ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2005) 4 ΑΑΔ 544

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Υπόθεση Αρ. 230/2004)

28 Ιουνίου, 2005

[ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ/στής]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

1. ΠΤΗΝΟΣΦΑΓΕΙΟ Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ,

2. ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΦΑΤΑΡΗΣ,

3. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ,

4. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΦΑΤΑΡΗΣ,

5. ΣΤΕΛΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΚΟΝΕ,

Αιτητές,

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ

ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ,

ΤΜΗΜΑ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ,

Καθ'ων η αίτηση.

Σ. Δράκος, για τους Αιτητές.

Μ. Σπηλιωτοπούλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ'ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ.: Οι αιτητές αμφισβητούν με την παρούσα προσφυγή την εγκυρότητα της απόφασης του Διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, με την οποία διακόπηκε η άδεια λειτουργίας του πτηνοσφαγείου τους στην Αραδίππου.

(α) Τα γεγονότα.

Οι αιτητές Στέλιος Κκονές και Λουκάς Καφατάρης διατηρούσαν επιχείρηση πτηνοσφαγείου στην Αραδίππου.

Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (καθ'ων η αίτηση) κοινοποίησαν στους αιτητές επιστολή τον Ιανουάριο του 2002, με την οποία τους πληροφορούσαν ότι ενόψει της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όλες οι εγκαταστάσεις πτηνοσφαγείων θα έπρεπε να εναρμονιστούν με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και κυρίως με τους αυστηρούς όρους κατασκευής και υγιεινής διεξαγωγής των εργασιών σύμφωνα με την Οδηγία 71/118/ΕΟΚ. Επίσης οι αιτητές επληροφορούντο ότι η τελευταία ημερομηνία αναβάθμισης των εγκαταστάσεων τους ήταν η 31/8/2003 και εκαλούντο αν επιθυμούσαν να συνεχίσουν τις εργασίες τους μετά την πιο πάνω ημερομηνία, είτε να αναβαθμίσουν την υπάρχουσα εγκατάσταση, είτε να ιδρύσουν νέα που θα πληρούσε τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Οι αιτητές απάντησαν με ενυπόγραφη δήλωση ότι οι εργασίες του πτηνοσφαγείου θα τερματίζονταν την 1/1/2004.

Στις 29/4/2002 οι αιτητές Σ. Κκονές και Λ. Καφατάρης και δύο άλλα πρόσωπα ενημέρωσαν γραπτώς τον Επαρχιακό Κτηνιατρικό Λειτουργό Λάρνακας ότι είχαν συνεταιρισθεί και προγραμμάτιζαν την ανέγερση νέου πτηνοσφαγείου σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και ζητούσαν την επιθεώρηση του υφιστάμενου πτηνοσφαγείου του Σ. Κκονέ. Στις 16/1/2003 έγινε επιθεώρηση του πτηνοσφαγείου του Σ. Κκονέ και συμπληρώθηκε το σχετικό έντυπο αναβάθμισης εγκαταστάσεων στο οποίο οι ιδιοκτήτες δήλωσαν ότι η εγκατάσταση θα κλείσει και ότι θα ανεγερθεί νέα εγκατάσταση. Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε ο αρμόδιος Επιθεωρητής, η κατάσταση των κτιρίων, της λειτουργίας και του συστήματος αυτοελέγχου του πτηνοσφαγείου δεν ήταν ικανοποιητική.

Στις 13/3/2003 έγινε νέα επιθεώρηση του πτηνοσφαγείου στο οποίο δόθηκε στο μεταξύ από τους ιδιοκτήτες η επωνυμία "Πετεινός Λτδ.". Όπως σημειώθηκε στο έντυπο παρατηρήσεων των καθ'ων η αίτηση, οι ιδιοκτήτες (Σ. Κκονές, Α. Βίκτωρος και Κυριάκος Μηλιώτης) δήλωσαν και πάλι ότι είχαν πρόθεση να κλείσουν το υφιστάμενο πτηνοσφαγείο, ότι είχαν εκπονηθεί αρχιτεκτονικά σχέδια για την ανέγερση νέου και ότι είχε προς το σκοπό αυτό υποβληθεί αίτηση για πολεοδομική άδεια.

Η επιθεώρηση επαναλήφθηκε στις 13/6/2003 και οι αναφερόμενοι ως ιδιοκτήτες επαναβεβαίωσαν στο σχετικό έντυπο ότι η εγκατάσταση επρόκειτο να κλείσει και ότι θα ανεγειρόταν νέα εγκατάσταση.

Πάνω στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η επόμενη επιθεώρηση της 23/9/2005 κατά την οποία οι ιδιοκτήτες δήλωσαν στον αρμόδιο λειτουργό ότι η υφιστάμενη εγκατάσταση θα έκλεινε οριστικά στις 31/12/2003, με τη λήξη δηλαδή της προθεσμίας που δόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο για την αναστολή της λειτουργίας των εγκαταστάσεων που δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση και το πτηνοσφαγείο συνέχιζε τη λειτουργία του χωρίς την επιβαλλόμενη αναβάθμιση, ο Διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών κοινοποίησε στον αιτητή Λ. Καφατάρη την ακόλουθη επιστολή ημερομηνίας 31/12/2003, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής:

"Κύριοι,

Θέμα: Αναστολή λειτουργίας εγκατάστασης τροφίμων ζωικής προέλευσης

Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες υλοποιώντας την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 58.394 και ημερομηνίας 27/8/2003, αφού επιθεώρησαν την εγκατάσταση σας, σας πληροφορούν ότι αυτή έχει κριθεί ότι δεν ικανοποιεί τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και θεωρείται ως μη αναβαθμισμένη.

Ως εκ τούτου από την 1.1.2004 δεν δικαιούσθε να συνεχίσετε τη λειτουργία παραγωγής / χειρισμού των προϊόντων σας.

Όπως ήδη σας έχουμε πληροφορήσει από τη στιγμή που θα αναβαθμιστεί η εγκατάσταση σας μπορείτε να απευθυνθείτε γραπτώς στην Υπηρεσία μας για να την επιθεωρήσουμε και εάν ικανοποιήσει τους όρους της σχετικής νομοθεσίας να συμπεριληφθεί στον κατάλογο των εγκεκριμένων εγκαταστάσεων και να συνεχίσετε τη λειτουργία της."

(β) Η προσφυγή.

Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές ζητούν την ακύρωση της επίδικης απόφασης γιατί

(i) Παραβιάζει την αρχή της καλής πίστης και γιατί

(ii) Οι αιτητές στερήθηκαν του δικαιώματος ακρόασης.

(i) Παραβίαση της αρχής της καλής πίστης.

Έχει υποβληθεί εκ μέρους των αιτητών ότι η πρόθεσή τους ήταν η ανέγερση νέου πτηνοσφαγείου σε διαφορετική τοποθεσία, στο οποίο θα τηρούνταν όλες οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές και ότι υπέβαλαν για το σκοπό αυτό τη σχετική πολεοδομική αίτηση, έχοντας εξασφαλίσει τις προφορικές διαβεβαιώσεις των καθ'ων η αίτηση ότι θα μεριμνούσαν μέσω του Υπουργικού Συμβουλίου για την ταχύτερη εξέταση της πολεοδομικής αίτησης. Όμως οι καθ'ων η αίτηση αθέτησαν τις υποσχέσεις τους, με αποτέλεσμα οι αιτητές να μείνουν εκτεθειμένοι λόγω της καθυστέρησης του Τμήματος Πολεοδομίας αναφορικά με την εξέταση της αίτησής τους και ότι η αναστολή της λειτουργίας του πτηνοσφαγείου ήταν το αποτέλεσμα ασυνεπούς, αντιφατικής και κακόπιστης συμπεριφοράς της διοίκησης που οδήγησε στην αδικαιολόγητη "παγίδευση", "εξαπάτηση" και "ταλαιπωρία" των αιτητών, οι οποίοι έχοντας συμμορφωθεί πλήρως με τη νομοθεσία, ανέμεναν την έκδοση της αιτούμενης πολεοδομικής άδειας, στηριζόμενοι στις δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων για άμεση βοήθεια προς το σκοπό αναβάθμισης ή και ανέγερσης νέων εκσυγχρονισμένων πτηνοσφαγείων.

Ο πιο πάνω ισχυρισμός των αιτητών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε αυξημένες υποχρεώσεις σε όσους ασχολούνται με την παραγωγή τροφίμων ζωικής προέλευσης και τη διάθεσή τους στην αγορά και η Νομοθετική Εξουσία ανταποκρινόμενη στην "Οδηγία 71/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα υγειονομικά προβλήματα παραγωγής και εμπορίας νωπού κρέατος πουλερικών" (EEL 55 της 8/3/1971, σ. 23) όπως αυτή τροποποιήθηκε μέχρι και την Οδηγία 97/79/ΕΚ (EEL 24, 30/1/1998, σ. 31), προχώρησε στη θέσπιση του περί Υγιεινής Παραγωγής Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και Διάθεσής τους στην Αγορά καθώς και για άλλα Συναφή Θέματα Νόμου του 2003, Ν. 150(Ι)/2003. Ο πιο πάνω Νόμος ρυθμίζει τη διαδικασία για παραχώρηση άδειας λειτουργίας εγκαταστάσεων παραγωγής και διάθεσης τροφίμων ζωικής προέλευσης και καθορίζει τις γενικές αρμοδιότητες και εξουσίες της αρμόδιας αρχής, που είναι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος και του Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών.

Οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση άδειας λειτουργίας καθορίζονται με το άρθρο 6(1) και (2) του Νόμου 150(Ι)/2003, το οποίο προνοεί ότι,

"6.-(1) Για διατήρηση σε ισχύ της άδειας λειτουργίας οι εγκεκριμένες εγκαταστάσεις, πρέπει να πληρούν τις καθορισμένες προδιαγραφές ή/και να τηρούν τις καθορισμένες προδιαγραφές ή/και να τηρούν τις καθορισμένες διαδικασίες, που αφορούν την παραγωγή, επεξεργασία, μεταφορά, αποθήκευση και διάθεση στην αγορά τροφίμων ζωικής προέλευσης.

(2) Σε περίπτωση που εγκεκριμένη εγκατάσταση παύσει να πληροί τις καθορισμένες προδιαγραφές ή/και δεν τηρεί τις καθορισμένες διαδικασίες παραγωγής, επεξεργασίας, μεταφοράς, αποθήκευσης και διάθεσης στην αγορά τροφίμων ζωικής προέλευσης, τότε η αρμόδια αρχή δύναται να αναστείλει ή να ακυρώσει την άδεια λειτουργίας τέτοιας εγκατάστασης, σύμφωνα με την παράγραφο (η) του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου, και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου."

Ο αρμόδιος Κτηνίατρος και ο Κτηνιατρικός Επιθεωρητής μπορεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9(2)(η) του Νόμου 150(Ι)/2003, να

"(η) επιβάλλει τη διακοπή των εργασιών παραγωγής, επεξεργασίας, μεταφοράς ή αποθήκευσης τροφίμων ζωικής προέλευσης, σε εγκεκριμένη εγκατάσταση, με γραπτή ειδοποίησή του για χρονικό διάστημα μέχρι τέσσερις ημέρες, εφόσο διαπιστώσει ότι οι συνθήκες που επικρατούν στη συγκεκριμένη εγκατάσταση αποτελούν σοβαρή παραβίαση των προνοιών του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι, εάν ο επιχειρηματίας αποτύχει να διορθώσει τους λόγους για τους οποίους επεβλήθη η διακοπή των εργασιών κατά τη διάρκεια της επιβληθείσας διακοπής τους, ο επίσημος κτηνίατρος μπορεί να επιβάλει και δεύτερη διακοπή για περίοδο μέχρι τέσσερις ημέρες. Παρερχομένης χωρίς συμμόρφωση και της δεύτερης διακοπής των εργασιών, ο επίσημος κτηνίατρος εισηγείται στην αρμόδια αρχή, την αναστολή για όσο χρονικό διάστημα θεωρεί αναγκαίο, ή την ακύρωση, της άδειας λειτουργίας, όσον αφορά όλη ή μέρος τη συγκεκριμένης εγκατάστασης:

Νοείται περαιτέρω ότι, ο επίσημος κτηνίατρος δύναται να διαφοροποιήσει την περίοδο διακοπής των εργασιών εγκεκριμένης εγκατάστασης, εφόσον τούτο καθορίζεται στους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου."

Η παράθεση των πιο πάνω στοιχείων αποδεικνύει το ανεδαφικό της εισήγησης των αιτητών για παραβίαση των αρχών της καλής πίστης εκ μέρους των καθ'ων η αίτηση.

Οι καθ'ων η αίτηση ήταν υποχρεωμένοι λόγω των δεσμεύσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας για εναρμόνιση με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διασφαλίζουν την τήρηση των απαιτούμενων προτύπων λειτουργίας των εγκαταστάσεων πτηνοσφαγείων. Οι αιτητές είχαν ειδοποιηθεί προς τούτο εγκαίρως, ενώ η αρχική προθεσμία συμμόρφωσης παρατάθηκε από 31/8/2003 μέχρι 31/12/2003. Οι αιτητές παρόλο που είχαν αρχικά δηλώσει ότι η λειτουργία των εγκαταστάσεων τους θα σταματούσε οριστικά και ότι σχεδίαζαν την ανέγερση νέων υποστατικών, εντούτοις συνέχιζαν τις εργασίες τους καθόλη τη διάρκεια του 2003, αδιαφορώντας για τις υποδείξεις των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και τα αποτελέσματα και τις ελλείψεις που τους κοινοποιούνταν μετά από τις διαδοχικές επιθεωρήσεις της εγκατάστασής τους. Η κατ' επανάληψη δήλωσή τους ότι θα σταματούσαν τη λειτουργία των εγκαταστάσεων τους, δεν τους απάλλασσε από την υποχρέωση λήψης των απαραίτητων μέτρων για αναβάθμιση των κτιρίων, του εξοπλισμού και γενικότερα της λειτουργίας του πτηνοσφαγείου τους, εφόσον εκεί διεξάγονταν εργασίες και συνεχιζόταν η παραγωγή, ενώ οι ίδιοι ελάμβαναν γνώση της έκθεσης του Κτηνιατρικού Λειτουργού. Ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απροθυμίας τους να συμμορφωθούν και αφού προειδοποιήθηκαν κατ' επανάληψη για τις συνέπειες της συμπεριφοράς τους, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ανέστειλαν τη λειτουργία των εγκαταστάσεων τους. Η επίκληση της αρχής της καλής πίστης ως επιχείρημα θεμελιωμένο σε κατ' ισχυρισμόν υποσχέσεις που τους δόθηκαν για γρήγορη διεκπεραίωση των πολεοδομικών εκκρεμοτήτων, δεν ενισχύει τη θέση των αιτητών. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ, 191, 196,

"Όπως διευκρινίζεται στην Tamassos Suppliers v. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 60 η αρχή της καλής πίστης σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία. Δεν υπερφαλαγγίζει όμως την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, που είναι συνυφασμένη όπως και κάθε κρατική λειτουργία, με την αρχή του κράτους δικαίου."

Κάτω από τις περιστάσεις κρίνεται ότι η απόφαση για την αναστολή της λειτουργίας της εγκατάστασης των αιτητών ήταν εύλογα επιτρεπτή και ο ισχυρισμός για παραβίαση των αρχών της καλής πίστης απορρίπτεται.

(ii) Στέρηση του δικαιώματος ακρόασης.

Οι αιτητές επικαλούνται το άρθρο 43(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν. 158(Ι)/99 και ισχυρίζονται ότι στερήθηκαν του δικαιώματος ακρόασης και ότι δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να εκθέσουν τις απόψεις τους πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το άρθρο 43(1) του Ν. 158(Ι)/99 προνοεί ότι:

"43.-(1) Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται, εκτός από τις περιπτώσεις τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητά, σε κάθε πρόσωπο που θα επηρεαστεί από την έκδοση πράξης ή από τη λήψη διοικητικού μέτρου που είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης."

Η εισήγηση των αιτητών είναι αβάσιμη και διαψεύδεται από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου και κυρίως από τις ενυπόγραφες δηλώσεις των αιτητών στα διάφορα έντυπα παρατηρήσεων που συμπληρώνονταν μετά από κάθε επιθεώρηση.

Στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές είχαν κάθε ευκαιρία να εκφέρουν τις απόψεις τους, αφού εκαλούντο να συμπληρώσουν τα σχετικά έγγραφα μετά από κάθε επιθεώρηση. Όμως, όπως έχει ήδη σημειωθεί, ήταν η σταθερή τους θέση, η οποία εξαγόταν από τη συμπεριφορά τους, ότι οι εγκαταστάσεις τους δεν πληρούσαν τις απαραίτητες προδιαγραφές, ότι θα διέκοπταν τις εργασίες τους και ότι θα ανέγειραν νέες εγκαταστάσεις. Τους υποδεικνυόταν επίσης σε κάθε περίπτωση ότι τα υφιστάμενα υποστατικά θα έπρεπε να αναβαθμιστούν μέσα στο καθορισμένο χρονικό διάστημα, διαφορετικά η λειτουργία τους θα αναστελλόταν. Σημειώνεται επίσης η αναληθής, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, τελευταία δήλωση των αιτητών κατά την επιθεώρηση της 23/9/2003, ότι "η υφιστάμενη εγκατάσταση θα κλείσει οριστικά στις 31/12/2003".

Ενόψει των πιο πάνω περιστατικών και ενόψει του γεγονότος ότι οι αιτητές ουδέποτε ζήτησαν να ακουσθούν, οι καθ'ων η αίτηση δεν είχαν την υποχρέωση να καλέσουν τους αιτητές σε ιδιαίτερη ακρόαση για να ακούσουν τις απόψεις τους.

Η προσφυγή απορρίπτεται με £500 έξοδα σε βάρος των αιτητών.

Τ. ΗΛΙΑΔΗΣ,

Δ.

/ΔΓ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο