαν δικαίωμα και/ή δυνατότητα να προβούν σε επιβολή και είσπραξη επιπρόσθετου δασμού:

(α) εάν αποδεικνυόταν προηγουμένως ενώπιον αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου η διάπραξη ποινικού αδικήματος. ή

(β) υπήρχε παραδοχή του αιτητή για διάπραξη των σχετικών αδικημάτων όπως εξάγεται από τα άρθρα 188, 189 και 191 του Ν. 82/67.

Ο αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση με τη διοικητική πράξη ημερομηνίας 2.10.97 επέβαλαν τους αναλογούντες δασμούς τους οποίους εισέπραξαν και ότι αυτή ακριβώς η απόφαση, η οποία δημιούργησε δικαιώματα στον αιτητή, δεν έχει νομίμως ανακληθεί ενώ συνιστά για τον αιτητή νέα δυσμενή πράξη ανατρεπτική ήδη κεκτημένης κατάστασης και μάλιστα σε στάδιο που ο αιτητής δεν είχε καμιά πλέον σχέση με τα εμπορεύματα. Εκ τούτου, απαιτείτο ειδική αιτιολογία και όχι γενική και αόριστη.

Τέλος ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς να διεξαχθεί προηγουμένως δέουσα έρευνα.

Το αντικείμενο της προσφυγής στο Διοικητικό Δίκαιο είναι η νομιμότητα της διοικητικής πράξης ή απόφασης. Η εκτίμηση των γεγονότων ανήκει στη Διοίκηση. Το Δικαστήριο τότε μόνο επεμβαίνει, αν υπάρχει πλάνη περί τα πράγματα ή το νόμο ή σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η Διοίκηση υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής της εξουσίας, υπό την έννοια ότι η διαπίστωση των γεγονότων δεν είναι εύλογα επιτρεπτή με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία.

Η ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος του κύρους ή της ορθότητας της συναλλακτικής αξίας των αυτοκινήτων προέκυψε όταν βάσιμα δημιουργήθηκε αμφιβολία ως προς την εγκυρότητα των αναγραφομένων στα τιμολόγια τιμών που είχε προτείνει ο αιτητής κατά τον τελωνισμό των αυτοκινήτων. Από τη στιγμή που βάσιμα προέκυψαν οι αμφιβολίες οι καθ΄ ων η αίτηση είχαν υποχρέωση να προβούν στη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας προς διαπίστωση της πραγματικής κατάστασης.

Το αποτέλεσμα της έρευνας που είχε διεξαχθεί από τις αρμόδιες αρχές της Νότιας Αφρικής μαζί με στοιχεία σχετικά και απολύτως συναφή προς το αντικείμενο της έρευνας, τέθηκε ενώπιον του Τμήματος Τελωνείων. Το σύνολο των στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί αξιολογήθηκε δεόντως από τους καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι, κατέληξαν στην εύλογη διαπίστωση ότι ο αιτητής σκόπιμα θέλησε να παραπλανήσει το τελωνείο και με τη χρήση ψευδών στοιχείων να καταδολιεύσει το δημόσιο.

Οι καθ΄ ων η αίτηση με βάση τις εξουσίες που τους παρέχει ο νόμος και το σύνολο των στοιχείων που είχαν ενώπιόν τους ορθά αποφάσισαν να προβούν στον επαναπροσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας των αυτοκινήτων.

Είναι αυτονόητο ότι η απόφαση για τον επαναπροσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας των αυτοκινήτων εμπεριέχει ταυτόχρονα και το στοιχείο της ανάκλησης της προγενέστερης επιβολής δασμού εφόσον εννοιολογικά ο επαναπροσδιορισμός προϋποθέτει τον εξ υπαρχής προσδιορισμό πάνω σε άλλη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση οι καθ΄ ων η αίτηση προχώρησαν στον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των αυτοκινήτων κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 156 και 159 του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου (Ν. 82/67 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 98/89) και τις πρόνοιες της Συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT) που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Παράρτημα Εβδομο, υπ΄ αρ. 2416 - ημερομηνίας 2.6.1989.

Σύμφωνα με το άρθρο 178* του Νόμου παρέχεται στο Διευθυντή η εξουσία να συμβιβάζει αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παρέκκλιση ή παράβαση των διατάξεων οιουδήποτε των περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλώσεως Νόμων κλπ. Βλ. άρθρο 178 του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967 (Ν. 82/67) και σχετικές τροποποιήσεις.

Στην επιστολή στην οποία περιέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση διατυπώνεται πρόθεση για συμβιβαστική διευθέτηση των αδικημάτων που διαπιστώθηκε ότι διαπράχθηκαν από τον αιτητή. Η εκδήλωση πρόθεσης για συμβιβαστική διευθέτηση δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναθεωρητικό έλεγχο. Βλ. Eleni Herodotou v. Republic (1987) 3 CLR 874. Ούτε η απόφαση για ρευστοποίηση της τραπεζικής εγγύησης υπόκειται σε αναθεωρητικό έλεγχο με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Πρόκειται για πράξη εκτέλεσης που σχετίζεται με την είσπραξη του επιπρόσθετου δασμού που επιβλήθηκε και συνεπώς δεν συνιστά πράξη προσδιοριστική των υποχρεώσεων του φορολογούμενου αλλά την εκπλήρωση τους. (Βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑΕ 1851, ημερ. 15.9.1997).

Ο ισχυρισμός ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν ενομιμοποιούντο στον επαναπροσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας των αυτοκινήτων χωρίς προηγούμενη καταδίκη του αιτητή για διάπραξη αδικημάτων κατά παράβαση της περί Τελωνείων Νομοθεσίας ή χωρίς την παραδοχή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, είναι παντελώς αβάσιμος. Η παραγωγή μιας διοικητικής πράξης δεν μπορεί να έχει ως προαπαιτούμενο την καταδίκη του διοικούμενου από ποινικό δικαστήριο ή την παραδοχή του για διάπραξη αδικημάτων.

Εχοντας υπόψη τα όσα έχουν προαναφερθεί αποφαίνομαι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί στα πλαίσια της νομιμότητας και ύστερα από διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και ευλόγως επιτρεπτή.

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επκυρώνεται.

ΒΑ. Κραμβής,

&# 9;Δ.

ΣΦ.

"Your facsimiles under references 24.10.07 of 3 October 1997 and 27 February 1998 have reference.

With regard to paragraphs (a) and (b) of your initial facsimile this Office can comment as follows:

(a) On certain invoices Value-Added Tax of 14% were paid. The values of the vehicles were definitely underinvoiced and in most instances the actual invoices were obtained, and

(b) The vehicles were not sold on a CIF basis. Apparently the vehicles were sold to Mr. George Skoullos and arrangements and payments relating to the freight and other charges were for his expence.

In most of the instances the vehicles were purchased by Mr. Skoullos while visiting the RSA and the arrangements for the exportation of the vehicles were made by him.

From the summary and documents enclosed in this letter it is evident that arrangements were in most of the cases made with the suppliers in order to furnish Mr. George Skoullos with "false invoices"# in order to defraud your department.

In view of the fact that certain cash as well as bank payments were made it was difficult to establish the exact amounts that were paid.

Enclosed herewith is a summary sheet relating of Annexures "A1" - "Q" together with extracts of all the relevant Auto Dealers Guides pertaining to these vehicles.

This Office trust that these documents will assist your Administration in its investigation.

The fact that a reply is only now forthcoming is regretted."

Με βάση τις πληροφορίες, τα τιμολόγια και τα συνοδευτικά έγγραφα που λήφθηκαν από τις Τελωνειακές Αρχές της Νοτίου Αφρικής, οι καθ΄ ων η αίτηση προέβηκαν στον υπολογισμό και επανακαθορισμό της δασμολογητέας αξίας των επίδικων αυτοκινήτων.

Ο Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων με διπλοσυστημένη επιστολή του ημερ. 25.1.99 πληροφορούσε τον αιτητή ότι η δασμολογητέα αξία για τα 12 μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που εισήξε ήταν αναληθής και τον καλούσε να καταβάλει το ποσό της οφειλόμενης διαφοράς για κάθε αυτοκίνητο μετά το νέο προσδιορισμό της δασμολογητέας τους αξίας. Το συνολικό ποσό ανερχόταν σε Λ.Κ. 62.069.

Πληροφορούσε επιπλέον τον αιτητή για το σχετικό διάβημα της ρευστοποίησης της χρηματικής παρακαταθήκης ύψους Λ.Κ. 5.957 που είχε κατατεθεί με την εγγυητική επιστολή της Λαϊκής Τράπεζας για το αυτοκίνητο BMW 320i P.R.L. 079. Γνωστοποιούσε επίσης στον αιτητή ότι θα ήταν διατεθειμένος να αποδεκτεί το συμβιβασμό των αδικημάτων που διέπραξε με την πληρωμή ποσού ΛΚ 10.000 και να επιτραπεί "το αυτοκίνητο για οποιονδήποτε νόμιμο σκοπό αφού προηγουμένως πληρωθεί το ποσό των Λ.Κ. 62.069." Στάληκαν επίσης ξεχωριστές επιστολές προς τους αγοραστές/ιδιοκτήτες των επίδικων αυτοκινήτων με τις οποίες αξιωνόταν από τον καθένα ξεχωριστά η καταβολή του αναλογούντος πρόσθετου εισαγωγικού δασμού και σημειωνόταν η πιθανότητα δήμευσης του αυτοκινήτου σε περίπτωση μη αποπληρωμής του.

Ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή πως οι καθ΄ ων η αίτηση επέβαλαν επιπρόσθετο δασμό ενεργώντας αυθαίρετα. Είναι η θέση του ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν δικαίωμα στην επιβολή επιπρόσθετου δασμού χωρίς να έχει προηγουμένως αποδειχτεί ενώπιον Δικαστηρίου η διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 82/67.

Διατείνεται επίσης ότι η ανάκληση της αρχικής απόφασης με την οποία καθορίστηκε η αξία των αυτοκινήτων είναι αυθαίρετη. Περαιτέρω εισηγείται ότι οι καθ΄ ων παρέλειψαν να προβούν σε δέουσα έρευνα με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να καθίσταται αναιτιολόγητη.

Σύμφωνα με το άρθρο 30 του Ν. 82/67, ο Διευθυντής Τελωνείων επιβάλλει το δέοντα δασμό εισαγωγής και η επιβολή αυτή από μόνη της συνιστά αυτοτελή διοικητική πράξη. Εμπεριέχει επιταγή της βούλησης του διοικητικού οργάνου και της οποίας η εκτέλεση είναι πλέον υποχρεωτική. Δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγκυρη έκδοσή της η καταδίκη του διοικούμενου από ποινικό δικαστήριο ούτε έχει οποιαδήποτε επίδραση στην εκτελεστότητά της.

Η τελική πράξη καθορισμού του ποσού της τελωνειακής αξίας και η επιβολή του αντιστοιχούντος δασμού είναι απόφαση που μπορεί να προσβληθεί σαν εκτελεστή διοικητική πράξη με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση, η υποψία των τελωνειακών ότι στα τιμολόγια δεν αναγραφόταν η πραγματική συναλλακτική αξία των επίδικων αυτοκινήτων οδήγησε στη διεξαγωγή έρευνας.

Από το σύνολο των στοιχείων που προέκυψαν σε συνδυασμό με τα άλλα στοιχεία ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι ο αρχικός καθορισμός της συναλλακτικής αξίας των επίδικων αυτοκινήτων έγινε στη βάση αναληθών δεδομένων.

