ECLI:CY:DD:2017:450

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση Αρ. 1351/2014

 

21 Δεκεμβρίου 2017

 

[Ε. ΜΙΧΑΗΛ, ΔΔΔ]

 

Αναφορικά με τα άρθρα 28, 29 και 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ

ΚΟΝΕΜΑΡ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ

Αιτητών

ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Καθ’ ου η Αίτηση

…………………………….

Για αιτητές: κα Ξ. Ευγενίου για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε.    

Για καθ’ ου η αίτηση: κα Ε. Παπαγεωργίου - Καρακάννα για Γενικό Εισαγγελέα.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ε. Μιχαήλ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή τους οι αιτητές ζητούν την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση, της οποίας έλαβαν γνώση με επιστολή ημερομηνίας 9.9.2014, να απορρίψει το αίτημα των αιτητών για επιστροφή μεταβιβαστικών τελών ακίνητης ιδιοκτησίας.

Το 2007, φυσικό πρόσωπο μεταβίβασε διά δωρεάς στους αιτητές συγκεκριμένο ακίνητο στο Παραλίμνι. Για την εν λόγω μεταβίβαση, οι αιτητές κατέβαλαν μεταβιβαστικά τέλη ύψους €47.839,82. Το 2013, οι αιτητές μέσω του δικηγόρου τους ζήτησαν την επιστροφή των εν λόγω τελών.

Μετά από έλεγχο πρόσθετων εγγράφων που ζήτησε το αρμόδιο κτηματολόγιο, το αίτημα απορρίφθηκε επειδή δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 9(2) του Κεφαλαίου 219. Οι αιτητές ενημερώθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 14.5.2014. 

Οι αιτητές με επιστολή ημερομηνίας 22.5.2014 προς το κτηματολόγιο ζήτησαν επανεξέταση του αιτήματός τους και με επιστολή ιδίας ημερομηνίας υπέβαλαν ένσταση στην εν λόγω απόφαση προς τον καθ’ ου η αίτηση. Με μεταγενέστερη επιστολή τους προς τον καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 1.9.2014 ζήτησαν την επίλυση του ζητήματος. Με επιστολή ημερομηνίας 9.9.2014, οι αιτητές ενημερώθηκαν ότι δεν είναι δυνατή η επιστροφή των μεταβιβαστικών τελών.

Ο καθ’ ου η αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση της οποίας η εξέταση έχει προτεραιότητα. Ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πράξη πληροφοριακού περιεχομένου και συνεπώς μη εκτελεστή επειδή το αρμόδιο όργανο για να επιληφθεί του αιτήματος των αιτητών για επιστροφή των μεταβιβαστικών τελών ήταν ο Αν. Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και όχι ο καθ’ ου η αίτηση. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η απόφαση λήφθηκε από το αρμόδιο όργανο και κοινοποιήθηκε στους αιτητές με επιστολή ημερομηνίας 14.5.2014 και συνεπώς, η προσφυγή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα.

Σε απάντηση της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι απαράδεκτα προβάλλεται από τον καθ’ ου η αίτηση η προδικαστική ένσταση μέσω της γραπτής αγόρευσής του ενώ οι αιτητές αποτεινόμενοι στον καθ’ ου η αίτηση, άσκησαν το δικαίωμα που τους κατοχυρώνει το Άρθρο 29 του Συντάγματος για αναφορά και συνεπώς η απόφαση του καθ’ ου η αίτηση συνιστά νέα εκτελεστή πράξη.

Θα συμφωνήσω με τους αιτητές ότι η ορθή δικονομία απαιτεί όπως τυχόν προδικαστικές ενστάσεις εγείρονται στην ένσταση και όχι στη γραπτή αγόρευση. Εντούτοις, ζητήματα εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης πράξης άπτονται του παραδεκτού της προσφυγής και συνεπώς εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο ως ζήτημα δημοσίας τάξης (Lavar Shipping Co Ltd ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 260).

Ο σχετικός με το επίδικο θέμα νόμος είναι ο περί Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τέλη και Δικαιώματα) Νόμος, Κεφ. 119 (στο εξής ο «Νόμος»). Το άρθρο 9(2) του Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα:

«(2) Όταν ακίνητη ιδιοκτησία μεταβιβάζεται σε εταιρεία της οποίας μοναδικοί μέτοχοι είναι οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους, δηλαδή ο δικαιοπάροχος ο οποίος μεταβίβασε και στενοί συγγενείς αυτού, και σε οποιοδήποτε χρόνο προσάγεται στο Διευθυντή ικανοποιητική, κατά την κρίση του, απόδειξη του γεγονότος ότι, κατά τη διάρκεια πενταετίας από την ημερομηνία της δήλωσης μεταβίβασης ή, αν η περίπτωση είναι τέτοια, μέχρι την τυχόν διάλυση ή εκκαθάριση της εταιρείας, εντός της περιόδου που προαναφέρθηκε, κανένα πρόσωπο άλλο από το δικαιοπάροχο που μεταβίβασε και από τους ιδίους ή άλλους στενούς συγγενείς του δεν απέκτησε οποιαδήποτε μετοχή της εταιρείας (με άλλο τρόπο παρά εξ αιτίας θανάτου), ο Διευθυντής επιστρέφει στην εταιρεία το ποσό των τελών και δικαιωμάτων που επιβλήθηκαν και εισπράχθηκαν, κατά το χρόνο της δήλωσης μεταβίβασης μειωμένο κατά ποσό ίσο με 4 επί τοις εκατό της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας που μεταβιβάστηκε όπως εκτιμήθηκε κατά την ημερομηνία της δήλωσης μεταβίβασης που προαναφέρθηκε:

Νοείται ότι τα τέλη και δικαιώματα που αναφέρθηκαν επιστρέφονται αν κατά το χρόνο της επιστροφής τους κανένα μέρος ή μερίδιο του μεταβιβασθέντος ακινήτου δεν έχει πωληθεί ή μεταβιβασθεί.»

Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο να αποφασίσει επί ζητήματος επιστροφής τελών που εισπράχθηκαν, είναι ο Διευθυντής.

«Διευθυντής», σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, σημαίνει «το Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου των Εσωτερικών και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λειτουργό του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος που διορίζεται από το Διευθυντή για όλους ή για κάποιο από τους σκοπούς του Νόμου αυτού».

Δεν έχω εντοπίσει πουθενά στον Νόμο δικαίωμα υποβολής ένστασης ή ιεραρχικής προσφυγής ή, εν πάση περιπτώσει, οποιαδήποτε διαδικασία επανεξέτασης της απόφασης είτε από τον ίδιο τον διευθυντή είτε από τον Υπουργό Εσωτερικών. Το μόνο αρμόδιο πρόσωπο να αποφασίζει επί τέτοιων ζητημάτων φαίνεται, σύμφωνα με τον Νόμο, να είναι ο διευθυντής κτηματολογίου.

Συνεπώς, τελική απόφαση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης συνιστά η επιστολή προς τους αιτητές ημερομηνίας 14.5.2014.

Οι αιτητές, υπό την εσφαλμένη εντύπωση ότι μπορούσαν να ασκήσουν ένσταση κατά της εν λόγω απόφασης του διευθυντή, αποτάθηκαν στον καθ’ ου η αίτηση με επιστολή ημερομηνίας 22.5.2014. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επιστολής στην οποία αναφέρεται ότι «Με την παρούσα επιστολή υποβάλλω την ένσταση μου στις οδηγίες του Αν. Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου […]».

Εντούτοις, κατά τον χρόνο λήψης της επιστολής ημερομηνίας 14.5.2014 οι αιτητές είχαν πλήρη γνώση όλων των στοιχείων που επηρεάζουν τα δικαιώματά τους και επομένως, η προθεσμία άσκησης προσφυγής ενεργοποιήθηκε. Οι αιτητές όφειλαν να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους έγκαιρα ασκώντας προσφυγή εντός των 75 ημερών χωρίς να αναμένουν τη λήψη απόφασης από τον καθ’ ου η αίτηση σε μία ανύπαρκτη νομικά διαδικασία.

Όσον αφορά τη θέση των αιτητών ότι η επιστολή τους προς τον καθ’ ου η αίτηση έγινε στα πλαίσια του Άρθρου 29 του Συντάγματος, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Δημοτική Επιτροπή Αγ. Δομετίου ν. Χριστοφόρου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 434:

«Είναι καθαρό ότι το Άρθρο 29 προέρχεται από το Άρθρο 9 του Ελληνικού Συντάγματος του 1952 με τη διαφοροποίηση που εισηγήθηκε η Προπαρασκευαστική Επιτροπή που έχει προεκτεθεί.

Το δικαίωμα του «αναφέρεσθαι προς τας αρχάς» ανήκει σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα.  Δεν περιορίζεται στους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Επεκτείνεται και στους αλλοδαπούς.  Το Άρθρο αρχίζει "Έκαστος".  Τα ατομικά δικαιώματα, από το χαρακτήρα τους, ανήκουν και στους αλλοδαπούς, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη – (βλ. Άρθρο 32 του Συντάγματός μας).  Η αναφορά πρέπει να γίνεται προς την αρμόδια δημόσια αρχή.  Εάν ο παραλήπτης δεν είναι η αρμόδια αρχή, τότε αυτός τη διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή.  Το Άρθρο 29 δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη και υποχρέωση στην αρχή να αποφασίσει ταχέως και να δώσει αιτιολογημένη απάντηση.  Έτσι ανυψώνεται νομικά και ηθικά ο πολίτης, γιατί, με συνταγματική επιταγή, τυγχάνει έμπρακτα σεβασμού από τις δημόσιες αρχές.

Το Άρθρο 29 του Κυπριακού Συντάγματος έχει:-

«1.  Έκαστος έχει το δικαίωμα ατομικώς ή ομού μετ’ άλλων να υποβάλλη εγγράφους αιτήσεις ή παράπονα προς οιανδήποτε αρμοδίαν δημοσίαν αρχήν δικαιούμενος ν’ απαίτηση, όπως αύτη επιληφθή αυτών και αποφασίση ταχέως.  Η απόφασις της αρχής ταύτης, δεόντως ητιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως αμέσως εις τον υποβαλόντα την αίτησιν ή τα παράπονα εν πάση περιπτώσει εντός προθεσμίας μη υπερβαινούσης τα τριάκοντα ημέρας.

2.  Εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιείται εκ της αποφάσεως ή οσάκις ουδεμία απόφασις γνωστοποιήται προς αυτόν εντός της καθοριζομένης εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προθεσμίας δύναται ο ενδιαφερόμενος ν’ αγάγη ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου διά προσφυγής την υπόθεσιν, εις ην αφορά η αίτησις ή το παράπονον αυτού»

Οι συντάκτες του Συντάγματος, λαμβανομένης υπόψη και της προέλευσης του Άρθρου 29, εισήγαγαν το δικαίωμα του "αναφέρεσθαι προς τας αρχάς", όπως τούτο ήταν και είναι γνωστό στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες.  Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει το δικαίωμα του "αναφέρεσθαι" γενικά, που διακρίνεται στο δικαίωμα παραπόνου – ("droit de plainte") – και το δικαίωμα υποβολής αιτήσεως – ("droit de petition").

Το Άρθρο 29 του Συντάγματος εισήγαγε στο Σύνταγμα της Κύπρου τη γνωστή στην Ηπειρωτική Ευρώπη ως «διοικητική προσφυγή».

Λάβαμε υπόψη μας το λεκτικό του Κυπριακού Άρθρου, όπως τελικά διαμορφώθηκε και έχει προεκτεθεί.  Η λέξη «παράπονα» δε χρειάζεται ερμηνεία.  Η λέξη «αιτήσεις» έχει την έννοια του αιτήματος και όχι την έννοια των αιτήσεων που ο πολίτης είναι υποχρεωμένος να υποβάλει στη Διοίκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, για να τύχει κάποιας άδειας, όπως π.χ. άδεια οικοδομής, ανόρυξης φρέατος, λατόμευσης, κ.λ.π.

Συμφωνούμε στο σημείο αυτό με την ερμηνεία που δόθηκε από τον Δικαστή Αρτεμίδη στη σελ. 7 της Απόφασης στην υπόθεση Αρ. 835/90 – Γεώργιος Πρωτοπαπά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας – που δόθηκε στις 31 Μαρτίου, 1992, και δε δημοσιεύτηκε ακόμα.»

Επίσης, στην υπόθεση Πρωτοπαπάς ν. Δημοκρατίας (1992) 4Β Α.Α.Δ. 1167 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

«Ο Π.Δ. Δαγτόγλου στο σύγγραμμα του Γενικό Διοικητικό Δίκαιο (β έκδοση) 1984, συζητά και αναλύει το ίδιο θέμα κάτω από τον τίτλο "Διοικητικός Αυτοέλεγχος", στη σελίδα 356 και επόμενα.  Επισημαίνει δε πως το δικαίωμα του αναφέρεσθαι, που καταοχυρώνεται με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος, ρυθμίζεται λεπτομερέστερα με το ν.δ. 796/1971.  Προχωρεί δε και λέγει τα εξής, στη σελ. 357:

«Η αναφορά προς τις διοικητικές αρχές μπορεί να ζητεί τη διεξαγωγή μιας απλής υλικής πράξεως ή την έκδοση της διοικητικής πράξεως ή να ζητεί την ανάκληση, ακύρωση ή τροποποίηση ήδη εκδοθείσης πράξεως ή την αποτροπή ή επανόρθωση ηθικής ή υλικής βλάβης».

Και αμέσως παρακάτω:

«Ο έλεγχος που προκαλεί η χαριστική και ιεραρχική προσφυγή ή που ασκείται αυτεπαγγέλτως μπορεί να καταλήξει στην ανάκληση, ακύρωση ή τροποποίηση της πράξεως.  Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εκδίδεται νέα διοικητική πράξη.  Εφόσον ο έλεγχος καταλήξει στην επιβεβαίωση της πράξεως, αν δηλαδή η αρχή εμμείνει στην αρχική της άποψη, χωρίς να προβεί σε νέα έρευνα, τότε η πράξη της έχει απλώς βεβαιωτικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να προσβληθεί παραδεκτώς επί ακυρώσει.  Η άσκηση χαριστικής ή ιεραρχικής προσφυγής, διακόπτει την προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως επί τριάντα ημέρες.  Εάν η απάντηση της διοικήσεως κοινοποιηθεί ή γίνει γνωστή πριν από την πάροδο των τριάντα ημερών, η διακοπείσα προθεσμία αρχίζει και πάλι από την επόμενη της κοινοποιήσεως ή γνώσεως.»

Η ίδια ανάλυση γίνεται και από τον Επ. Π. Σπηλιωτόπουλο στο έργο του «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», πέμπτη έκδοση, παραγρ. 251, όπου διακρίνει τις διοικητικές προσφυγές σε τρεις κατηγορίες, τις απλές, ειδικές και ενδικοφανείς.

Διαβάζουμε τα πιο κάτω στην 1η παράγραφο του κεφαλαίου με τίτλο «Οι διοικητικές προσφυγές».

«Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Συντάγματος (το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα των διοικούμενων να αναφέρονται προς τις αρχές), οι διοικούμενοι έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν στις διοικητικές αρχές έγγραφες αναφορές, που περιέχουν αιτιάσεις κατά ενεργειών ή παραλείψεων τους και περιέχουν αμέσως ή εμμέσως αίτημα για την επανόρθωση ή την αποτροπή ηθικής ή υλικής βλάβης.  Οι αναφορές αυτές εφόσον έχουν ως αίτημα την ανάκληση ή ακύρωση ή τροποποίηση διοικητικής πράξης, ονομάζονται διοικητικές προσφυγές.»»

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην υπό κρίση υπόθεση, καταλήγω ότι η απαίτηση του αιτητή για επιστροφή των μεταβιβαστικών τελών που κατέβαλε αφορούσε, ουσιαστικά, αίτηση της οποίας ο μόνος κατά νόμο υπεύθυνος να επιληφθεί ήταν, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου, ο διευθυντής του κτηματολογίου. Δεν θα ήταν δυνατό, ο καθ’ ου η αίτηση που δεν συνιστά το κατά νόμο αρμόδιο πρόσωπο να ικανοποιήσει την απαίτηση του αιτητή αφού μια τέτοια πράξη ενδεχομένως να γινόταν καθ’ υπέρβαση εξουσίας.

Όμως, και εάν ακόμα το διάβημα του αιτητή μπορούσε να λεχθεί ότι εμπίπτει στο Άρθρο 29 του Συντάγματος τότε σύμφωνα με τις αρχές που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν θα συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά βεβαιωτική και μη προσβλητέα αφού δεν ήταν το αποτέλεσμα νέας έρευνας.

Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει και η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επιδικάζονται €1400 έξοδα υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών.

 

 

Ε. Μιχαήλ, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο