(2010) 2 ΑΑΔ 476
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Ποινική ΄Εφεση αρ. 222/2008
8 Oκτωβρίου, 2010
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΦΩΤΙΟΥ, ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στες.
ΕΠΑΡΧΟΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Eφεσείων,
- ν -
1. ALFA CONCRETE PUBLIC COMPANY LTD
2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
4. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΙΟΥ
5. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΕΡΟΥΠΠΟΣ
Εφεσίβλητοι.
- - - - - - - - -
Α.Πλουτάρχου, για τον εφεσείοντα
Α.Χαβιαράς, για τους Εφεσίβλητους
- - -
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από το Δικαστή Κ. Παμπαλλή.
--------------------------------
ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Οι εφεσίβλητοι, αντιμετώπιζαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, σειρά κατηγοριών οι οποίες είχαν ως επίκεντρο παραβάσεις του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96.
Το κατηγορητήριο, όπως τελικώς διαμορφώθηκε, περιλάμβανε στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 την ανέγερση οικοδομής άνευ αδείας. Στην κατηγορία 7 την κατοχή οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης και στην κατηγορία 10 τη χρήση της οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό. Την ημέρα που η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση, οι εφεσίβλητοι αιτήθηκαν αλλαγή απαντήσεως και παραδέχτηκαν ενοχή στις πιο πάνω κατηγορίες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εκδίδοντας την απόφαση του επέβαλε στους εφεσίβλητους 1, €200 πρόστιμο σε κάθε μια από τις κατηγορίες, 1, 2, 3, 4 και 7, δεν επέβαλε ποινή για την κατηγορία 10 ούτε επίσης στους υπόλοιπους εφεσίβλητους. Ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν εξέδωσε διάταγμα κατεδάφισης ή τερματισμού χρήσης, των αναφερομένων στις κατηγορίες, υποστατικών, ως αποτέλεσμα τούτου καταχωρήθηκε η παρούσα έφεση.
Για να καταδειχθεί το εύρος του παραπόνου των εφεσειόντων θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε με κάποια λεπτομέρεια στα διαδραματισθένα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ξεκινώντας από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, παρατηρούμε ότι στην 1η κατηγορία οι εφεσείοντες είχαν κατηγορηθεί ότι «κατά ή περί τον Μάρτη του 2007 ή και προγενέστερα σε άγνωστο χρόνο ……… ανήγειραν οικοδομή ήτοι δύο σιλό επεξεργασίας τσιμέντου …… εντός του ακινήτου με αριθμό 63 Φ/ΣΧ L/25 στο χωριό Μενόγια της επαρχίας Λάρνακας χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια από την αρμόδια αρχή.»
Στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας αναφέρεται η ανέγερση οικοδομής «ήτοι μίξερ επεξεργασίας τσιμέντου» την ίδια περίοδο ως η πρώτη κατηγορία και εντός του ιδίου τεμαχίου που αναφέρθηκε πιο πάνω.
Στις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας και πάλι την ίδια περίοδο και στο ίδιο τεμάχιο, οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν κατηγορία ότι ανήγειραν οικοδομή «ήτοι αναβατόριο για τη μεταφορά αμμοχαλίκων ……».
Στις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας οι εφεσίβλητοι είχαν κατηγορηθεί ότι ανήγειραν οικοδομή «ήτοι γραφείο».
Στις αναφερόμενες λεπτομέρειες της 7ης κατηγορίας προβλήθηκε ότι οι εφεσίβλητοι από τον Μάρτη του 2007 μέχρι «σήμερα κατέχουν οικοδομές ήτοι εργοστάσιο παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος εντός του ακινήτου με αριθμό 63 και 64 Φ/Σχ.L/25 στο χωριό Μενόγια χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή.»
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 10ης κατηγορίας για την ίδια προαναφερόμενη περίοδο και εντός των ιδίων τεμαχίων οι εφεσίβλητοι «χρησιμοποιούν οικοδομές ήτοι εργοστάσιο παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος ……. χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή.»
Στο πλαίσιο των πιο πάνω αναφερομένων κατηγοριών και των εξειδικευμένων λεπτομερειών οι εφεσίβλητοι 1-5, τότε κατηγορούμενοι, παραδέχθηκαν ενοχή στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Ο συνήγορος των εφεσιβλήτων ζήτησε αναβολή για γεγονότα και ποινή. Το αίτημα έγινε δεκτό και η υπόθεση τελικώς προχώρησε με την παράθεση γεγονότων στις 26 Μαρτίου 2008. Ο συνήγορος των εφεσειόντων – τότε κατηγορούσας αρχής, παρέθεσε τα γεγονότα τα οποία συνοψίζονται, όπως τα έχουμε παραθέσει πιο πάνω, ζήτησε διάταγμα κατεδάφισης των παράνομων οικοδομών, που αναφέρονται στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, όπως επίσης και την έκδοση διατάγματος τερματισμού της χρήσης των παράνομων οικοδομών. Δηλώθηκε, στο σημείο εκείνο, ότι τα έξοδα της υπόθεσης είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών στα €1,000. Ο τότε συνήγορος των εφεσιβλήτων έκαμε την πιο κάτω δήλωση, την οποία παραθέτουμε, αυτούσια.
“Εντιμοτάτη προς μετριασμό της ποινής θα ήθελα να αναφέρω ότι όλα τα αδικήματα που προαναφέρθησαν και διέπραξαν οι κατηγορούμενοι απορρέουν από την αγορά του εν λόγω εργοστασίου στο χώρο που ανέφερε ο συνάδελφος, νομιζόμενοι οι Κατηγορούμενοι ότι ήταν αδειούχοι για όλα αυτά τα πράγματα που αναφέρθηκαν. Ως εκ τούτου ήγειραν την αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας υπ΄αριθμό 3979/03 στην οποία εξεδώθη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο περιληπτικά, ουσιαστικά διέταξε τους Εναγόμενους δηλαδή τους πωλητές του τεμαχίου να επιστρέψουν στους κατηγορούμενους και ενάγοντες στην αγωγή το ποσό που καταβλήθηκε ως παράβαση συμφωνίας μεταξύ τους και λέει τους λόγους. Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης προσκομίζω στο Δικαστήριο. Ουσιαστικά το Δικαστήριο διέταξε ακύρωση του συμβολαίου και την επιστροφή του ποσού το οποίο οι πελάτες μου κατέβαλαν για την αγορά του εργοστασίου».
Mετά τη δήλωση αυτή το Δικαστήριο εξέφρασε τον προβληματισμό του, κατά πόσο θα ήταν εφικτό, να διαταχθούν οι εφεσίβλητοι να κατεδαφίσουν κάτι το οποίο «δεν τους ανήκει». Στη συνέχεια, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων εισηγήθηκε όπως δοθεί χρόνος για συμμόρφωση, έτσι ώστε να υλοποιηθεί και η απόφαση που εκδόθηκε υπέρ τους στην πολιτική αγωγή 3979/03. Το Δικαστήριο στο σημείο αυτό επέβαλε στους εφεσίβλητους 1, (την εταιρεία), τη χρηματική ποινή στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, για τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 7. Δεν επέβαλε οποιαδήποτε ποινή στην κατηγορία 10, ούτε και ποινή στους εφεσίβλητους 2-5. Ως προς το ζητηθέν διάταγμα κατεδάφισης ανέφερε τα εξής:
«Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί να διατάξει τους κατηγορούμενους να κατεδαφίσουν οικοδομήματα τα οποία οι ίδιοι δεν έχουν ανεγείρει. Αυτό που μπορεί να κάνει το Δικαστήριο είναι να τους διατάξει να κατεδαφίσουν τα οικοδομήματα τα οποία έχουν ανεγερθεί από τους ίδιους»
Υπήρξε μια προβολή θέσεων από τους εφεσείοντες, σε σχέση με τη κατασκευή και χρήση των κτιρίων, και το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ήταν απαραίτητο να δοθούν «διευκρινίσεις», ως προς το εγειρόμενο θέμα και ανέβαλε την υπόθεση για το σκοπό αυτό. Τελικώς μετά από διάφορες αναβολές, στις 8 Ιουλίου 2008 κατέθεσε ενόρκως η κα.Ευφροσύνη Γεωργίου, διοικητική λειτουργός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν Επόπτρια Κοινοτήτων, μεταξύ των οποίων και του χωριού Μενόγια. Η μάρτυρας αναφέρθηκε σε επιτόπια έρευνα που έκαμε και στη διαπίστωση ότι, οι τότε κατηγορούμενοι, είχαν κατασκευάσει δύο σιλό επεξεργασίας τσιμέντου στο τεμάχιο 63, Φ/Σχ. L25 στο χωριό Μενόγια, ένα μίξερ, όπως επίσης αναβατόριο και γραφείο. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας συμφώνησε ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο 63 δεν ανήκει στους κατηγορούμενους. Ταυτόχρονα αποδέχτηκε ότι εντός του συγκεκριμένου τεμαχίου 63 υπήρχαν και άλλες κατασκευές, οι οποίες και πάλι δεν είχαν άδεια οικοδομής, αλλά αυτές είχαν κατασκευαστεί από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, εναντίον των οποίων είχαν, ως Επαρχιακή Διοίκηση, κινηθεί δικαστικώς και εξασφάλισαν διατάγματα κατεδάφισης από το 1995, χωρίς όμως να έχουν έκτοτε ληφθεί, από την αρμόδια αρχή οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης.
Στις 17 Οκτωβρίου 2008 εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην οποία αναφέρονται τα εξής:
«Ενόψει της ακύρωσης της συμφωνίας αγοράς οι κατηγορούμενοι δεν έχουν πλέον οποιοδήποτε νομικό δικαίωμα επί των μηχανημάτων και των οικοδομημάτων που ευρίσκονται στο τεμάχιο με αριθμό τεμαχίου 63, Φ/Σχ.L/25 στο χωριό Μενόγια και εγείρεται το εύλογο ερώτημα πώς θα κατεδαφίσουν κάτι το οποίο δεν κατέχουν και νομικά δεν θεωρείται πλέον δικό τους.»
Και κατέληξε:
«΄Εχοντας κατά νου τη νομολογία επί του θέματος καθώς επίσης και τα γεγονότα που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως εξασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και δεν εκδώσω οποιονδήποτε διάταγμα κατεδάφισης ή τερματισμού χρήσης ενόψει και του κινδύνου να βρεθούν οι Κατηγορούμενοι υπόλογοι για παρακοή ενός διατάγματος το οποίο δεν θα μπορούν να εφαρμόσουν λόγω του ότι η εφαρμογή του θα είναι ανέφικτη».
Το κύριο παράπονο του εφεσείοντα, όπως διατυπώνεται με τους λόγους έφεσης 2 και 3, έχει ως πυρήνα την, παρά την ύπαρξη παραδοχής, άρνηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα κατεδάφισης. Τούτου δοθέντος, υπάρχει, όπως υποστήριξε ο συνήγορος του εφεσείοντα με τον 1ο λόγο έφεσης αναγκαιότητα επέμβασης του εφετείου στον τρόπο με τον οποίο αντίκρισε το ζήτημα της παραδοχής των γεγονότων και της μη έκδοσης διαταγμάτων κατεδάφισης, το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Το θέμα το οποίο μας έχει απασχολήσει, είναι η αντιφατικότητα, η οποία προβάλλει άμεσα από το πρακτικό του Δικαστηρίου και έχει σχέση με την ιδία την παραδοχή των εφεσιβλήτων ότι ανήγειραν τις οικοδομές οι οποίες περιγράφονται στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 και στο γεγονός ότι παραδέχθηκαν επίσης ότι οι ίδιοι κατείχαν (κατηγ.7) και χρησιμοποιούσαν (κατηγ.10) άνευ πιστοποιητικού τελικής έγκρισης της αρμοδίας αρχής τα υποστατικά του εργοστασίου. Σημειώνουμε ότι στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 26 Μαρτίου 2008, όταν ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο τι οικοδομές είχαν ανεγείρει οι εφεσίβλητοι, ήτοι τα δύο σιλό που περιγράφονται στην 1η κατηγορία, ή το μίξερ επεξεργασίας, που αναφέρεται στη 2η κατηγορία και τούτο συνεχίστηκε και για τις υπόλοιπες κατηγορίες, καμία ένσταση δεν είχε προβληθεί από τους εφεσίβλητους. Αντίθετα, στο απόσπασμα από τη δήλωση του τότε συνήγορου τους το οποίο έχουμε παραθέσει πιο πάνω, χρησιμοποιούνται οι λέξεις «όλα τα αδικήματα που προαναφέρθηκαν και διέπραξαν οι κατηγορούμενοι», (η υπογράμμιση είναι δική μας), οι τελευταίοι επιβεβαιώνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι διέπραξαν τα αδικήματα για τα οποία έχουν παραδεχτεί. Ένα άλλο σοβαρό στοιχείο που αναφύεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου είναι η ερώτηση που υπέβαλε το ίδιο το Δικαστήριο προς τους τότε κατηγορούμενους, μετά που απαγγέλθηκε η χρηματική ποινή και προέκυψε θέμα έκδοσης διαταγμάτων κατεδάφισης και καταγράφεται ως εξής: «Δικαστήριο προς κατηγορούμενους: κύριοι εσείς κτίσατε τούτα τα πράγματα; Κατηγορούμενοι: «ορισμένα εμείς ορισμένα όχι. Το αναβατόριο ήταν εκεί και το μίξερ και το σιλό». Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και άκουσε μαρτυρία από την Ε.Γεωργίου επόπτρια της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε σε οικοδομές που «οι κατηγορούμενοι από την επιτόπια έρευνα μου έχω διαπιστώσει ότι έχουν κατασκευάσει». Είναι αποδεχτό ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο επί του οποίου υπάρχουν οι οικοδομές δεν ανήκει στους εφεσίβλητους.
Τόσο η αρχική αναφορά του δικηγόρου των εφεσιβλήτων για μετριασμό της ποινής, που εστιάζεται στην παραδοχή ότι όλα τα αδικήματα που αυτοί διέπραξαν είχαν ως έναυσμα την αγορά του εργοστασίου «νομιζόμενοι ότι οι πωλητές ήταν αδειούχοι», όσο και η μετέπειτα δήλωση των ιδίων ότι μερικά τα είχαν κτίσει οι ίδιοι και άλλα όχι, οδηγούν σε τέτοιας έκτασης αντιφατικότητα που είναι αντίθετη με τη δηλωθείσα παραδοχή.
Με γνώμονα τα πιο πάνω, και διαβάζοντας το καταληκτικό μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου, επί της ποινής, όπως το έχουμε παραθέσει πιο πάνω, διαπιστώνουμε μια σοβαρή αντίφαση μεταξύ της παραδοχής εκ μέρους των εφεσιβλήτων ότι ανήγειραν τις οικοδομές άνευ αδείας και της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι οι εφεσίβλητοι δεν έχουν δικαίωμα επί των οικοδομών, μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 3979/03, έτσι ώστε να αποφύγει την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Θεωρούμε τη γενική προσέγγιση του Δικαστηρίου λανθασμένη. Παρόλο που σε άλλο σημείο της απόφασης του το Δικαστήριο αναγνωρίζει τη δυνατότητα έκδοσης αναλόγων διαταγμάτων, όταν αποδειχθεί χρήση οικοδομής μόνο.
Αποτελεί νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι σε περίπτωση προβολής ισχυρισμών που δεν συνάδουν με την παραδοχή το Δικαστήριο οφείλει να τους απορρίψει και να καταχωρήσει μη παραδοχή, βλ. μεταξύ άλλων Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 97, Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 405 και Καττιρτζής ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 519).
Ο εντοπισμός αναγκαιότητας παραμερισμού της πρωτόδικης απόφασης, δεν οδηγεί αυτομάτως σε επανεκδίκαση. (Βλ. Παφίτη ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 684). Το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης, όπως αναλύθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευσταθίου κ.α. Ποινικές Εφέσεις 56/2009 – 65/2009, ημερ. 29 Μαρτίου 2010.
Τα δεδομένα, όπως καταγράφονται και έχουν ως πυρήνα τη διαζευκτική τοποθέτηση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ιδιαιτέρως ως προς το θέμα της κατοχής και χρήσης παρανόμως κατασκευασθέντων οικοδομών, δεν παρέχουν τη δυνατότητα άσκησης της εξουσίας εκδίκασης, που προσφέρει η υποπαράγραφος (β)(ii) της παραγράφου (3) του άρθρου 145 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Νόμου, Κεφ.155, για διαφοροποίηση τώρα της ποινής, από το Δικαστήριο τούτο και κατ΄επέκταση, κρίνεται κατάλληλη περίπτωση για επανεκδίκαση με βάση το άρθρο 25(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν.14/60).
Μας έχει προβληματίσει ιδιαιτέρως η ήδη επιβληθείσα χρηματική ποινή, και η απουσία λόγου έφεσης γι΄αυτήν. Παρόλα αυτά καταλήξαμε, ενόψει της αντιφατικότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και η οποία πλήττει την υπόθεση στη ρίζα της, αυτό άλλωστε αναγνωρίστηκε και από το δικηγόρο του εφεσείοντα, (1ος λόγος έφεσης) ότι δεν αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη μη έκδοση διαταγής για επανεκδίκαση ολόκληρης της υπόθεσης και παραμερισμό της εν λόγω ποινής.
Η υπόθεση παραπέμπεται για επανεκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, ενώπιον άλλου Δικαστή.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
ΦΩΤΙΟΥ, Δ.
ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.