Διοικητική απόφαση που λαμβάνεται κατά πλάνη περί τα πράγματα είναι παράνομη και ανακαλείται ελεύθερα. Δεν είναι δυνατή η παρεμβολή του στοιχείου του χρόνου ως παράγοντα ανατρεπτικού της ανάκλησης της, εφόσον ο αιτητής προκάλεσε την πρόκληση της πλάνης. Συναφώς η ανάκληση υπό τις περιστάσεις της αρχικής πράξης με την οποία καθορίστηκε η αξία των αυτοκινήτων ήταν εύλογη και αιτιολογημένη.

Το άρθρο 188(1)(α) και (β) του Ν. 82/67 υπό όρους που τίθενται, καθιστούν αδίκημα ορισμένες αναληθείς δηλώσεις ή την έκδοση ή υπογραφή αναληθών εγγράφων ή την πρόκληση των ενεργειών αυτών.

Σε περίπτωση που το αδίκημα διαπράχθηκε εν γνώσει ή εκ βαρειάς αμέλειας, το άρθρο 188(3) προνοεί αυξημένη χρηματική ποινή και φυλάκιση και ορίζει πως τα εμπορεύματα στα οποία αφορά η δήλωση ή το προσκομισθέν έγγραφο υπόκεινται σε δήμευση.

Διαφορετικά κατά το άρθρο 188(4) ο ένοχος υπόκειται μόνο σε μειωμένη χρηματική ποινή.

Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 188(2) δασμός ή φόρος μη καταβληθείς κτλ "εισπράττεται ως χρέος οφειλόμενον της Δημοκρατίας εις ως αστικόν τοιούτον".

Η εξουσία του Διευθυντή να συμβιβάζει αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παρέκκλιση με την πληρωμή χρηματικού ποσού παρέχεται από το άρθρο 178*

Στην επιστολή στην οποία περιέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, η Διοίκηση εκδηλώνει την πρόθεσή της για την εξής συμβιβαστική διευθέτηση. "Επιπλέον σας πληροφορώ ότι θα ήμουν διατεθειμένος να αποδεκτώ των αδικημάτων που διαπράξετε με την πληρωμή του ποσού Λ.Κ. 10.000 και να σας επιτρέψω το αυτοκίνητο για οποιονδήποτε νόμιμο σκοπό αφού προηγουμένως πληρωθεί το ποσό των Λ.Κ. 62,069 .....".

Νομολογιακά έχει κριθεί ότι η εκδήλωση της πρόθεσης των καθ΄ ων η αίτηση για συμβιβαστική διευθέτηση των αδικημάτων κατά παρέκκλιση ή παράβαση των διατάξεων περί Τελωνείων ή Φόρων Καταναλωτών Νόμων διενεργούμενη κατά τις διατάξεις του άρθρου 178 του Νόμου δεν συνιστά διοικητική πράξη. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Eleni Herodotou v. Republic (1987) 3 ΑΑΔ 874 στην οποία αναφέρθηκαν οι καθ΄ων η αίτηση και στην οποία αποφασίστηκε ότι η εξουσία του Διευθυντή να συμβιβάζει αδικήματα βάσει του άρθρου 178 και η οποία ασκείται αντί δικαστικών μέτρων, η περαιτέρω λήψη των οποίων απαγορεύεται με την πληρωμή του χρηματικού ποσού, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική λειτουργία και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναθεωρητικό έλεγχο.

Ούτε η απόφαση για ρευστοποίηση της τραπεζικής εγγύησης υπόκειται σε αναθεωρητικό έλεγχο βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος.

Συνιστά πράξη εκτέλεσης που σχετίζεται με την είσπραξη του επιπρόσθετου δασμού που επιβλήθηκε και δεν συνιστά πράξη προσδιοριστική των υποχρεώσεων του φορολογούμενου αλλά την εκπλήρωσή τους. Μόνο πράξεις δυνάμενες να επιφέρουν έννομα αποτελέσματα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του διοικούμενου συνιστούν εκτελεστές πράξεις υποκείμενες στο δικαστικό έλεγχο που καθιερώνει το άρθρο 148, βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑΕ 1851, ημερ. 15.9.1997. Συναφώς το αίτημα για αναθεώρηση της απόφασης για ρευστοποίηση της επιταγής είναι απαράδεκτο και απορρίπτεται.

Εγείρεται θέμα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της επιβαλλόμενης αιτιολογίας έχουν επανειλημμένα διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Είναι νομολογιακά εμπεδωμένη η αρχή ότι δεν είναι απαραίτητο στην αιτιολόγηση της απόφασης να αναφέρεται/καταγράφεται ειδικά κάθε παράγοντας που λήφθηκε υπόψη. Είναι επίσης γνωστό ότι η αιτιολογία κάθε απόφασης μπορεί να συμπληρώνεται και από τα στοιχεία του φακέλου.

Οπως φαίνεται από το διοικητικό φάκελο της προκείμενης υπόθεσης, η επιστολή των Νατιοαφρικάνικων Αρχών ημερ. ................ με τα επισυναπτόμενα τιμολόγια έχει διαδραματίσει τον κυρίαρχο ρόλο στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

Οι καθ΄ ων η αίτηση θεώρησαν ότι για πέντε από τα επίδικα αυτοκίνητα δεν υπήρχαν τα "πραγματικά τιμολόγια αγοράς" και προχώρησαν στον καθορισμό της δασμολογητέας τους αξίας σύμφωνα με το άρθρο 159 της περί Τελωνείων Φόρων Κατανάλωσης νομοθεσίας (Ν. 82/67) όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 98/89. Δημιουργείται το ερώτημα κατά πόσο η απόφαση αυτή είναι ορθή καθότι σε 4 από τις 5 περιπτώσεις οι Νοτιοαφρικάνικες Αρχές επισύναψαν τιμολόγια των οποίων οι τιμές ταυτίζονταν με τις τιμές των τιμολογίων που κατέθεσε ο αιτητής στις Κυπριακές Τελωνειακές Αρχές.

Οι καθ΄ ων η αίτηση με βάση την εκτίμηση των Νοτιοαφρικάνικων Τελωνειακών Αρχών και με βάση σχετικά στοιχεία από το "Auto Dealer's Guide 1997" προχώρησαν στην υιοθέτηση της υπόθεσης ότι τα 4 αυτά τιμολόγια ήταν "πλαστά" όπως και τα άλλα αντίστοιχα που είχαν κατατεθεί από τον αιτητή.

Στο φάκελο, η πιο πάνω υπόθεση/εκτίμηση γίνεται χωρίς να εμφαίνεται η σχετική αιτιολογία. Αναφέρει απλά η λειτουργός στην έκθεσή της ότι δεν υπάρχουν πραγματικά τιμολόγια για τα 5 αυτοκίνητα.

Εχω την άποψη ότι παρόλο που υπάρχει λεκτικό κενό στην αιτιολογία, είναι δικαιολογημένη η Αρχή να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα και των υπόλοιπων 4 τιμολογίων καθότι υπό τις περιστάσεις δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στην εκτίμηση της πλέον αρμόδιας αρχής δηλαδή των Αφρικανικών Τελωνειακών Αρχών ότι όλα τα επίδικα αυτοκίνητα φαίνονται να είναι υποτιμολογημένα, εκτίμηση η οποία συνήδε με τα στοιχεία του "Auto Dealer's Guide 1997".

Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι το τμήμα Τελωνείων ενήργησε ορθά, νόμιμα και αιτιολογημένα ασκώντας εύλογα τις εξουσίες που του παρέχονται από το νόμο και μετά από σχετική έρευνα των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο