|
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Υπόθεση Αρ. 881/2005)
19 Ιανουαρίου, 2007
[Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
JAHANGIR ALAM,
Αιτητής,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
2. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ,
Καθ' ων η Αίτηση.
________________________
Ευάγγελος Χειμώνας, για τον Αιτητή.
΄Αννα Μιλτιάδου-Ομήρου (κα), Νομικός Λειτουργός, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ' ων η Αίτηση.
________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Ο αιτητής, υπήκοος της Μπαγκλαντές, ενήλικας, μουσουλμάνος το θρήσκευμα, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και ήλθε στην Κύπρο, με φοιτητική βίζα, στις 28/2/2003. Στις 9/2/2004 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση σ' αυτόν καθεστώτος πολιτικού ασύλου, ισχυριζόμενος ότι, όντας από το 1997 δραστηριοποιημένο μέλος της φοιτητικής παράταξης του κόμματος Awami League στην Μπαγκλαντές, εάν επιστρέψει στη χώρα του, κινδυνεύει να φυλακιστεί, λόγω καταγγελίας εναντίον του από μέλη του αντίπαλου κόμματος BNP.
Στις 5/10/2004, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου είχε συνέντευξη με τον αιτητή, ο οποίος προηγουμένως, με σχετικό έγγραφο, ενημερώθηκε στη μητρική του γλώσσα και στην Αγγλική για τη διαδικασία που θα ακολουθείτο. Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός υπέβαλε την εισήγησή του στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, με τη σειρά του, στις 10/11/2004, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης. Διαπίστωσε αντιφάσεις στην αναφορά των γεγονότων από τον αιτητή, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν αμφιβολίες ως προς το αξιόπιστο του αιτήματος.
Με την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης, ο αιτητής, εμπρόθεσμα, στις 11/1/2005, καταχώρισε διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, λειτουργός της οποίας, χωρίς να καλέσει τον αιτητή σε συνέντευξη, διεξήγαγε έρευνα και ετοίμασε, στις 19/5/2005, έκθεση, με βάση την οποία η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, στις 20/5/2005, εξέδωσε την απόφασή της και απέρριψε τη διοικητική προσφυγή.
Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα από την προσβαλλόμενη απόφαση:-
«1. Η Υπηρεσία Ασύλου ορθά και δικαιολογημένα διαπίστωσε πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα εις τον προσφεύγοντα όπως καθορίζονται στον Περί Προσφύγων Νόμο 2000-2004 αφού δεν κατάφερε να τεκμηριώσει το αίτημα του με αξιόπιστο τρόπο. Σύμφωνα με το άρθρο 41 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων 'Εξαιτίας της βαρύτητας την οποία ο ορισμός του πρόσφυγα προσδίδει στο υποκειμενικό στοιχείο, είναι απαραίτητη η εκτίμηση της αξιοπιστίας, όπου η υπόθεση δεν είναι επαρκώς ευκρινής από τα στοιχεία του φακέλου'. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο προσφεύγων κρίθηκε αναξιόπιστος όσον αφορά τους ισχυρισμούς του, αφού διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν σημαντικές αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του.
2. ... Η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε σοβαρή και ενδελεχή εξέταση της αίτησης του προσφεύγοντα, καθώς επίσης και όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον της. ...
3. ... Η Υπηρεσία Ασύλου ορθά αναφέρει ότι η απόρριψη του αιτήματος του οφείλεται στην έλλειψη αξιοπιστίας του προσφεύγοντα. Η αιτιολόγηση της απόφασης ενισχύεται και από την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού ασύλου καθώς και από την παρούσα έκθεση. ...
6. ΄Εστω και αν θεωρηθεί ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν αποδέχθηκε τα γραπτά στοιχεία που ο προσφεύγων προσκόμισε, εντούτοις ο προσφεύγων είχε την ευκαιρία να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά κατά την υποβολή της διοικητικής του προσφυγής και να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, πράγμα το οποίο δεν έπραξε.
7. Η Υπηρεσία Ασύλου ορθά και αιτιολογημένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως υπήρχαν αντιφάσεις στην μαρτυρία του προσφεύγοντα. Οι αντιφάσεις αυτές μνημονεύονται στην εισήγηση του αρμοδίου λειτουργού ασύλου.»
Εναντίον της εν λόγω απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 3/6/2005, καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητείται όπως η απόφαση ακυρωθεί, για το λόγο ότι λήφθηκε λόγω πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο, καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, αναιτιολόγητα και/ή κατόπιν ανεπαρκούς έρευνας ή κατά τρόπο πλημμελή.
Εισηγείται ο αιτητής, με τη γραπτή του αγόρευση, ότι έχουν εφαρμοστεί οι πρόνοιες του περί Προσφύγων (Τροποποιητικός) Νόμου του 2004, (Ν. 9(Ι)/2004), ενώ έπρεπε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, (Ν. 6(Ι)/2000), (ο «Νόμος»), αφού η αίτησή του για παραχώρηση ασύλου υποβλήθηκε στις 9/2/2004, πριν από την τροποποίηση του Νόμου με το Ν. 9(Ι)/2004 στις 24/2/2004, ο οποίος επέφερε σημαντικές αλλαγές και δημιούργησε την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Σύμφωνα με το Νόμο, που ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, όπως ήταν τότε, είχε υποχρέωση να καλέσει σε συνέντευξη τον αιτητή πολιτικού ασύλου, ενώ, με το Ν. 9(Ι)/2004, η υποχρέωση αυτή καταργήθηκε και τόσο ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων δύνανται, χωρίς να υποχρεούνται, να καλούν τον αιτητή σε προσωπική συνέντευξη - (΄Αρθρο 28Ζ του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 9(Ι)/2004). Περαιτέρω, εισηγείται ότι τόσο η Υπηρεσία Ασύλου όσο και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων συγκροτήθηκαν παράνομα, αφού αποτελούνταν από ένα μέλος μόνο, κατά παράβαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας. Και τα δύο όργανα, υπέβαλε, ήταν αναρμόδια.
Παραβλέπει ο αιτητής ότι η τροποποίηση του Νόμου με το Ν. 9(Ι)/2004 έγινε στις 6/2/2004, δηλαδή πριν από την υποβολή της αίτησής του. Ανεξάρτητα, βέβαια, από το πιο πάνω, παρόμοιο επιχείρημα προβλήθηκε στη Rakip Sikder ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 470/05, 21/9/06, και απορρίφθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια, ως εξής:-
«Η πιο πάνω θέση του αιτητή δεν ευσταθεί. Ο ίδιος ο τροποιητικός νόμος του 2004 (Ν. 9(Ι)/2004) στο εδάφιο 3 του άρθρου 28 διασαφηνίζει πλήρως το θέμα αναφέροντας τα εξής:-
'(3) Με την έναρξη λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αναθεωρητικής Αρχής, οποιεσδήποτε αιτήσεις ή διοικητικές προσφυγές εκκρεμούν προς εξέταση ενώπιον της Αρχής Προσφύγων ή της Αναθεωρητικής Αρχής, όπως αυτές καθορίζονται στο βασικό νόμο, θεωρούνται ότι εκκρεμούν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αναθεωρητικής Αρχής, αντίστοιχα.'
Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι η σύνθεση τόσο της Αρχής Προσφύγων όσο και της Αναθεωρητικής Αρχής ήταν νόμιμη και νόμιμα συγκροτημένη όπως ο σχετικός νόμος ορίζει.»
Συνεπώς, η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί.
Τα παράπονα του αιτητή, σε σχέση με το θέμα της μονομελούς σύνθεσης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και της μη κλήσης του σε συνέντευξη ενώπιόν της, δεν ευσταθούν. ΄Ομοιοι ισχυρισμοί έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί από την Ολομέλεια στις Harpreet Singh ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 481/05, 26/6/06 και Reza Ghasemi ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθεση Αρ. 358/05, 26/6/06.
Ο αιτητής παραπονείται, επίσης, ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων αξιολόγησε τη μαρτυρία του λανθασμένα και την απέρριψε ως αναξιόπιστη, χωρίς να έχει ενώπιόν της οποιαδήποτε μαρτυρία, που να την αντικρούει. Επίσης, παραπονείται ότι επεκτάθηκε και εξέτασε θέματα, για τα οποία ο ίδιος δεν είχε την ευκαιρία να εκφράσει απόψεις.
Ούτε τα παράπονα αυτά ευσταθούν. Ανεξάρτητα από τη γενικότητα και την αοριστία του τρόπου προώθησης του ισχυρισμού για εξέταση νέων θεμάτων, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων έχει την ευχέρεια να προβεί σε δική της έρευνα και δε δεσμεύεται από τα συμπεράσματα της Υπηρεσίας Ασύλου - (βλ. Nurun Nabi ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθεση Αρ. 797/05, 26/6/06). Η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, διά του Προέδρου της, όπως έχει δικαίωμα - (΄Αρθρο 28Ε(3) του Νόμου) - εξέτασε με κάθε προσοχή τους ισχυρισμούς του αιτητή και διαπίστωσε ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, του κατά νόμο αρμόδιου οργάνου για την εκτίμηση των γεγονότων, ήταν καθ' όλα ορθή και αιτιολογημένη. Η Υπηρεσία Ασύλου, κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης του αιτητή, είχε στη διάθεσή του διερμηνέα, έτσι ώστε ο ισχυρισμός του ότι, λόγω και της χαμηλής μόρφωσής του, δεν αντιλαμβανόταν ορθά τα διάφορα ερωτήματα και γι' αυτό προέκυψαν αντιφάσεις, δεν ευσταθεί. Εάν δεν αντιλαμβανόταν ο αιτητής οποιαδήποτε ερώτηση, θα μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις. Το σημαντικότερο, όμως, είναι το γεγονός ότι οι αντιφάσεις που διαπιστώθηκαν και οδήγησαν αυτός να κριθεί αναξιόπιστος δεν επηρεάζονται από το επίπεδο μόρφωσης, όπως ισχυρίζεται ο αιτητής. Καθώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το φάκελο - Τεκμήριο 1 - τόσο η Υπηρεσία Ασύλου όσο και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, προτού καταλήξουν σε απόρριψη του αιτήματος, διερεύνησαν με προσοχή κάθε λεπτομέρεια όλων όσα πρόβαλε ο αιτητής και η εκτίμησή τους είναι καθ' όλα εύλογη, ώστε δε δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία που τέθηκαν δεν παρερμηνεύθηκαν, ούτε εκτιμήθηκαν πεπλανημένα. ΄Εργο του Δικαστηρίου δεν είναι η επανεκτίμηση των γεγονότων αλλά ο έλεγχος εάν αυτά εκτιμήθηκαν κατά τρόπο εύλογο και, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, αυτό διαπιστώνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, σύμφωνα με το ΄Αρθρο 146.4(α) του Συντάγματος.
Ε. Παπαδοπούλου,
Δ.
/ΜΠ