|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2005) 4 ΑΑΔ 905
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 398/2003, 413/2003)
21 Νοεμβρίου, 2005
[ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
(Υπόθεση Αρ. 398/2003)
ΒΡΑΧΙΜΗΣ Ι. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ,
Αιτητής,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,
Καθ' ων η αίτηση.
(Υπόθεση Αρ. 413/2003)
ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ,
Αιτητής,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,
Καθ' ων η αίτηση.
Ο Αιτητής στην Υπόθεση αρ. 398/2003 παρών προσωπικά.
Γ. Μιχαηλίδης, για τον Αιτητή στην Υπόθεση αρ. 413/2003.
Αντ. Βασιλειάδης, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ'ων η αίτηση.
Π. Κυπριανού, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΗΛΙΑΔΗΣ, Δ.: Με τις πιο πάνω προσφυγές, που έχουν συνενωθεί, οι αιτητές Βραχίμης Χατζηχάννας (Προσφυγή αρ. 398/2003) και Ανδρέας Χριστοδουλίδης (Προσφυγή αρ. 413/2003) αμφισβητούν την εγκυρότητα της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (η Ε.Δ.Υ.) της 3/3/2003, με την οποίαν το ενδιαφερόμενο μέρος Νίκος Ρούσος προήχθη στη θέση Επάρχου, Επαρχιακή Διοίκηση.
(α) Τα γεγονότα.
Δώδεκα υποψήφιοι διεκδίκησαν τη θέση του Επάρχου (Επαρχιακή Διοίκηση), που είναι θέση Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής. Η Ε.Δ.Υ. παρέπεμψε τις 12 αιτήσεις στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, με την ιδιότητά του ως Προέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η οποία δεν μπορούσε να συσταθεί από λειτουργούς του Υπουργείου Εσωτερικών κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 32(2) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 2001, γιατί εκτός από το Γενικό Διευθυντή, το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, καθώς και το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δεν υπηρετούσαν στο Υπουργείο Εσωτερικών πρόσωπα που κατείχαν θέση ιεραρχικά ανώτερη από την επίδικη θέση Επάρχου. Έτσι η Συμβουλευτική Επιτροπή συστάθηκε, κατόπιν συνεννοήσεως με τις αρμόδιες αρχές, από τα πιο κάτω πρόσωπα:
Κ. Τριανταφυλλίδης Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Εσωτερικών (Πρόεδρος)
Γιάννος Παπαδόπουλος Διευθυντής Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως
Ανδρέας Χριστοδούλου Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
Άριστος Ιωάννου Διευθυντής Τμήματος Δασών
Αντώνης Κωνσταντίνου Διευθυντής Τμήματος Γεωργίας
Η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφάνθηκε ότι όλοι οι υποψήφιοι πληρούσαν το απαιτούμενο στην παράγραφο (4) του σχεδίου υπηρεσίας προσόν της πολύ καλής γνώσης της Αγγλικής και Ελληνικής γλώσσας και ότι το ενδιαφερόμενο μέρος και ο αιτητής Χριστοδουλίδης κατείχαν το καθορισμένο στην παράγραφο (5) πλεονέκτημα της μετεκπαίδευσης και της πείρας σχετικής με τα καθήκοντα της θέσης. Η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφάσισε επίσης ότι ο αιτητής Χατζηχάννας διέθετε μόνο το πλεονέκτημα της μετεκπαίδευσης σχετικής με τα καθήκοντα της θέσης. Αναφορικά με τη διάρκεια και την ποιότητα της πείρας που απαιτείτο για σκοπούς πλεονεκτήματος, η Συμβουλευτική Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι υποψήφιοι θα έπρεπε να είχαν τουλάχιστο διετή πείρα σε διοικητικά καθήκοντα στην Επαρχιακή Διοίκηση και ή/και στο Υπουργείο Εσωτερικών.
Στη συνέχεια οι υποψήφιοι υποβλήθηκαν σε προφορική εξέταση από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία αξιολόγησε την απόδοση του ενδιαφερόμενου μέρους και των αιτητών ως ακολούθως:
"ΡΟΥΣΟΣ ΝΙΚΟΣ (ενδιαφερόμενο μέρος)
Οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν σχεδόν εξαίρετες. Ανέπτυξε με σαφήνεια και επιχειρηματολογία όλες τις ερωτήσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Έδωσε την εντύπωση ότι μπορεί να αντιμετωπίζει με αποτελεσματικότητα τα προβλήματα που ενδεχομένως να παρουσιαστούν. Η διαπίστωση της Συμβουλευτικής Επιτροπής είναι ότι πρόκειται για άτομο με πρωτοβουλία. Αξιολογείται ΣΧΕΔΟΝ ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ.
ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ ΒΡΑΧΙΜΗΣ Ι. (αιτητής στην Προσφυγή αρ. 398/2003)
Οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν σωστές. Παρουσίασε όμως κάποια αδυναμία να αναπτύξει σε βάθος και ολοκληρωμένη επιχειρηματολογία στα θέματα που του υποβλήθηκαν. Η διαπίστωση της Επιτροπής είναι ότι πρόκειται για άτομο με πρωτοβουλία. Αξιολογείται ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. (αιτητής στην Προσφυγή αρ. 413/2003)
Οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν σχεδόν εξαίρετες. Ανέπτυξε με σαφήνεια και επιχειρηματολογία όλες τις ερωτήσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Έδωσε την εντύπωση ότι μπορεί να αντιμετωπίζει με αποτελεσματικότητα τα προβλήματα που ενδεχομένως να παρουσιαστούν. Η διαπίστωση της Συμβουλευτικής Επιτροπής είναι ότι πρόκειται για άτομο με πρωτοβουλία. Αξιολογείται ΣΧΕΔΟΝ ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ."
Η Συμβουλευτική Επιτροπή μετά τη συνεκτίμηση των στοιχείων των προσωπικών φακέλων και των υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων, πρότεινε τέσσερις υποψήφιους στην Ε.Δ.Υ., μεταξύ των οποίων το ενδιαφερόμενο μέρος, τον αιτητή Χριστοδουλίδη, αλλά όχι τον αιτητή Χατζηχάννα. Η Ε.Δ.Υ. αφού δέχθηκε σε ατομική προφορική εξέταση τους τρεις από τους τέσσερις προταθέντες, στην παρουσία του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών (ο οποίος σύστησε για προαγωγή το ενδιαφερόμενο μέρος) προέβηκε στις δικές της αξιολογήσεις.
Τελικά η Ε.Δ.Υ. αφού έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιόν της στοιχεία και κριτήρια επέλεξε το ενδιαφερόμενο μέρος με το πιο κάτω σκεπτικό:
"Επιλέγοντας τον Ρούσο Νίκο, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτός αξιολογήθηκε ως Σχεδόν εξαίρετος τόσο από τη Συμβουλευτική Επιτροπή όσο και από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Η αξιολόγησή του ενώπιον της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ήταν η υψηλότερη. Επιπλέον, ο επιλεγείς έχει εξαίρετες αξιολογήσεις, όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση στα τελευταία πέντε έτη, ουδενός δηλαδή υστερεί σε αξία, υπερέχει των ανθυποψηφίων του σε αρχαιότητα και διαθέτει και το πλεονέκτημα, όπως και οι λοιποί υποψήφιοι, επιπλέον όμως ο επιλεγείς έχει και την υπέρ του σύσταση του Γενικού Διευθυντή και ως εκ τούτου θεωρείται καταλληλότερος.
Η Επιτροπή δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι ο υποψήφιος Χριστοδουλίδης Ανδρέας διαθέτει διδακτορικό τίτλο, ο οποίος όμως, αν και σχετικός με τα καθήκοντα της θέσης, εντούτοις δεν προβλέπεται ούτε ως απαιτούμενο προσόν ούτε ως πρόσθετο προσόν ή πλεονέκτημα και ως εκ τούτου του αποδόθηκε η ανάλογη βαρύτητα. Εντούτοις, το προσόν αυτό δεν μπορεί να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ του, καθότι ο επιλεγείς κρίνεται καταλληλότερος για τους λόγους που παρατίθενται αναλυτικά πιο πάνω."
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με μεταγενέστερη απόφαση της Ε.Δ.Υ. που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 7/1/2005, ο αιτητής Χριστοδουλίδης προήχθη στην υπεράριθμη θέση Επάρχου αναδρομικά από την 1/2/2002.
(β) (i) Λόγοι ακύρωσης της προσφυγής αρ. 398/2003
Ο αιτητής Βραχίμης Χατζηχάννας ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί,
(i) Υπήρξε παράνομη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής,
(ii) Υπήρξε παραβίαση του Δεδικασμένου,
(iii) Η έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής είναι αναιτιολόγητη,
(iv) Υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας και παραγκωνισμός των πρόσθετων προσόντων του αιτητή,
(v) Λήφθηκε υπόψη παράνομη υπηρεσιακή έκθεση,
(vi) Η Ε.Δ.Υ. λειτούργησε με προκατάληψη και έντονη έχθρα εναντίον του και γιατί,
(vii) Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και κάτω από συνθήκες πλάνης.
(ii) Λόγοι ακύρωσης της προσφυγής αρ. 413/2003
Ο αιτητής Ανδρέας Χριστοδουλίδης ισχυρίζεται ότι υπήρξε
(i) Παράνομη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής,
(ii) Παραβίαση του Δεδικασμένου, και
(iii) Έλλειψη δέουσας έρευνας των προσόντων του ενδιαφερόμενου μέρους και του αιτητή από τη Συμβουλευτική Επιτροπή και την Ε.Δ.Υ.
(γ) Η σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Και οι δύο αιτητές ισχυρίζονται ότι η σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν παράνομη λόγω της συμμετοχής του Κ. Τριανταφυλλίδη (Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών), ο οποίος ήταν αντίδικος των αιτητών σε αριθμό προσφυγών για διάφορες άλλες θέσεις στη δημόσια υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης και της θέσης του Επάρχου. Πιο συγκεκριμένα έγινε αναφορά σε τέσσερις προσφυγές του αιτητή Χατζηχάννα εναντίον της προαγωγής του πιο πάνω Γενικού Διευθυντή στη θέση του Πρώτου Διοικητικού Λειτουργού και του Διευθυντή Διοίκησης και κυρίως στην αντιδικία που υπήρξε για τη θέση του Επάρχου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση οι αιτητές είχαν αμφισβητήσει τη νομιμότητα της προαγωγής του Κ. Τριανταφυλλίδη και δύο άλλων προσώπων στη θέση του Επάρχου, Επαρχιακής Διοίκησης αναδρομικά από την 1/1/1996 και πέτυχαν διαδοχικές ακυρωτικές αποφάσεις αρχικά με τις προσφυγές τους 3/97 και 149/97 της 19/6/1998. Στη συνέχεια αφού το ίδιο πρόσωπο επαναπροήχθη κατόπιν επανεξέτασης, η προαγωγή του ακυρώθηκε εκ νέου με τις προσφυγές 978/98 και 1044/98 της 8/11/2001. Η τελευταία απόφαση εφεσιβλήθηκε από τη Δημοκρατία και κατά το χρόνο της σύστασης της Συμβουλευτικής Επιτροπής και της διεξαγωγής των προφορικών εξετάσεων των υποψηφίων στην παρούσα διαδικασία, εκκρεμούσε η ετυμηγορία του Εφετείου, το οποίο τελικά απέρριψε την έφεση. (Βλ. Δημοκρατία ν. Γεωργίου κ.ά. (2004) 3 Α.Α.Δ. 703). Για τον πιο πάνω λόγο οι αιτητές εισηγούνται ότι κλονίστηκε το τεκμήριο αμεροληψίας και αντικειμενικότητας και επομένως στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας. Οι αιτητές επικαλέστηκαν προς τούτο ως σχετικές τις πρωτόδικες αποφάσεις Βραχίμης Χ" Χάννας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 915/2000, της 21/9/2001, Ευάγγελος Χ" Κυριάκου ν. Ρ.Ι.Κ., Προσφυγή αρ. 1552/2000, της 21/1/2002 καθώς και την απόφαση της διευρυμένης Ολομέλειας στην υπόθεση Καραγιώργης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1669.
Αντίθετα οι καθ'ων η αίτηση υποστήριξαν ότι η παρουσία του Κ. Τριανταφυλλίδη ως Προέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν νόμιμη γιατί δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στη διαδικασία της προαγωγής, προσθέτοντας ότι η ύπαρξη δικαστικών εκκρεμοτήτων μεταξύ των αιτητών και του Γενικού Διευθυντή δεν μπορεί να τεκμηριώνει προκατάληψη σε βαθμό που επιβαλλόταν η μη συμμετοχή του στη Συμβουλευτική Επιτροπή. (Βλ. Χατζηχάννας κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 385/2001 κ.ά. της 28/3/2003 και Christou v. The Republic (1980) 3 C.L.R. 437).
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 42(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν. 158(Ι)/99, κάθε διοικητικό όργανο που μετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρέπει να παρέχει τα εχέγγυα της αμερόληπτης κρίσης. Το δε άρθρο 42(2) επιβάλλει τον αποκλεισμό προσώπου που έχει "ιδιάζουσα σχέση" με το άτομο που αφορά η εξεταζόμενη υπόθεση ή που έχει "συμφέρον για την έκβασή της". Παρόμοιες αρχές έχουν καθιερωθεί από το Συμβούλιο Επικρατείας. Όπως αναφέρεται στα Πορίσματα Νομολογίας (1929-1959) (σ. 111),
"Εν τούτοις το Σ. τ. Ε. δέχεται την αρχήν, καθ' ην τα όργανα της Διοικήσεως δέον να παρέχωσιν εγγύησιν αμερολήπτου κρίσεως, οσάκις δε τα μέλη του συλλογικού οργάνου συνδέονται διά δεσμών ή ιδιαζούσης σχέσεως προς τα πρόσωπα, εις α αφορά η κρινομένη υπόθεσις, ή έχουσι συμφέρον εις την έκβασίν της, δημιουργείται τεκμήριον επηρεασμού τούτων, κλονίζον την πεποίθησιν του διοικουμένου επί το αδιάβλητον της κρίσεως των οργάνων. Η συμμετοχή, όθεν, μέλους παρ' ω υφίσταται ο κατά τα άνω δεσμός ή σχέσις ή συμφέρον, δημιουργεί κακήν σύνθεσιν του συλλογικού οργάνου επαγομένην ακυρότητα των πράξεων αυτού: 1187 (50), 1451 (54), 165 (55), 748 (56), 305, 1286, 1623 (57), 864 (60) κ.ά. ........
Προκειμένου συνεπώς να κριθή το κύρος της ούτω εκδοθείσης πράξεως δεν εξετάζεται εάν αύτη είναι πράγματι μεροληπτική: 305, 1286, 1623 (57). Ίνα συναχθή πάντως λόγος εξαιρέσεως του μέλους του συλλογικού οργάνου, δέον να υφίστανται συγκεκριμένα περιστατικά, αποδεικνύοντα την ύπαρξιν του δεσμού ή της σχέσεως, ή του συμφέροντος τούτου επί την έκβασιν της υποθέσεως: 2118 (58)."
Σύμφωνα με τα αναμφισβήτητα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο Πρόεδρος της Συμβουλευτικής ήταν ενδιαφερόμενο πρόσωπο σε διάφορες προσφυγές των αιτητών, από τις οποίες μάλιστα η μια η οποία αφορούσε θέση Επάρχου βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε εκκρεμότητα. Στην απόφαση του Νικολάου, Δ. στην Χατζηχάννας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), την οποία επικαλέστηκε ο δικηγόρος των καθ'ων η αίτηση (στην οποία υιοθετούνται οι υποδείξεις του Κωνσταντινίδη, Δ. στην Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή αρ. 915/00 της 21/9/2001), τονίσθηκε το στοιχείο του "ιδιαίτερου ενδιαφέροντος" προσώπου που συμμετείχε ως μέλος σε Συμβουλευτική Επιτροπή κατά την αξιολόγηση αιτητή, ο οποίος είχε αμφισβητήσει το κύρος της προαγωγής του στην ίδια θέση, ενώ η προσφυγή εκκρεμούσε. Η κατάληξη ότι έπασχε η σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής λόγω της αντικειμενικής διάστασης του θέματος, με αναφορά στα πιο πάνω Πορίσματα του Συμβουλίου Επικρατείας, επικροτήθηκε από το Εφετείο. Απορρίπτοντας την έφεση της Δημοκρατίας (Δημοκρατία ν. Χατζηχάννα (2003) 3 Α.Α.Δ. 554) η Ολομέλεια επεσήμανε τα ακόλουθα σχετικά στη σελ. 558:
"Αυτή είναι και η ουσία του πράγματος. Το ότι ο κ. Παπαρίδης δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία που αφορά η εφεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι το κρίσιμο στοιχείο. Το κριτήριο της προκατάληψης δεν είναι τόσο περιορισμένο ώστε να αποκλείει αναφορά σε ιδιαίτερο ενδιαφέρον που να συναρτάται με άλλη διαδικασία, ούτε βεβαίως η προκατάληψη κρίνεται υποκειμενικά ώστε να απαιτείται απόδειξη πραγματικής τοιαύτης. Κυρίαρχο στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση παραμένει όχι απλώς η αντιδικία του Εφεσίβλητου με τον κ. Παπαρίδη σε άλλη προσφυγή αλλά και ιδιαιτέρως το ότι η αντιδικία στην προσφυγή εκείνη αφορούσε προαγωγή του κ. Παπαρίδη στην ίδια θέση, στα πλαίσια της οποίας ήταν σχετική η διαπίστωση της ανταπόκρισης των ίδιων προσόντων του Εφεσίβλητου στις απαιτήσεις του ίδιου σχεδίου υπηρεσίας. Και όχι μόνο τούτο. Όπως προέκυψε από τη συζήτηση της έφεσης, ενδεχόμενη επιτυχία του Εφεσίβλητου στην προσφυγή εκείνη θα επηρέαζε και τη μετέπειτα προαγωγή του κ. Παπαρίδη στη θέση του Διευθυντή Διοίκησης, υπό την οποία ιδιότητα συμμετείχε στη Συμβουλευτική Επιτροπή. Υπό το φως όλων αυτών, η προκειμένη απέληγε να είναι προφανής περίπτωση στην οποία η συμμετοχή του κ. Παπαρίδη να ήταν αντίθετη με την εγγύηση αμερολήπτου κρίσεως αντικειμενικώς κρινόμενης."
Η ανάμειξη μέλους συλλογικού οργάνου σε δικαστικές διαδικασίες που σχετίζονται με την υπό πλήρωση θέση αποδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καραγιώργης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1669, στην οποία τονίστηκε ότι,
"Στην παρούσα περίπτωση το μέλος της Επιτροπής Τορνάρης, εκτός από την τυπική συνεδρία που αποφασίστηκε η δημοσίευση της θέσης, δεν παρέστη στις συνεδρίες της Επιτροπής και δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία πλήρωσης της θέσης. Ο λόγος είναι πρόδηλος. Η μακρά ανάμειξή του στις πιο πάνω δικαστικές διαδικασίες και άλλη εκκρεμούσα συναφής προσφυγή του. Η απουσία του ήταν, όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά και επιβεβλημένη."
Στην υπό εξέταση υπόθεση ο Πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής είχε κατά τον ίδιο τρόπο "μακρά ανάμειξη" στις προσφυγές των αιτητών που προαναφέρθηκαν, κυρίως με την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους στις Προσφυγές 978/98 και 1044/98 των αιτητών, που αφορούσαν τη θέση του Επάρχου. Εφόσον δε είχαν εγερθεί και συζητήθηκαν σε εκείνη την περίπτωση ζητήματα προσόντων, τόσο του ιδίου όσο και των αιτητών, σε συνάρτηση με τα προβλεπόμενα προσόντα στο Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης του Επάρχου, ενώ εκκρεμούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο της αξιολόγησης των αιτητών από τη Συμβουλευτική Επιτροπή και των συστάσεων του Γενικού Διευθυντή, η απόφαση του Εφετείου (Α.Ε. 3333 της 3/12/2004), έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συνέτρεχε αναμφίβολα το στοιχείο του "ιδιαίτερου ενδιαφέροντος" του Προέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής, για την κρινόμενη υπόθεση, σε βαθμό που κλονίζει την πεποίθηση ενός ουδέτερου παρατηρητή για το αδιάβλητο της κρίσης του οργάνου. Με δεδομένο δε ότι ο αιτητής Χατζηχάννας δεν συστήθηκε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, το αντικειμενικό κριτήριο αμερόληπτης κρίσης κατέστη, υπό τις περιστάσεις, αμφισβητούμενο. Επομένως, όπως ακριβώς παρατηρήθηκε στη νομολογία που προεκτέθηκε και κυρίως στην απόφαση της Ολομέλειας στη Δημοκρατία ν. Χατζηχάννας (πιο πάνω), η συμμετοχή του Κ. Τριανταφυλλίδη στη Συμβουλευτική Επιτροπή ερχόταν σε αντίθεση με την απαίτηση του Νόμου για παροχή εχεγγύων αμερόληπτης κρίσης.
Η εισήγηση για την παράνομη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής γίνεται αποδεκτή και οι προσφυγές επιτυγχάνουν. Λόγω της πιο πάνω κατάληξης δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ακυρότητας των προσφυγών.
Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα σε βάρος των καθ'ων η αίτηση.
Τ. ΗΛΙΑΔΗΣ,
Δ.
/ΔΓ