ECLI:CY:DD:2023:57
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 1685/22 (i)
27 Ιανουαρίου, 2023
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Επί τοις αφορώσι τα Άρθρα 1, 1Α, 2, 18, 19, 28, 30, 33, 35 και 146 του Συντάγματος, τα Άρθρα 2, 4, 5, 6, 6Α του περί Πολιτικών Κομμάτων Νόμου του 2012 (Ν. 175(Ι)/2012), τα Άρθρα 1-61 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Νόμος 158(Ι)/99, τα Άρθρα 10, 13, 14, 17 και 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τα Άρθρα 11, 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ).
Μεταξύ:
Γ. Κ.
Αιτητής,
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Καθ’ ου η αίτηση.
------------
Γ. Κολοκασίδης και Μ. Χριστοδούλου (κα), για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., για αιτητή.
Θ. Πιπερή – Χριστοδούλου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’, για καθ’ ου η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής απέστειλε στον Υπουργό Οικονομικών επιστολή, ημερομηνίας 24.05.2022, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Αξιότιμε κύριε υπουργέ
Όπως πιθανότατα να γνωρίζετε έχω ήδη εξαγγείλει την υποψηφιότητα μου για τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Επιθυμώ να γνωρίζω το πλαίσιο παροχής οικονομικής χρηματοδότησης στους υποψηφίους για τις προεδρικές εκλογές. Επίσης επιθυμώ να γνωρίζω ποιο ποσόν δικαιούμαι να λάβω στο πλαίσιο τέτοιας χρηματοδότησης από την πολιτεία προκειμένου να διεξαγάγω την προεκλογική εκστρατεία και να προβάλω τις θέσεις μου προς τους πολίτες του τόπου.
Για σκοπούς διευκρινιστικούς είμαι ανεξάρτητος υποψήφιος και δεν έχω διεκδικήσει και ως εκ τούτου ούτε αναμένω στήριξη από οποιαδήποτε παραδοσιακά κοινοβουλευτικά κόμματα.
Αντιλαμβάνεστε ότι η παροχή ίσων ευκαιριών και δυνατοτήτων σε όλους τους υποψηφίους είναι ακρογωνιαίος λίθος της ισηγορίας και της πολιτικής ελευθερίας. Κατά συνέπεια, ως υποψήφιος πρόεδρος της Δημοκρατίας, αν έχουν δοθεί ποσά για διεξαγωγή της προεδρικής εκστρατείας από την πολιτεία, τότε εκ των πραγμάτων δικαιούμαι και εγώ».
Στον αιτητή απάντησε ο Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Οικονομικών με επιστολή ημερομηνίας 21.06.2022, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Αγαπητέ κύριε [ ],
Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας με ημερ. 24/05/2022 προς τον Υπουργό Οικονομικών με την οποία ζητάτε να πληροφορηθείτε το πλαίσιο παροχής οικονομικής χρηματοδότησης σε υποψηφίους για τις προεδρικές εκλογές, οι οποίοι δεν στηρίζονται από κοινοβουλευτικά κόμματα.
2. Με βάση το ερώτημα σας πληροφορώ ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών δεν δόθηκε στο παρελθόν παρόμοιου τύπου χορηγία. Πρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 4(4) του πιο πάνω Νόμου «…. σε περίπτωση κατά την οποία για οποιαδήποτε άλλη εκλογική διαδικασία στη Δημοκρατία, πέραν της διαδικασίας εκλογής μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, ήθελε αποφασισθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο η παραχώρηση οποιουδήποτε άλλου και/ή επιπρόσθετου ποσού σε κοινοβουλευτικό ή άλλο πολιτικό κόμμα για σκοπούς κάλυψης μέρους των εκλογικών του δαπανών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου τηρουμένων των αναλογιών…».
3. Με βάση τα πιο πάνω, δε δύναται να παραχωρηθεί οποιαδήποτε χορηγία για διεξαγωγή προεκλογικής εκστρατείας σε ανεξάρτητους υποψηφίους για τις προεδρικές εκλογές».
Εναντίον της εν λόγω πράξης ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή και διατείνεται, καταρχάς, ότι αυτή παραβιάζει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της καθ’ οιονδήποτε τρόπο έκφρασης, όπως το δικαίωμα κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τούτο δε καθότι κρίσιμο για την ελευθερία του λόγου είναι να παρέχεται στη βάση της ισότητας χρηματική δαπάνη σε όλους τους υποψηφίους, όχι μόνο τους κομματικά υποστηριζόμενους, για τη διεξαγωγή της προεκλογικής τους εκστρατείας, ώστε να ακουστούν στο εκλογικό σώμα και να προωθήσουν τις απόψεις και θέσεις τους.
Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι το άρθρο 4(4) του περί Πολιτικών Κομμάτων Νόμου του 2012 (Ν.175(Ι)/2012)[1], στο βαθμό που προβλέπει διάκριση εις βάρος ανεξάρτητων υποψηφίων, είναι αντισυνταγματικό καθότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας και επιπλέον αντίκειται και στο άρθρο 25 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα[2], καθότι ο αιτητής στερείται της αιτούμενης χρηματοδότησης με αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με τη θέση του, να καθίσταται εκ των πραγμάτων σε δυσχερέστερη θέση από τους υποψηφίους οι οποίοι λαμβάνουν την υποστήριξη πολιτικών κομμάτων και του αποστερείται η δυνατότητα να συμμετάσχει στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές του 2023 απολαμβάνοντας ισότητα των όπλων και ευκαιριών παρεχόμενων από την κρατική μηχανή.
Ακολούθως, ο αιτητής εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί υπό πλάνη και με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου καθότι ο καθ’ ου η αίτηση είχε υποχρέωση να εφαρμόσει, τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis), την επίδικη νομοθετική πρόνοια στην περίπτωση του ιδίου ώστε να του παρασχεθεί, ως ανεξάρτητου υποψηφίου, η αιτούμενη κρατική χρηματοδότηση.
Είναι, τέλος, η θέση του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών καθότι ο προεδρικός υποψήφιος χάνει κατά τεκμήριον την ανεξαρτησία του προς τα κόμματα, τα οποία ουσιαστικά ελέγχουν αν θα πάρει την εν λόγω χορηγία εγκρίνοντας ή απορρίπτοντας τον συγκεκριμένο υποψήφιο, με τον τελευταίο να υποχρεούται, σύμφωνα με την εισήγηση, να αλλοιώσει τις προγραμματικές του θέσεις ώστε να γίνει αρεστός στο κόμμα που θα τον στηρίξει και το οποίο διαχειρίζεται την προεδρική χορηγία που παρέχεται από την πολιτεία. Συνακόλουθα, είναι η θέση του αιτητή ότι η εξάρτηση που δημιουργείται μεταξύ προεδρικών υποψηφίων και κομμάτων καθιστά τον μελλοντικό πρόεδρο εξαρτώμενο της νομοθετικής εξουσίας. Η δε προβλεπόμενη διαχείριση της χορηγίας από τα κόμματα δημιουργεί, κατά τον αιτητή, ζημιογόνα συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και της νομοθετικής, καθιστά την εκτελεστική εξουσία υποχείρια της νομοθετικής και επηρεάζει άκρως δυσμενώς τη συνταγματική ισορροπία.
Η ευπαίδευτη δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση αμφισβητεί, καταρχάς, το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής εισηγούμενη ότι αυτή στρέφεται εναντίον μη εκτελεστής διοικητικής πράξης αλλά πράξης πληροφοριακού χαρακτήρα, η οποία στόχο είχε απλώς την πληροφόρηση του αιτητή για το πλαίσιο παροχής οικονομικής χρηματοδότησης στους υποψηφίους για τις προεδρικές εκλογές, στη βάση του αιτήματος που ο ίδιος είχε υποβάλει. Επισημαίνει ότι η έννοια της εκτελεστότητας συνδέεται άρρηκτα με το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή την νομική αιτία που θεμελιώνει την παρουσία του στη διοικητική δίκη και εισηγείται ότι δεν υφίσταται νομική βάση που να επιτρέπει ικανοποίηση του αιτήματος που προβάλλει ο αιτητή.
Ως προς τους λόγους ακύρωσης η κα Πιπερή αντιτείνει ότι η διοίκηση ενήργησε εντός των ορίων του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας. Ειδικότερα παραπέμπει-
Στο Άρθρο 168 του Συντάγματος, συμφώνως του οποίου:
«1. Ουδεμία δαπάνη ενεργείται εκ του λογαριασμού παγίου ταμείου ή ετέρου λογαριασμού του Δημοσίου, ειμή βάσει εντάλματος πληρωμής υπογεγραμμένου υπό του υπουργού των οικονομικών ο υπουργός των οικονομικών όμως δεν δύναται να αρνηθή την υπογραφήν εντάλματος πληρωμής δαπάνης προβλεπόμενης εν τω προϋπολογισμώ.
2. Τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου ουδέν ένταλμα πληρωμής εκδίδεται, εάν η σχετική δαπάνη δεν έχη περιληφθή εις τον προϋπολογισμόν του οικονομικού έτους, εις ο αναφέρεται το ένταλμα πληρωμής.
[…]».
Στο άρθρο 41Α του περί Εκλoγής (Πρόεδρoς και Αντιπρόεδρoς της Δημoκρατίας) Νόμoυ τoυ 1959 (Ν.37/1959), συμφώνως του οποίου:
41Α.-(1) Οι διατάξεις του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου του 1979, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των με βάση αυτόν εκδιδόμεvωv Καvovισμώv εφαρμόζovται, τηρoυμέvωv τωv αvαλoγιώv-
(α) σε κάθε εκλoγή με βάση τov παρόvτα Νόμo, εφόσo δε γίvεται ειδική πρόvoια σ' αυτό.
[…]
(2)(α) Οι διατάξεις του Νόμου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) σε σχέση με τους εκλογικούς αντιπροσώπους και τα εκλογικά έξοδα των υποψηφίων εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκλογής Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, με εξαίρεση το συνολικό ύψος των προεκλογικών δαπανών, το οποίο δεν πρέπει να ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.
(β) Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου-
“προεκλογικές δαπάνες" σημαίνει τις δαπάνες που διενεργούνται κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου από τον υποψήφιο ή για λογαριασμό του από τον εκλογικό του αντιπρόσωπο.
"προεκλογική περίοδος" σημαίνει τη χρονική περίοδο που αρχίζει έξι (6) μήνες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών και λήγει κατά την εν λόγω ημερομηνία.
[…]».
Στο άρθρο 4 του περί Πολιτικών Κομμάτων Νόμου του 2012 (Ν.175(Ι)/2012), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«4.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (2) έως (4), και νοουμένου ότι στον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό περιλαμβάνεται σχετική πρόβλεψη κάτω από το Κεφάλαιο της Βουλής των Αντιπροσώπων, έκαστο κοινοβουλευτικό κόμμα λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση, το ύψος της οποίας καθορίζεται και αναθεωρείται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
(2) Η κρατική χρηματοδότηση των κοινοβουλευτικών κομμάτων δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε φόρο ή τέλος που επιβάλλεται και εισπράττεται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου.
(3) Τα κοινοβουλευτικά κόμματα λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση, το ύψος της οποίας καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και περιλαμβάνεται στον κρατικό προϋπολογισμό και το σύνολό της κατανέμεται ως ακολούθως:
(α) Ποσοστό ύψους δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της τακτικής χρηματοδότησης καταβάλλεται ισόποσα∙ και
(β) το υπόλοιπο μέρος καταβάλλεται κατ’ αναλογία των ποσοστών που έλαβαν στις τελευταίες εκλογές που διεξήχθηκαν δυνάμει των διατάξεων των περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμων του 1979 έως (Αρ. 5) του 2011, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.
(4) Εφαρμοζομένων των διατάξεων του εδαφίου (3), έκαστο κοινοβουλευτικό κόμμα λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση κατά τον μήνα Ιανουάριο εκάστου έτους, κατ’ αναλογίαν των εκλογικών ποσοστών τα οποία έκαστο έλαβε κατά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, σε πέντε ετήσιες δόσεις:
Νοείται ότι, βουλευτές οι οποίοι κατά τη διάρκεια βουλευτικής περιόδου αποχωρούν από πολιτικό κόμμα με το οποίο εξελέγησαν, δεν λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση μέχρι τη λήξη της εν λόγω βουλευτικής περιόδου:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση κατά την οποία για οποιαδήποτε άλλη εκλογική διαδικασία στη Δημοκρατία, πέραν της διαδικασίας εκλογής μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, ήθελε αποφασισθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο η παραχώρηση οποιουδήποτε άλλου και/ή επιπρόσθετου ποσού σε κοινοβουλευτικό ή άλλο πολιτικό κόμμα για σκοπούς κάλυψης μέρους των εκλογικών του δαπανών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου τηρουμένων των αναλογιών.
(5) Μη κοινοβουλευτικό κόμμα, το οποίο κατά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές καθίσταται κοινοβουλευτικό, δύναται κατ’ επιλογήν του, κατά το μήνα που έπεται των εν λόγω εκλογών να υποβάλει αίτημα λήψης μέρους της κρατικής χρηματοδότησης που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από το μήνα που έπεται των εκλογών και μέχρι τη λήξη του οικείου έτους, του εν λόγω ποσού υπολογιζομένου κατ’ αναλογίαν των εκλογικών ποσοστών τα οποία τούτο έλαβε, υπό την αίρεση ότι το εν λόγω ποσό θα αποκόπτεται σε πέντε ετήσιες ισόποσες δόσεις από το καταβλητέο ετήσιο ποσό της κρατικής χρηματοδότησης στην οποία αυτό έχει δικαίωμα ως προς έναν έκαστο των ετών που ακολουθούν, έως τη διενέργεια των επόμενων βουλευτικών εκλογών:
Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει γίνει ειδική πρόβλεψη στον κρατικό προϋπολογισμό, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 63 του περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμου.
(6) Το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται με απόφασή του, αμέσως μετά τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, να παράσχει οικονομική ενίσχυση σε μη κοινοβουλευτικό κόμμα εγγεγραμμένο στο Μητρώο, κατ’ αναλογίαν των εκλογικών ποσοστών τα οποία αυτό εξασφάλισε κατά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, αποκλειστικά για σκοπούς κάλυψης μέρους των γενόμενων εκλογικών του δαπανών, και σε ποσοστό το οποίο αποφασίζεται από το ίδιο και το οποίο υπολογίζεται ως ποσοστό επί του κατανεμηθέντος στα κοινοβουλευτικά κόμματα ποσού κρατικής χρηματοδότησης κατά το συγκεκριμένο έτος, νοουμένου ότι:
(i) σχετική πρόβλεψη έχει περιληφθεί στον κρατικό προϋπο-λογισμό κάτω από το Κεφάλαιο του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εσωτερικών.
(ii) κατά τις εν λόγω εκλογές, το μη κοινοβουλευτικό κόμμα έχει εξασφαλίσει εκλογικό ποσοστό το οποίο ισούται με τουλάχιστον το τρία τοις εκατόν (3%) επί του συνόλου των εγκύρων ψήφων και διεκδίκησε τις εν λόγω εκλογές με αριθμό υποψηφίων αντιστοιχούντα σε ποσοστό πενήντα τοις εκατόν (50%) επί των εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας, όπως αυτές κατανέμονται βάσει των διατάξεων του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου∙
(iii) υπέβαλε αίτηση στον Έφορο πριν από την ημερομηνία προκήρυξης των βουλευτικών εκλογών στις οποίες η οικονομική ενίσχυση αφορά».
Βάσει των ανωτέρω και με αναφορά στη θεωρία του συνταγματικού δικαίου ως προς τη θέση των πολιτικών κομμάτων στη λειτουργία του πολιτεύματος, η ευπαίδευτη δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση υποβάλλει ότι η διοίκηση δεν έχει αρμοδιότητα να επέμβει στη βούληση του νομοθέτη, ο οποίος καθόρισε τον τρόπο υπολογισμού της κρατικής χρηματοδότησης που λαμβάνουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα, τα οποία, εξισορροπητικά, τυγχάνουν ανεξάρτητου ελέγχου των οικονομικών τους καταστάσεων και πρόσθετου ελέγχου από τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας. Παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών θα συνιστούσε, σύμφωνα με την εισήγηση, τυχόν απόφαση της διοίκησης για διεύρυνση της νομοθετικής ρύθμισης ώστε να συμπεριλάβει και τους κομματικούς ή τους ανεξάρτητους υποψηφίους στους δικαιούχους κρατικής χρηματοδότησης.
Απορρίπτοντας τους εγειρομένους λόγους ακύρωσης και επισημαίνοντας το τεκμήριο της συνταγματικότητας των νόμων και της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, η κα Πιπερή εισηγείται ότι τα επιχειρήματα που προβάλλονται εκ μέρους του αιτητή δεν είναι νομικά αλλά πολιτικά και ως τέτοια το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να τα εξετάσει.
Εν πάση δε περιπτώσει, υποβάλλει ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν έδωσε καμία χορηγία στα κοινοβουλευτικά κόμματα για σκοπούς κάλυψης μέρους των εκλογικών δαπανών τους ενόψει των επερχόμενων Προεδρικών εκλογών.
Απαντώντας στην εν λόγω θέση των καθ’ ων η αίτηση ο αιτητής εισηγείται ότι αυτή υποβάλλεται εκ των υστέρων σε μία προσπάθεια να περισωθεί το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης εφόσον αυτή δεν ήταν η δοθείσα από τη διοίκηση αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματός του. Επιπρόσθετα, επισημαίνει ότι με τον τροποποιητικό Ν.187(I)/2021 οι όροι «τακτική χρηματοδότηση» και «χορηγία» καταργήθηκαν και τούτο είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον αιτητή, η χορηγία που τα κοινοβουλευτικά κόμματα προηγουμένως λάμβαναν ως οικονομική ενίσχυση για την αντιμετώπιση μέρους των εκλογικών δαπανών, να ενσωματώνεται πλέον στην ετήσια κρατική χρηματοδότηση που λαμβάνουν. Ως εκ τούτου, είναι η θέση του ότι ένας ανεξάρτητος υποψήφιος αποκλείεται από την κρατική χρηματοδότηση, η οποία διέρχεται εξολοκλήρου μέσα από τα πολιτικά κόμματα.
Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι ανέπτυξαν με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις και κατά την ακρόαση τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα, με παραπομπή σε ημεδαπή και αλλοδαπή βιβλιογραφία και νομολογία.
Προς τον αιτητή τέθηκε από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως το ερώτημα κατά πόσον τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής του αιτήματός του (24.05.2022) όσο και κατά το χρόνο λήψης της απάντησης του καθ’ ου η αίτηση (21.06.2022) αλλά και καταχώρισης της παρούσας προσφυγής (02.09.2022), αυτός είχε την ιδιότητα του «υποψηφίου» για το αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τούτο δε καθότι, με σχετική γνωστοποίηση ημερομηνίας 30.12.2022, ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας τις εξουσίες του σύμφωνα με το άρθρο 9(6) του Ν.37/1959, καθόρισε την 05.01.2023 ως την ημέρα για την υπόδειξη των υποψηφίων και για την υποβολή των υποψηφιοτήτων για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Απαντώντας στο ερώτημα του Δικαστηρίου ο αιτητής εισηγήθηκε ότι, συμφώνως του άρθρου 41Α(2)(β) του Ν.37/1959, ως «προεκλογική περίοδος» καθορίζεται η χρονική περίοδος που αρχίζει έξι μήνες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών και λήγει κατά την εν λόγω ημερομηνία. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκε ότι εφόσον κατά την εν λόγω περίοδο διεξάγεται προεκλογική εκστρατεία από τους υποψηφίους και οι δαπάνες αυτών λογίζονται ως προεκλογικές, ο ίδιος ορθώς αιτήθηκε χορηγία νωρίς ώστε να γνωρίζει τι θα εξασφαλίσει από τη Δημοκρατία για να ρυθμίσει αναλόγως τα προεκλογικά του έξοδα. Εισηγήθηκε, επιπλέον, ότι ο καθ’ ου η αίτηση θα μπορούσε να εγκρίνει υπό όρους το αίτημά του και εν πάση περιπτώσει επεσήμανε ότι η ίδια η διοίκηση δεν έκρινε πρόωρο το αίτημα αλλά αποφάσισε να εξετάσει αυτό και να το απορρίψει.
Αξιολογώντας τα επίδικα θέματα θα πρέπει εν πρώτοις να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ζητήματα τα οποία άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορούν να εξετασθούν και αυτεπαγγέλτως (ex proprio motu) (Κουρτελλάρης ν Ρ.Ι.Κ. (2001) 3 Α.Α.Δ. 468).
Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αιτητής αδιαμφησβήτητα απέκτησε την ιδιότητα του «υποψηφίου» μετά την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής, προέχει η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον το συμφέρον εκ του οποίου αντλεί τις θέσεις και τα επιχειρήματά του είναι έννομο, ως η έννοια συγκεκριμενοποιείται στη σχετική θεωρία και νομολογία.
Στην εισαγωγή του συγγράμματος «Το Έννομο Συμφέρον στην Αίτηση Ακυρώσεως»[3] η Γλυκερία Π. Σιούτη επισημαίνει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί τη βασική υποκειμενική προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακυρώσεως, με τη δικονομική του λειτουργία να συνίσταται στο άνοιγμα των θυρών της ακυρωτικής δίκης.
Όπως δε ακολούθως επεξηγεί αναλύοντας την έννοια του εννόμου συμφέροντος, αυτό ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακυρώσεως «εστιάζεται στο ζήτημα του κατά πόσον ο συγκεκριμένος αιτών δικαιούται να τύχει δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο του συγκεκριμένου ένδικου βοηθήματος». Έννομο είναι το συμφέρον «όταν δεν αντίκειται στο δίκαιο ή όταν αναγνωρίζεται από το δίκαιο».
Όπως περιεκτικά επισημαίνει ο Απόστολος Γέροντας στο σύγγραμμα «Επιτομή Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου»[4] αναλύοντας την έννοια του εννόμου συμφέροντος ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως, «[…] το απλό συμφέρον αναβαθμίζεται σε έννομο όταν αναγνωρίζεται και προστατεύεται από το δίκαιο».
Στο σύγγραμμα «Το Έννομο Συμφέρον στη Δίκη Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας»[5] ο Δημήτριος Θ. Πυργάκης αναλύει τα στοιχεία του εννόμου συμφέροντος ως ακολούθως:
«Το συμφέρον ως προϋπόθεση της παραδεκτής άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως πρέπει να συγκεντρώνει συγκεκριμένες ιδιότητες, ειδικότερα πρέπει να είναι καθ’ εαυτό έννομο, προσωπικό, άμεσο και ενεστώς [Βλ. και ΣτΕ 170/1931].
6.1. Συμφέρον καθ’ εαυτό έννομο
Το συμφέρον είναι έννομο, όταν: α) δεν αντίκειται στο δίκαιο, β) αναγνωρίζεται από το δίκαιο και γ) αποσκοπεί στη διατήρηση των ισχυουσών ρυθμίσεων, οι οποίες διασφαλίζουν μια ευνοϊκή για τον αιτούντα κατάσταση. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν αθροιστικώς. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, ο αιτών θεμελιώνει έννομο συμφέρον προς άσκηση αίτησης ακύρωσης, όταν, καταρχήν η ωφέλεια που προσδοκά από την ακύρωση της πράξης είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ως έννομη καθ’ εαυτή. Σε κάθε περίπτωση ο διοικούμενος, με την ακύρωση της πράξης και την άρση της παρανομίας της διοίκησης, πρέπει να προβαίνει στην απόλαυση νομίμου δικαιώματός του. Για την αναγνώριση του συμφέροντος ως έννομου, δεν εξετάζεται το μέγεθος του συμφέροντος, δηλαδή αν το αντικείμενό του είναι ευτελές ή αποβλέπει στην ικανοποίηση εξεζητημένων και ιδιόρρυθμων επιδιώξεων. Δεν παίζουν ρόλο τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του αιτούντος. Με άλλα λόγια, δεν παίζουν ρόλο τα κίνητρα του αιτούντος, αν αυτά είναι εγωιστικά ή εκδικητικά. […]
6.1.1.6. Δεν θεμελιώνεται έννομο συμφέρον, όταν το αίτημα του αιτούντος στερείται νόμιμου ερείσματος ή όταν ο αιτών αυθαιρέτως ασκεί την δραστηριότητά ή επάγγελμά του.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται έννομο συμφέρον, όταν ο αιτών στερείται νόμιμου ερείσματος που δικαιολογεί το αίτημά του, π.χ. όταν στερείται την απαιτούμενη διοικητική άδεια για την άσκηση κάποιας δραστηριότητας ή ενός επαγγέλματος και ασκεί αίτηση ακυρώσεως κατά πράξης που τον θίγει κατά την άσκηση της δραστηριότητας ή του επαγγέλματος του.»
Τα ανωτέρω ακολουθούνται παγίως και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην Κωνσταντίνου κ.ά ν Δήμου Πάφου (1998) 3 Α.Α.Δ. 707, το Δικαστήριο, επισημαίνοντας εν πρώτοις ότι το θέμα της ύπαρξης ή μη εννόμου συμφέροντος αποτελεί ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου μπορεί να εγερθεί ακόμη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, κατέληξε στα ακόλουθα:
«Έχει νομολογηθεί ότι η στοιχειοθέτηση του συμφέροντος, το οποίο νομιμοποιεί τον αιτητή να προσφύγει στο δικαστήριο, βαρύνει τον προσφεύγοντα, όπως εξυπακούει το Άρθρο 146.2 και αναγνωρίζει η νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Rallis Makrides v. Republic (Minister of Finance) (1967) 3 C.L.R. 147, Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1997) 3 A.A.Δ. 346). Το συμφέρον το οποίο απαιτείται από το άρθρο 146.2 του Συντάγματος για τη νομιμοποίηση προσώπου να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο πρέπει να έχει νομικό έρεισμα, δηλαδή πρέπει να εκπορεύεται από τα νομικά δικαιώματα του προσφεύγοντος (Βλ. K. and M. (Transport) Ltd κ.ά. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών (1995) 3 Α.Α.Δ. 225 (απόφαση Πική, Π.) και Γεωργίου κ.ά. ν. Παναγή κ.ά. (1997) 3 Α.Α.Δ. 81).
Όπως παρατηρεί ο Επαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος στο "Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου", 5η έκδοση, 1991, σελ. 433:
"Το έννομο συμφέρον αφορά κάθε νομική ή πραγματική κατάσταση που αναγνωρίζεται από το δίκαιο, από την οποία ο αιτών, βάσει ενός ειδικού δεσμού αντλεί ωφέλεια η οποία θίγεται αμέσως ή εμμέσως από την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη δηλαδή μεταβλήθηκε ή δεν ρυθμίστηκε, με συνέπεια την πρόκληση υλικής ή ηθικής βλάβης σ' αυτόν."
Ο Π.Δ. Δαγτόγλου στο σύγγραμμα του "Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο", 2α έκδοση, 1994, θέτει το θέμα ως εξής στις παραγ. 537 και 538:
"537. Έννομο είναι το συμφέρον που όχι μόνο δεν αντίκειται στο δίκαιο, αλλά και αναγνωρίζεται από αυτό ως άξιο έννομης προστασίας. το συμφέρον δηλαδή που δεν είναι μια απλή προσδοκία οικονομικών ωφελημάτων, ένα απλό ενδιαφέρον για πολιτικά, κοινωνικά ή θρησκευτικά θέματα. Έννομο συμφέρον είναι βέβαια πάντοτε το δικαίωμα που παρέχει ο Νόμος.
538. Άξιο προστασίας είναι, επίσης, το συμφέρον προς τήρηση των άκρων ορίων κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως, όταν προσβάλλεται από αυτούς που ανήκουν σε ορισμένο κύκλο προσώπων, επί των οποίων ασκεί μειονεκτική ή πλεονεκτική επίδραση μια ορισμένη επιλογή της διοικήσεως. Πρόκειται για τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε ένα διαγωνισμό ή μια δημοπρασία, είναι υποψήφιοι για μια θέση ή είναι εμπορικά ανταγωνιζόμενοι κ.ο.κ., υπό την προϋπόθεση πάντως ότι πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις (προσόντα κλπ) για την συμμετοχή τους στον διαγωνισμό, την δημοπρασία κοκ .... Έννομο είναι, τέλος, το συμφέρον που έχει ανάγκη έννομης προστασίας."
Η ιδία προσέγγιση υιοθετείται και στο "Διοικητικόν Δίκαιον - Διοικητική Δικαιοσύνη" ,Τόμος Γ, του Μιχαήλ Α. Δενδία, σελ. 276. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συγγραφέα το επικαλούμενο συμφέρον πρέπει να είναι έννομο "ήτοι πρέπει να αναγνωρίζεται τούτο υπό του Νόμου". Εφ' όσον το συμφέρον δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιο "ως νομίμως υπάρχον" δεν θεωρείται έννομον (Βλ. και "Δίκαιον των Διοικητικών Διαφορών" του Μιχ. Δ. Στασινόπουλου, σελ. 198).
Όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, το συμφέρον που απαιτείται πρέπει να έχει νομικό έρεισμα. Με άλλα λόγια πρέπει να πηγάζει από το Νόμο. Στις κρινόμενες περιπτώσεις ο Νόμος θέτει ορισμένες προϋποθέσεις. Αυτές είναι εκείνες που προδιαγράφονται από τους Καν. 5(1) (α) και (γ) και 6. Μόνο με την τήρηση τους μπορεί να προσλάβει νομικό έρεισμα το συμφέρον των αιτητών και να καταστεί έννομο εντός της έννοιας του άρθρου 146.2 του Συντάγματος. Ενόψει της μη τήρησης των προϋποθέσεων εκείνων από τους αιτητές το συμφέρον τους στερείται νομικού ερείσματος. Το συμφέρον που επικαλούνται δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιο αλλά αντίκειται στο δίκαιο. Δεν πηγάζει από το Νόμο και δεν μπορεί να τύχει έννομης προστασίας. Δεν είναι, επομένως, έννομο όπως ορίζεται από το άρθρο 146.2 του Συντάγματος.
Όπως εύστοχα επισημαίνεται από το Δαγτόγλου, πιο πάνω, "έννομο συμφέρον είναι πάντοτε το δικαίωμα που παρέχει ο Νόμος". Στην κρινόμενη περίπτωση ο Νόμος δεν παρέχει και δεν αναγνωρίζει στους αιτητές το δικαίωμα εξέτασης των αιτήσεων τους για άδεια οικοδομής χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτουν οι πιο πάνω Κανονισμοί.
Ορθά ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση έχει εισηγηθεί πως η παρούσα περίπτωση μπορεί να παραλληλισθεί με τις περιπτώσεις υποψηφίων που δεν κατέχουν τα προσόντα που προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας για διορισμό ή προαγωγή σε μια θέση. Σύμφωνα με την επί του προκειμένου θέση της νομολογίας το διορίζον όργανο νόμιμα μπορεί να αποκλείσει την υποψηφιότητα υπαλλήλου ο οποίος δεν κατέχει τα σχετικά προσόντα. Σε τέτοια περίπτωση η έλλειψη των προσόντων αποστερεί τον υποψήφιο του έννομου συμφέροντος να αμφισβητήσει την εγκυρότητα του διορισμού ή της προαγωγής. Ομοίως και στην παρούσα περίπτωση η μη τήρηση των προϋποθέσεων που προδιαγράφονται από τους Κανονισμούς καθιστά έγκυρη την μη εξέταση και απόρριψη της αίτησης για χορήγηση άδειας οικοδομής. Ταυτόχρονα οδηγεί και στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος εντός της έννοιας του άρθρου 146.2 του Συντάγματος».
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω καταλήγω ότι η ιδιότητα του προτιθέμενου, απλώς, υποψηφίου για τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές δεν προσδίδει έννομο συμφέρον στον αιτητή. Το συμφέρον του κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε οποιοδήποτε νομικό έρεισμα και δεν θα μπορούσε να αναγνωρισθεί από το δίκαιο ως "νομίμως υπάρχον" ώστε να θεωρείται έννομο.
Επιπρόσθετα, αξιολογώντας και τη φύση της προσβαλλόμενης πράξης ως αντικειμενικής προϋπόθεσης του παραδεκτού της προσφυγής και συνακόλουθα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, επισημαίνεται καταρχάς ότι οι αρχές που διέπουν το ζήτημα πότε μία πράξη είναι πληροφοριακού περιεχομένου και όχι εκτελεστή, είναι κοινώς αποδεκτές μεταξύ των διαδίκων. Συνοψίζονται δε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημοκρατία ν Grupo Mechanica Del Vuelo Sistemas S.A., Αναθ. Έφεση αρ. 146/2013, ημερ. 03.02.2020, ως ακολούθως:
«Πληροφοριακού χαρακτήρα πράξη έχει χαρακτηρισθεί από τη νομολογία, και έχει πλειστάκις επιβεβαιωθεί, ότι είναι εκείνη η θέση της διοίκησης η οποία απλά πληροφορεί τον διοικούμενο περί ορισμένης κατάστασης επί της νομικής ή πραγματικής πτυχής της υπόθεσης. Στη Γεναγρίτης ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 1029, η Ολομέλεια με αναφορά στην προηγηθείσα Δημοκρατία ν. Sun Oil Bunkering Ltd (1994) 3 C.L.R. 26, αποφάσισε ότι το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή, η γένεση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Το κύριο χαρακτηριστικό της εκτελεστής πράξης, σύμφωνα και με τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-59 σελ. 236-237, είναι η άμεση παραγωγή εννόμου αποτελέσματος που συνίσταται στη δημιουργία, τροποποίηση ή κατάλυση νομικής κατάστασης. Αντίθετα, πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα είναι εκείνη που πληροφορεί τον διοικούμενο για μια κατάσταση πραγμάτων ή για τις πρόνοιες ενός νόμου και δεν εμπεριέχει βούληση της διοίκησης που δημιουργεί υποχρεώσεις στο διοικούμενο».
Επισημαίνοντας την απουσία νομοθετικού πλαισίου ή σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου που να επιτρέπει την εξέταση και ικανοποίηση του αιτήματος του αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτός κατά τον ουσιώδη για την παρούσα προσφυγή χρόνο δεν είχε ακόμα υποβάλει, μέσω της νενομισμένης διαδικασίας, υποψηφιότητα για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είχε δημιουργήσει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια για τον ίδιο που να της προσδίδει εκτελεστό χαρακτήρα, βάσει και των όσων θεωρία και νομολογία στις οποίες ο ίδιος ο αιτητής παραπέμπει, καθορίζουν ως προαπαιτούμενα για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης (Γεναγρίτης ν Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ 1029).
Ανεξάρτητα από την ανωτέρω κατάληξη ως προς τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων του παραδεκτού, κρίνω σκόπιμο εν πάση περιπτώσει να σημειώσω ότι στην απόφαση Δίγκλης κ.ά. ν Aλέξη Γαλανού κ.ά. (1993) 4 ΑΑΔ 2732, το Ανώτατο Δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας τη βασική αρχή ότι τα θέματα αντισυνταγματικότητας των νόμων μπορούν να εκδικαστούν μόνο σε συνάρτηση με πράξεις, αποφάσεις ή παραλείψεις οργάνων της δημόσιας διοίκησης, μέσω των οποίων προσβάλλεται το αποτέλεσμα της εφαρμογής τους και ότι θέματα αντισυνταγματικότητας νόμων δεν πρέπει να αποφασίζονται δικαστικά, εκτός εάν αυτό είναι απαραίτητο και αναπόφευκτο για την επίλυση της διαφοράς, επεσήμανε επιπλέον τα ακόλουθα:
«Οι πρόνοιες του άρθρου 28 του Συντάγματος καθιερώνουν την αρχή της ισότητας και επιβάλλουν τόσο στη νομοθετική εξουσία, όσο και στην εκτελεστική και διοικητική λειτουργία, ισότητα και ίση μεταχείριση προσώπων, πραγμάτων και υποκειμένων του δικαίου που τελούν υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Το άρθρο 28 απαγορεύει διακρίσεις μεταξύ ομοιογενών πραγμάτων και υποκειμένων του δικαίου, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει τη διαφορετική μεταχείριση ανομοιογενών μεταξύ τους περιπτώσεων. Παράβαση της αρχής της ισότητας υπάρχει εάν διαπιστωθεί διαφορετική μεταχείριση, η οποία δεν είναι δικαιολογημένη με αντικειμενικά κριτήρια· εφόσον όμως διαπιστωθεί ανομοιογένεια των υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου, παρέχεται ευχέρεια στη νομοθετική εξουσία, να προβεί σε διακρίσεις λογικές και μη αυθαίρετες, όταν η φύση των πραγμάτων το επιτρέπει. (Βλ., μεταξύ άλλων,Falas v. R. (1983) 3 C.L.R. 523, Theodorou v. R.(1985) 3 C.L.R. 1654,Glafkos Georghiou and Others v. R.(1988) 3 C.L.R. 2473, Ζαχαρουδιού v. Δημοκρατίας (1990) 3 A.A.Δ. 4693, Argosy Trading Co. Ltd v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 753 και Γεώργιος Μαυρογένης v. Δημοκρατίας(1991) 3 Α.Α.Δ. 441.
[…]
Ο προσδιορισμός της οντότητας ενός κόμματος με αναφορά στο εκτόπισμά του και τη λαϊκή του βάση, όπως διαμορφώνονται μετά από τη διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών, είναι έννοιες ευρύτατα αντιληπτές και αποδεκτές απ' όλους τους πολίτες των ελεύθερων δημοκρατικών συστημάτων. Η διανομή της χορηγίας σε ένα κόμμα ανάλογα με το ποσοστό εκπροσώπησής του στη Βουλή, δεν είναι κατά την άποψή μου αυθαίρετη, ούτε στοιχειοθετεί δυσμενή διάκριση αδικαιολόγητη με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ούτε παραβιάζει οποιοδήποτε θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
Όπως τονίστηκε στην απόφαση Christodoulou v. R. (1983) 3 C.L.R. 1361, η εφαρμογή της αρχής της ισότητας αναπόφευκτα εξαρτάται από τις πραγματικότητες που επικρατούν από καιρού εις καιρόν και από την ανάγκη ίσης μεταχείρισης εκείνων που βρίσκονται ουσιαστικά κάτω από τις ίδιες συνθήκες».
Ενόψει των ανωτέρω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με έξοδα €2.000 εναντίον του αιτητή.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] (4) Εφαρμοζομένων των διατάξεων του εδαφίου (3), έκαστο κοινοβουλευτικό κόμμα λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση κατά τον μήνα Ιανουάριο εκάστου έτους, κατ’ αναλογίαν των εκλογικών ποσοστών τα οποία έκαστο έλαβε κατά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, σε πέντε ετήσιες δόσεις[…].
[2] 1. Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα χωρίς καμία διάκριση από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 και χωρίς υπέρμετρους περιορισμούς:
α. να συμμετέχει στη άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε άμεσα είτε δια μέσου ελεύθερα επιλεγμένων εκπροσώπων
β. να εκλεγεί και να εκλέγεται, κατά τη διάρκεια εκλογών περιοδικών, τίμιων, με καθολική, ίση και μυστική ψηφοφορία, που εξασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση της βούλησης των ψηφοφόρων
γ. να έχει πρόσβαση, υπό γενικούς όρους ισότητας, στα δημόσια αξιώματα της χώρας του.
[3] Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1998.
[4] Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2014, σελ 45.
[5] Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 81επ.